Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

Η ενεργοποίηση του άρθρου 4 του ΝΑΤΟ και η σημασία για την Ελλάδα

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

 

Από τον Αύγουστο, στα σύνορα της Λευκορωσίας με την Πολωνία, την Λιθουανία και την Λετονία, παρατηρείται μαζική μετακίνηση μεταναστών, τους οποίους η κυβέρνηση του Μινσκ ενθαρρύνει να περάσουν τα σύνορα. Η ΕΕ έχει ήδη κινητοποιηθεί, ενώ δεν αποκλείεται να υπάρξει και ενεργοποίηση του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα ως χώρα που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των εξελίξεων του υβριδικού πολέμου μέσα από την εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών, θα επηρεαστεί σημαντικά από τις εξελίξεις και τις αποφάσεις που θα ληφθούν.

Η κινητοποίηση της ΕΕ
Πρόκειται για μια πολιτική εκμετάλλευση μεταναστών, για πολιτικούς λόγους, από τρίτες χώρες προς την ΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής της 21-22 Οκτωβρίου 2021, στο άρθρο 19 ανακοίνωσε ότι «Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν θα δεχθεί καμία απόπειρα τρίτων χωρών να εργαλειοποιήσουν τους μετανάστες για πολιτικούς σκοπούς. Καταδικάζει όλες τις υβριδικές επιθέσεις στα σύνορα της ΕΕ και θα αντιδράσει καταλλήλως».

Σήμερα η κατάσταση έχει χειροτερεύσει. Μερικές χιλιάδες άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στα σύνορα με την Πολωνία, οι καιρικές συνθήκες επιδεινώνονται και υπήρξαν οι πρώτοι θάνατοι από το κρύο. Άλλοι ωθούνται από τις δυνάμεις ασφαλείας της Λευκορωσίας προς τα σύνορα με την Λιθουανία.

Το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ τάχθηκε στις 15 Νοεμβρίου κατά της υβριδικής επίθεσης στην ΕΕ, «Εξετάζουμε όλες τις πιθανές επιλογές για να σταματήσουμε το καθεστώς να μας στοχοποιεί και να στοχοποιεί τον ίδιο τον πληθυσμό του, και συμφωνήσαμε να επεκτείνουμε το πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος κυρώσεων για τη Λευκορωσία. Από εδώ και στο εξής θα είμαστε σε θέση να τιμωρήσουμε περισσότερα άτομα για δραστηριότητές τους που σχετίζονται με τη διοργάνωση αυτής της αεροπορικής μεταφοράς ανθρώπων από διάφορες χώρες προς τη Λευκορωσία και από εκεί προς τα σύνορα της ΕΕ. Συμφωνήσαμε επίσης για την έγκριση της 5ης δέσμης κυρώσεων, η οποία θα οριστικοποιηθεί τις προσεχείς ημέρες».

Οι πιέσεις προς το Μινσκ δεν φαίνεται να είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα και η πίεση επί των ευρωπαϊκών συνόρων διευρύνθηκε με την αύξηση των μεταναστευτικών ροών.

Με την σειρά της, η Κομισιόν η οποία πιέζει την Πολωνία να δεχτεί την βοήθεια της Frontex, την οποία η Βαρσοβία αρνείται σε αντιδιαστολή με την Λιθουανία, βρίσκεται η ίδια υπό πίεση γιατί αρνείται να δεχτεί την χρηματοδότηση έργων ενίσχυσης των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ.

Η ενεργοποίηση του ΝΑΤΟ
Η υπάρχουσα κατάσταση και το ενδεχόμενο ότι μπορεί να υπάρξουν τυχαία γεγονότα με απρόβλεπτες εξελίξεις, μπορεί να οδηγήσει σε εμπλοκή του ΝΑΤΟ. Ο Πολωνός πρωθυπουργός δήλωσε ότι η κυβέρνηση του μελετά, μαζί με την Λιθουανία και την Λετονία, να ενεργοποιήσουν το άρθρο 4 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με το Άρθρο 4 «Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θέλουσι συσκέπτεσθαι από κοινού οσάκις κατά την γνώμην οιουδήποτε εξ αυτών απειλείται η εδαφική ακεραιότης ή πολιτική ανεξαρτησία ή ασφάλεια ενός οιουδήποτε των Μερών».

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν δήλωσε προ ημερών ότι, οι κινήσεις της Λευκορωσίας απειλούν την περιφερειακή σταθερότητα και στοχεύουν στην απόσπαση της προσοχής της διεθνούς κοινής γνώμης από τις κινήσεις των ρωσικών στρατευμάτων στα σύνορα με την Ουκρανία. Η Μόσχα αρνήθηκε αυτή την σύνδεση και ο Βλαντιμίρ Πούτιν προθυμοποιήθηκε να διαμεσολαβήσει στον Λουκατσένκο.

Το ερώτημα είναι αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης του Άρθρου 4 σε αυτή την περίπτωση. Οι ερμηνείες του Άρθρου 4 συνδέονται με το Στρατηγικό Δόγμα του ΝΑΤΟ. Μετά την κατάρρευση του Υπαρκτού Σοσιαλισμού το Στρατηγικό Δόγμα του ΝΑΤΟ έχει αλλάξει τρεις φορές.

Στο Στρατηγικό Δόγμα του 1991 αναφέρεται ότι με βάση το Άρθρο 4, η Συμμαχία πρέπει να λειτουργεί ως ένα διατλαντικό forum για τις διαβουλεύσεις των Μερών σε θέματα που αφορούν τα ζωτικά τους συμφέροντα, περιλαμβανομένων και των εξελίξεων που δημιουργούν κινδύνους για την ασφάλεια των Μερών. Διευκρινίζει επίσης ότι το ΝΑΤΟ αναλαμβάνει επιχειρήσεις πρόληψης συγκρούσεων και διαχείρισης κρίσεων που δεν περιλαμβάνονται στο Άρθρο 5.

Στο Στρατηγικό Δόγμα του 1999, διατηρούνται οι πρόνοιες του 1991 και προστίθενται και κίνδυνοι ευρύτερης φύσης, περιλαμβανομένων της τρομοκρατίας, του σαμποτάζ, του οργανωμένου εγκλήματος και της διακοπής των ροών κρίσιμων πόρων. Η μαζική μετανάστευση που προκαλείται από ένοπλες συγκρούσεις μπορεί να επηρεάσει την σταθερότητα και την ασφάλεια της Συμμαχίας και μπορεί να ενεργοποιήσει την διαβούλευση που προβλέπει το Άρθρο 4.

Με το Στρατηγικό Δόγμα του 2010, που βρίσκεται ακόμα σε ισχύ, το Άρθρο 4 εξελίχθηκε περισσότερο. Τώρα το Άρθρο 4 ενεργοποιείται σε οποιοδήποτε θέμα ασφάλειας των Μερών για ανταλλαγή πληροφοριών και γνωμών και όπου χρειαστεί, στην διαμόρφωση κοινών προσεγγίσεων.

Τον 21ο αιώνα, η Τουρκία έχει ζητήσει την ενεργοποίηση του Άρθρου 4, τέσσερις φορές. Την πρώτη φορά το 2003, καθώς οι ΗΠΑ προετοιμάζονταν για την εισβολή στο Ιράκ, η Τουρκία ζήτησε την ενεργοποίηση του Άρθρου 4. Το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο παρέπεμψε την υπόθεση στην Επιτροπή Αμυντικού Σχεδιασμού του ΝΑΤΟ, η οποία πήρε μέτρα υποστήριξης της Τουρκίας. Η Τουρκία ζήτησε ενεργοποίηση του Άρθρου 4 τον Ιούνιο και τον Οκτώβριο 2012 για γεγονότα στον πόλεμο της Συρίας. Την τελευταία φορά που το ζήτησε, τον Φεβρουάριο του 2020 και πάλι για την Συρία, το αίτημα της εξετάστηκε σε επίπεδο πρεσβευτών του ΝΑΤΟ.

Τον Μάρτιο 2014, η Πολωνία, η Λιθουανία και η Λετονία ζήτησαν ενεργοποίηση του Άρθρου 4 για τις επιπλοκές που επέφερε η κρίση στην Κριμαία. Τότε το ΝΑΤΟ προχώρησε στην ακύρωση όλων των μορφών στρατιωτικής και πολιτικής συνεργασίας με την Μόσχα. 

Οι επόμενες κινήσεις
Εκτιμάται ότι το ΝΑΤΟ θα ασχοληθεί με το θέμα των μεταναστών στην Λευκορωσία και στα σύνορα της ΕΕ, στην επόμενη σύνοδο υπουργών, στις αρχές Δεκεμβρίου. Για την Ελλάδα έχει σημασία ο τρόπος αντιμετώπισης του υβριδικού πολέμου της Λευκορωσίας. Το λεπτό σημείο είναι αν θα θεωρηθεί η χρησιμοποίηση των μεταναστών ως όπλο-με την τεχνική σημασία του όρου και όχι με την ευρύτερη πολιτική-αποσταθεροποίησης της Πολωνίας και των άλλων χωρών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Έχει επίσης σημασία ότι ο υβριδικός πόλεμος της Τουρκίας διεξάγεται από μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ και το τελευταίο θεωρεί ότι οι «αντιπαραθέσεις»-όπως τις εννοεί-μεταξύ δύο μελών της Συμμαχίας πρέπει να λύνονται στους κόλπους του, χωρίς επίκληση των άρθρων της Συνθήκης.

Οι αποφάσεις του θα εξαρτηθούν, εν μέρει και από την επιτυχία ή όχι των μέτρων που έχει λάβει ήδη η ΕΕ.

Η ΕΕ απειλεί να διακόψει την οικονομική βοήθεια προς το Ιράκ και τον Λίβανο, αν δεν σταματήσουν τις απευθείας πτήσεις από την Βαγδάτη και την Βηρυτό προς το Μινσκ. Έχει αποφασίσει να επιβάλλει κυρώσεις σε ιρλανδικές αεροπορικές εταιρείες σε περίπτωση που θα συνεχίσουν την ενοικίαση αεροσκαφών στην λευκορωσική εταιρεία Belavia, ενώ έχει ανακοινώσει την απαγόρευση πτήσεων σε όλο τον εναέριο χώρο της Ευρώπης, σε εταιρείες όπως η Aeroflot και η Turkish Airlines, αν χρειαστεί.

Πέραν των ανθρωπιστικών προβλημάτων που διαμορφώνονται από τις προσφυγικές κρίσεις σε διάφορα σύνορα της ΕΕ, είναι εμφανές ότι έχουμε εισέλθει σε μια νέα φάση εξέλιξης των υβριδικών επιθέσεων. Οι υβριδικές επιθέσεις δεν δοκιμάζουν πλέον τις αντοχές μεμονωμένων κρατών, αλλά θέλουν να εκμεταλλευτούν και τα σημεία τρωτότητας που ανιχνεύονται σε συλλογικούς οργανισμούς, όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Η αποτελεσματικότητα των απαντήσεων που θα υπάρξουν θα καθορίσει και το επόμενο στάδιο του υβριδικού πολέμου, που και αυτός θα πρέπει να αναπροσαρμοστεί.


Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Ελλάδα, Ισπανία, συμμαχία


 

Αναμφισβήτητα, προβληματίζει πολλούς από εμάς η στάση (και) της φίλης και συμμάχου Ισπανίας, όχι απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο αλλά απέναντι στην ίδια την Ε.Ε., με τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων και την αναβάθμιση εν γένει των σχέσεων που έχει με την Τουρκία, παραγνωρίζοντας τον αποσταθεροποιητικό της ρόλο και την απειλή που συνιστά για την ασφάλεια και την ειρήνη όχι μόνον στα ανατολικά εξωτερικά σύνορα της Ένωσης αλλά και μέσα σε αυτήν!

Οι Τούρκοι από προχθές πανηγυρίζουν και χαρακτηρίζουν την Ισπανία ως την πλέον ειλικρινή και πραγματική τους φίλη μέσα στην Ευρώπη και ποντάρουν στην στήριξή της σε κάθε συζήτηση περί κυρώσεων…    

Υπό αυτή την έννοια, οι δηλώσεις του ΥΠΕΞ της Ισπανίας, σε συνέχεια της επίσκεψης του Ισπανού πρωθυπουργού στην Άγκυρα κι αφού η Ελλάδα εξέφρασε την έντονη ενόχλησή της, μάλλον έγιναν για να χρυσώσουν το χάπι.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως, ο ασθενής που χρειάζεται φαρμακευτικής αγωγής δεν είναι η Ελλάδα αλλά οι παρανοϊκοί ισλαμιστές που νομίζουν ότι θα κατακτήσουν τον κόσμο ξεκινώντας από την γειτονιά μας, με ορισμένους πρόθυμους να κάνουν ταμείο πιστεύοντας ότι μερικά ευρώπουλα θα τους αναδείξουν σε υπολογίσιμη δύναμη έναντι των εταίρων τους.

Ok. Όλοι πελάτες ψάχνουμε αλλά όχι όποιον κι όποιον. Δεν ξεφτιλίζουμε το εμπόρευμά μας χάριν της κατανάλωσης διότι, ναι μεν έχει αξία ο τζίρος αλλά, το καθαρό κέρδος είναι εκείνο που κάνει τη διαφορά.

Όταν λοιπόν με το καλό έλθει στην Αθήνα ο Ισπανός ΥΠΕΞ, θα περίμενα από τον Έλληνα ομόλογό του να στηρίξει ενώπιόν του το δίκαιο αίτημα του μαροκινού λαού για άμεση επιστροφή των αφρικανικών κτήσεων της Ισπανίας, τονίζοντας συγχρόνως - για να παραφράσω τον Ισπανό ΥΠΕΞ – «… η αλληλεγγύη της χώρας μας προς την Ισπανία και όλα τα κράτη της Ε.Ε. είναι υπεράνω πάσης αμφιβολίας!»  

 

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2021

Θύματα και θύτες στις τουρκικές φαντασιώσεις


Συμπόσιο με αντικείμενο τις «σφαγές» και τις «θηριωδίες» που διέπραξαν οι Έλληνες στην Πελοπόννησο και τη Μικρά Ασία, πραγματοποιείται αυτό το διήμερο στην Σμύρνη από το Τουρκικό Ινστιτούτο Ιστορίας σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και με την υποστήριξη του τουρκικού ΥΠΕΞ.

Και αυτή η εκδήλωση εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο δράσεων που αναπτύσσει η γειτονική μας χώρα με αντικειμενικό σκοπό τον ιστορικό αναθεωρητισμό και την διαγραφή, από την συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας, των εγκλημάτων που διέπραξαν οι Οθωμανοί τούρκοι καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής τους πορείας μέσα στον χρόνο.

Ομιλούμε για έναν λαό που ευθύνεται για την γενοκτονία των Αρμενίων, των Ασσύριων και των Ελλήνων στην Ανατολή και για μία χώρα με ιδρυτική πράξη που υπεγράφη με το αίμα εκατομμυρίων αθώων.

Οι τούρκοι δεν είχαν ποτέ και δεν έχουν την πρόθεση να αναζητήσουν και να μελετήσουν την ιστορική αλήθεια. Βασικό τους μέλημα είναι η τεκμηρίωση του τουρκισμού ενώ, διακατέχονται πάντα από συμπλέγματα κατωτερότητας κι ενοχικά σύνδρομα που πηγάζουν από το εγκληματικό παρελθόν τους.

Η σημερινή Τουρκία επιχειρεί να επικαιροποιήσει το ιδεολόγημα του (παν)τουρκισμού αναζητώντας (ακόμα) μία ισχυρή ταυτότητα μέσα από «ευρήματα» και «πειστήρια» που – πάντα κατά την άποψή της – υποδεικνύουν ένα «καθαρό» ιστορικό και πολιτισμικό σημείο αναφοράς, ικανό να της επιτρέψει να ξαναγράψει την ιστορία με επιστημονικό και κοινά παραδεκτό τρόπο.

Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα δεν είμαστε εμείς αλλά η ίδια η ταυτότητα του τουρκικού λαού! Πιο αναλυτικά αναφέρομαι στο ζήτημα αυτό σε άλλο κείμενό μου το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ: «Ο ισλαμισμός και το ζήτημα της ταυτοτικής ανεπάρκειας στην Τουρκία».

Ένα είναι σίγουρο: Φανταστικοί εχθροί, αποδιοπομπαίοι τράγοι, φαντασιώσεις, μύθοι και ψεύδη αποτελούν τη μαγιά της σύγχρονης τουρκικής αντίληψης.

Από την πλευρά μας, δεν πρέπει να μείνουμε με σταυρωμένα χέρια. Έχουμε χρέος να υπενθυμίζουμε διαρκώς και σε κάθε ευκαιρία, προς όλες τις κατευθύνσεις και κυρίως προς τα ανατολικά, την ιστορική κληρονομιά που φέρουν οι γείτονές μας, όχι για να τους έχουμε κολλημένους στον τοίχο, ούτε για να συντηρούμε μια έχθρα που δεν ωφελεί ούτε εκείνους ούτε εμάς. Βασική μας επιδίωξη θα πρέπει να είναι η διαφύλαξη της ιστορικής αλήθειας και είμαστε υποχρεωμένοι να βοηθήσουμε τους Τούρκους να αποδεσμευτούν από «ευαισθησίες» και πλάνες που δεν τους επιτρέπουν να υπάρχουν και να δημιουργούν αλλά, τους οδηγούν να επιβουλεύονται την ιστορία, τον πολιτισμό, τη κυριαρχία, τον πλούτο και την ευημερία των λαών και των χωρών γύρω τους.

Η Τουρκία σε μετάβαση κι οι τεχνοκράτες μας σε παράκρουση…

... ή αλλιώς: Ο κεμαλισμός κι ο ισλαμοφασισμός

δεν έχουν καμία θέση στην Ευρώπη

 

Ξεκίνησα να διαβάζω με πολύ ενδιαφέρον το άρθρο του κ. Ιωακειμίδη υπό τον τίτλο: «η Τουρκία σε μετάβαση…» κι οφείλω εκ προοιμίου να σημειώσω ότι, σε γενικές γραμμές, παρουσιάζει επαρκώς και ικανοποιητικώς την εικόνα για την οικονομική και πολιτική πραγματικότητα της γειτονικής μας χώρας. Μέχρι εκεί όμως. Μόλις έφτασα στις προτάσεις στις οποίες καταλήγει και διάβασα έπειτα το βαρύ βιογραφικό του, μου επιβεβαιώθηκε ακόμη μια φορά γιατί η ελληνική εξωτερική πολιτική επί δεκαετίες τελεί σε σύγχυση, δίχως όραμα και δυναμική στην άσκησή της.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Συμφωνούμε όλοι ότι δίπλα μας έχουμε έναν δύσκολο και δύστροπο γείτονα που δημιουργεί διαρκώς προβλήματα στην περιοχή μας και πέραν αυτής.

Η Τουρκία είναι μία μεγάλη χώρα, με πολλές δυνατότητες - δεν τις αμφισβητεί κανείς - και η γεωγραφική της θέση της προσδίδει γεωπολιτική ισχύ - πλην όμως, αναλώνεται σε μύθους, ευαισθησίες κι ευσεβείς πόθους που εδράζονται στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν το οποίο έχει εξιδανικεύσει στην προσπάθειά της να επιδείξει επιτεύγματα και ιστορικό-πολιτισμικό βάθος που εκ των πραγμάτων δεν διαθέτει. Κι αυτό μπορούμε να το συζητήσουμε.

Το γεγονός ότι θέλει να μπλέκει παντού ή κάνει όσα δεν έκανε ποτέ η ελληνική διπλωματία - τα έχουμε εντοπίσει τα προβλήματα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 - δεν την καθιστά αυτόματα «περιφερειακή δύναμη». Επομένως, καλό θα ήταν να μην της αποδίδουμε μέγεθος που μέχρι στιγμής δεν έχει. Το δε σύνδρομο «αμοιβαίας αυτοπαγίδευσης» που πολύ ορθά σημειώνεται στο άρθρο, ούτε καν δεν την ψηλώνει στο ελάχιστο και δεν διέπει μόνον τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις  αλλά τις σχέσεις όλων χωρών. Μικρών ή μεγάλων. Δυνατών ή αδύνατων. Σημαντικών ή όχι και τόσο σημαντικών στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Αυτή δεν είναι η λογική των διεθνών σχέσεων;  

Προφανώς - αν εν τω μεταξύ δεν συμβεί κάτι το συνταρακτικό - βρισκόμαστε λίγο πριν το τέλος μιας εποχής. Κι εδώ συμφωνούμε. Ωστόσο, είναι μάλλον ουτοπικό να αναμένει κανείς (ραγδαία) μεταβολή των τουρκικών επιδιώξεων σε περίπτωση που η αντιπολίτευση καταφέρει να έρθει στην εξουσία, εφόσον δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαχωριστικές γραμμές· ούτε καν ποιοτικές διαφορές! Κι από ό,τι καταλαβαίνω, Η.Π.Α. και Ε.Ε. - για ό,τι μας αφορά - αντιλαμβάνονται ολοένα και περισσότερο την αδυναμία της Τουρκίας να εξυπηρετεί αποτελεσματικά και με αξιοπιστία τα συμφέροντά τους. Αντίληψη που τείνει προς παγιοποίηση και οδηγεί στη διερεύνηση εναλλακτικών σεναρίων.

Οι Η.Π.Α. έχουν την δική τους ατζέντα. Η Ε.Ε. κολυμπά σε θολά νερά για την ώρα κι αυτή είναι μία πραγματικότητα που δεν μπορούμε να την αρνηθούμε ή να την παραβλέπουμε. Κατά την δική μου, ταπεινή άποψη, οι μεγάλες μάχες θα δοθούν εντός ευρωπαϊκού χώρου και ίσως πιο σύντομα απ’ ό,τι αναμένεται. Αν η Ευρώπη δεν αποποιηθεί άμεσα την κλασική γερμανική-προτεσταντική νοοτροπία που ορίζει δυστυχώς το αξιακό της σύστημα, θα βρεθεί σε ακόμη πιο δύσκολη θέση.

Η Ελλάδα δύναται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην διαδικασία αποποίησης αυτής της νοοτροπίας και οι κινήσεις που κάνει σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο, έξω από το πλαίσιο που εντάσσονται οι προτάσεις του κ. Ιωακειμίδη, όχι μόνον ενισχύουν την ασφάλεια στην περιοχή μας· ακόμη περισσότερο; Μπορούν να διασφαλίσουν την ειρήνη και την ευημερία και να θωρακίσουν τον ευρωπαϊκό χώρο και στο οικονομικό - ενεργειακό πεδίο.

Υπό την συνθήκη αυτή, η πρώτη πρόταση του κ. Ιωακειμίδη κρίνεται μάλλον άτοπη. Η μόνη χώρα που ζει με φαντασιώσεις και μύθους και επιδίδεται διαρκώς σε μία ρητορική καταγγελτική, με μίσος κι απαξίωση για όποιον βάλει στο στόχαστρό της, είναι μόνον η Τουρκία.

Σε ό,τι αφορά στην δεύτερη πρότασή του, αν είχα την ευκαιρία, θα ρωτούσα τον κ. Ιωακειμίδη άραγε ποιός δεν σέβεται το Διεθνές Δίκαιο; Ποιός τείνει πάντα χείρα συνεργασίας και ποιός απαξιώνει διερευνητικές ή άλλες επαφές; Ποιος καταργεί επί της ουσίας κάθε μνημόνιο και κάθε συμφωνία συνεργασίας; Ποιός καταστρατηγεί κάθε έννοια καλής γειτονίας; Ποιά είναι ακριβώς η «ευκαιρία» που διαβλέπει και όλοι εμείς οι υπόλοιποι αδυνατούμε να διακρίνουμε; 

Και σε απάντηση της τρίτης του πρότασης: Η Τουρκία δεν «πρέπει να έλθει πλησιέστερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Βρίσκεται ήδη μέσα της και την διαβρώνει με πολιτικές/θρησκευτικές/φοιτητικές/εμπορικές οργανώσεις (νόμιμες ή παράνομες) που δεν σέβονται τους κανόνες, τις αρχές και τις αξίες πάνω στις οποίες στηρίζεται όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Με εκροή κεφαλαίων που - προερχόμενα πολλές φορές από παράνομες κι εγκληματικές δράσεις - χρηματοδοτούν πολιτικές που στρέφονται ενάντια στην κοινωνική ευταξία και συνοχή των κρατών μελών, όπως στην περίπτωση της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ελλάδας μεταξύ άλλων… με συμμαχίες και κινήσεις που σκοπό έχουν να πλήξουν την οικονομική σταθερότητα του ευρύτερου ευρωπαϊκού χώρου (βλέπε Ουγγαρία / Λευκορωσία / Ουκρανία). Με την προώθηση και την ενίσχυση του ισλαμισμού - ως πολιτικής, πολιτιστικής και ηθικής νόρμας - μέσω της εργαλειοποίησης των μουσουλμανικών μειονοτήτων / πληθυσμών στην Γερμανία, την Γαλλία και τις χώρες της Βαλκανικής για παράδειγμα, εντείνοντας την ανησυχία, την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια των πολιτών όλων των ευρωπαϊκών χωρών… και με εκβιασμούς αν μη τι άλλο, όπως με το προσφυγικό/μεταναστευτικό.      

Αλήθεια, έχει αναρωτηθεί ποτέ ο κ. Ιωακειμίδης πόσες φορές η Ελλάδα και η Κύπρος ακόμη, έχουν υποστηρίξει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας; Πόσες φορές η χώρα μας επέδειξε καλή πίστη και στάθηκε δίπλα στην Τουρκία παρά τις όποιες διαφορές;  

Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει τις δικές της δυνατότητες και να αποδεσμεύσει εαυτόν από το φοβικό της σύνδρομο για την Τουρκία. Η γειτονική μας χώρα δεν είναι μεγάλη περιφερειακή δύναμη και αμφιβάλλω πολύ αν το καταφέρει ποτέ. Θέλει να είναι αλλά δεν είναι! Ας ρωτήσει ο κ Ιωακειμίδης εμάς που έχουμε ζήσει ή ζούμε στην Τουρκία και δεν μαθαίνουμε γι’ αυτήν διαβάζοντας βιβλία και άρθρα κλεισμένοι σε ένα γραφείο στην Αθήνα. 

Για ό,τι με αφορά, δεν έχω ούτε τις περγαμηνές, ούτε τους τίτλους του κ. Ιωακειμίδη. Τον ευχαριστώ όμως πολύ διότι, με το άρθρο του αυτό, μου έδωσε την ευκαιρία να εκφράσω και μία άλλη άποψη στην οποία συμπυκνώνονται οι σκέψεις και οι αντιλήψεις όλων εκείνων που δεν είναι επαγγελματίες διπλωμάτες, διεθνολόγοι ή αναλυτές. Πολλές φορές, ο ερασιτεχνισμός προσφέρει μια πιο ξεκούραστη και ξεκάθαρη ματιά…

 

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2021

Κύπρος: Η προσάρτηση του 1914 και οι χαμένες ευκαιρίες της παραχώρησης στην Ελλάδα

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

 


 

Στις 5 Νοεμβρίου 1914 η Αγγλία κήρυξε άκυρη τη Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης του 1878 με τα Τουρκία και προσάρτησε τη Κύπρο. Θα περνούσαν 45 χρόνια για να τερματιστεί η βρετανική κυριαρχία στο νησί και να ιδρυθεί το ανεξάρτητο κράτος της Κύπρου.

Ωστόσο, η περίοδος προσάρτησης της Κύπρου είναι σημαντική γιατί σε αυτή έγιναν δύο προσφορές από την πλευρά της Αγγλίας, το 1912 και το 1915 για παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα οι οποίες δεν τελεσφόρησαν.

Η περίοδος μέχρι το 1912

Μέχρι τι 1912 οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν είχαν ασχοληθεί συστηματικά με το κυπριακό ζήτημα. Έπρεπε να αντιμετωπίσουν τον αντίκτυπο της ήττας του 1897, τον Μακεδονικό Αγώνα, το ζήτημα της Κρήτης και την αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, μεταξύ άλλων. Το 1911-12 ο πρεσβευτής στο Λονδίνο Ιωάννης Γεννάδιος συνέταξε δύο εκθέσεις πάνω στις οποίες βασίστηκε η ελληνική πολιτική στο Κυπριακό. Αυτή διατυπώνονταν σε δύο άξονες. Πρώτον, το εθνικό κέντρο έπρεπε να χαράξει την κατευθυντήρια γραμμή, δεύτερον η Ένωση θα έπρεπε να διεκδικηθεί σε συνεργασία με τις βρετανικές αρχές.

Είναι η εποχή που η Αθήνα για πρώτη φορά εντάσσει το Κυπριακό στις υπόλοιπες εθνικές της διεκδικήσεις. Και αυτό γίνεται επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος και συζήτησε για πρώτη φορά το ενδεχόμενο παραχώρησης της Κύπρου στην Ελλάδα.

Η πρόταση παραχώρησης του 1912

Στα μέσα του 1912 οι Βρετανοί στρατιωτικοί αναλυτές συζητούσαν το ενδεχόμενο κατάληψης νησιών του Αιγαίου από την Ιταλία και τις επιπτώσεις που θα προκύπταν για το Βρετανικό Ναυτικό. Θεωρούσαν ότι τα συμφέροντα τους θα μπορούσαν να απειληθούν από τον στόλο της Ιταλίας ή της Αυστροουγγαρίας, αλλά θα αντιμετωπίζονταν από τη ναυτική βάση της Μάλτας, ενώ δεν θα μπορούσε να υπάρχει μόνιμη κατοχή εδάφους ανατολικά της Μάλτας. Παρ΄ όλα αυτά κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η καλύτερη διασφάλιση των συμφερόντων τους θα μπορούσε να επιτευχθεί με μια ναυτική συμφωνία με τα Γαλλία.

Τον Ιούλιο 1912 συμφωνήθηκε ότι το Βρετανικό Ναυτικό θα μπορούσε να προστατεύει τα αγγλογαλλικά συμφέροντα στην Ανατολική και το Γαλλικό στην Δυτική Μεσόγειο. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, η Βρετανία θα χρειάζονταν ένα σύμμαχο στην Ανατολική Μεσόγειο και ο Ουίνστων Τσώρτσιλ που ήταν Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου, επέλεξε την Ελλάδα.

Με το Γιβραλτάρ και την Μάλτα υπό βρετανικό έλεγχο, ο Τσώρτσιλ επιδίωκε να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα λιμάνι κοντά στην Αδριατική, από το οποίο σε περίπτωση πολέμου ενάντια στην Τριπλή Συμμαχία θα μπορούσε να εξουδετερώσει τον στόλο της Αυστροουγγαρίας και ένα μέρος του στόλου της Ιταλίας. Στις διερευνητικές επαφές που έγιναν με τον πρόξενο της Ελλάδας στο Λονδίνο Ιωάννη Σταυρίδη, ο Τσώρτσιλ ξεκαθάρισε ότι ενδιαφέρονταν για το λιμάνι του Αργοστολίου. Όχι με προσάρτηση ή μίσθωση, αλλά το δικαίωμα χρήσης του λιμανιού με μυστική συμφωνία. Ως αντάλλαγμα παραχωρούσε την Κύπρο.

Στις 12 Δεκεμβρίου ο Ελευθέριος Βενιζέλος ενημερώθηκε από τον Σταυρίδη για την βρετανική πρόταση. Στις 16 Δεκεμβρίου ο Έλληνας πρωθυπουργός ενημερώθηκε από το Λόιντ Τζορτζ, υπουργό οικονομικών για την βρετανική πρόταση, με την οποία συμφώνησε και για το θέμα του Αργοστολίου και για το θέμα μιας συμμαχίας με την Βρετανία και τη Γαλλία. Στις 17 Δεκεμβρίου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος συναντήθηκε με τους Ουίνστων Τσώρτσιλ και Λόιντ Τζορτζ και συμφώνησαν να προχωρήσουν το θέμα του Αργοστολίου και της Κύπρου. Συμφωνήθηκε επίσης να μην ανακοινωθεί το θέμα της συμμαχίας με την Βρετανία και τη Γαλλία, πριν το Λονδίνο ενημερώσει τους Γάλλους και τους Ρώσους.

Στις 5 Ιανουαρίου 1913 ο Λόιντ Τζορτζ ενημέρωσε τον Βενιζέλο ότι ο Τσώρτσιλ είχε ετοιμάσει την πρόταση για την συμμαχία με την Γαλλία και θα την προωθούσε στην Γαλλία. Όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να δει την πρόταση, του παρουσιάστηκε ένα memorandum το οποίο συμβούλευε την Ελλάδα να αναπτύξει ένα πιο ευέλικτο ναυτικό, να ακυρώσει την παραγγελία του θωρηκτού που είχε κάνει στην Γερμανία και στη θέση του να αποκτήσει ελαφρύτερα σκάφη. Ο Τσώρτσιλ επίσης αποκάλυψε ότι ο πρωθυπουργός Χέρμπερτ Άσκουιθ και ο υπουργός Εξωτερικών Έντουαρντ Γκρέι θεωρούσαν ότι θα ήταν δύσκολο να αιτιολογηθεί η παραχώρηση της Κύπρου με μυστική συμφωνία, θα έπρεπε να γίνει επίσημα. Τελικά συμφώνησαν να αναβάλουν το θέμα μέχρι το τέλος των διαπραγματεύσεων για την Συνθήκη του Λονδίνου που τερμάτιζε τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο.

Τον Ιανουάριο 1914 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέφθηκε πάλι το Λονδίνο. Στις επαφές του με την βρετανική κυβέρνηση έθεσε το θέμα του Αργοστολίου και της Κύπρου, αλλά του επισημάνθηκε ότι η πολιτική κρίση που είχε προκύψει για το θέμα της Ιρλανδίας, δεν ευνοεί την λήψη οριστικών αποφάσεων. Συμφωνήθηκε να αναβληθεί η συζήτηση του θέματος μέχρι το τέλος Αυγούστου, αλλά στις 28 Ιουλίου ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Ο Έντουαρντ Γκρέι ο οποίος διαμόρφωνε μια πολύ συντηρητική εξωτερική πολιτική δεν ήθελε να προχωρήσει η υπόθεση του Αργοστολίου και της Κύπρου, γιατί φοβόνταν την αντίδραση της Ιταλίας. Από την πλευρά του, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ απογοητεύθηκε γιατί η Αθήνα δεν ακολούθησε το σχέδιο του για προμήθειες νέων πλοίων που θα έκαναν το ναυτικό πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Στην πορεία προέκυψαν και μεγάλα κόστη υποστήριξης του Αργοστολίου για τις επιχειρήσεις στην Αδριατική, τα οποία ο Τσώρτσιλ δεν είχε υπολογίσει στον αρχικό σχεδιασμό. Όλα αυτά οδήγησαν σε μια οπισθοχώρηση της βρετανικής κυβέρνησης στο θέμα της Κύπρου.

Στις 5 Νοεμβρίου η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία. Αυτό για την Βρετανία σήμαινε την άρση του κωλύματος της τουρκικής επικυριαρχίας στην Κύπρο. Έτσι η Βρετανία κήρυξε την προσάρτηση της Κύπρου με ημερομηνία 5 Νοεμβρίου 1914, αλλά η διεθνής αναγνώριση αυτής της πράξης θα ολοκληρωθεί με την Συνθήκη της Λωζάνης το 1923.

Η πρόταση παραχώρησης του 1915

Τον Οκτώβριο 1915 τα αυστρογερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα κινήθηκαν επιθετικά κατά της Σερβίας. Αν συνέτριβαν την Σερβία οι Κεντρικές Δυνάμεις θα αποκτούσαν τον πλήρη έλεγχο της σιδηροδρομικής γραμμής της Κωνσταντινούπολης και η Νοτιοανατολική Ευρώπη θα έμενε εκτεθειμένη.

Οι βρετανικές προσπάθειες επικεντρώνονται στο να κινητοποιήσουν την Ελλάδα και την Ρουμανία στο πλευρό της Αντάντ. Στις 12 Oκτωβρίου ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Έντουαρντ Γκρέι δίνει εντολή στον πρέσβη στην Αθήνα Φράνσις Έλλιοτ να προσπαθήσει να πείσει την κυβέρνηση να μπει στον πόλεμο. Δεν προσφέρεται τίποτα ως αντιστάθμισμα. Την επόμενη ημέρα ο Γκρέι βελτιώνει την προσφορά του εγγυώμενος τα σύνορα της Ελλάδας και υποσχόμενος ότι με τον τερματισμό του πολέμου θα υπάρξουν εδαφικές προσαρτήσεις.

Μέσα στο κλίμα αυτό, ο Ρόμπερτ Σέσιλ, μόνιμος υφυπουργός Εξωτερικών διατυπώνει ένα σχέδιο με βάση το οποίο στην Ελλάδα θα πρέπει να δοθούν η Νότια Θράκη, η Σμύρνη και η Κύπρος, πριν το τέλος του πολέμου. Αν και ο Γκρέι διαφώνησε αρχικά για την Κύπρο, άλλαξε γρήγορα γνώμη.

Στις 16 Οκτωβρίου στέλνεται νέο τηλεγράφημα στον πρέσβη Έλλιοτ στο οποίο αναφέρεται ότι η Βρετανία είναι έτοιμη να παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποστηρίξει στρατιωτικά την Σερβία στην επίθεση που δέχεται και θα συμπαραταχθεί με την Αντάντ. Στο τηλεγράφημα γίνονταν σαφές ότι η Ελλάδα έπερεπε να υποστηρίξει άμεσα και με πλήρη κινητοποίηση των στρατιωτικών της δυνάμεων την Σερβία.

Από το τηλεγράφημα του Γκρέι προκύπτουν δύο ενδιαφέροντα σημεία. Πρώτον, ότι επαναλαμβάνεται η τακτική του δολώματος της Κύπρου του 1912. Δεύτερον, δίνεται στην κυβέρνηση Ζαΐμη ελάχιστος χρόνος για να απαντήσει. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ψυχολογική πίεση που ασκήθηκε στην Αθήνα για να εκδηλωθούν οι προθέσεις της κυβέρνησης.

Στις 19 Οκτωβρίου ο Έλλιοτ πληροφορεί το Λονδίνο ότι το θέμα της Κύπρου πρόκειται να συζητηθεί εκείνη την ημέρα στο Υπουργικό Συμβούλιο, με την συμμετοχή του βασιλιά Κωνσταντίνου. Την επόμενη ημέρα ο Ζαΐμης ενημέρωσε τους πρεσβευτές της Βρετανίας και της Ρωσίας ότι με βάση την γνώμη των στρατιωτικών θα ήταν καταστρεπτική η βοήθεια προς την Σερβία και ότι αποφασίστηκε να μην αναληφθεί δράση, αλλά η Ελλάδα να διατηρήσει την καλοπροαίρετη προς την Αντάντ ουδετερότητα της. Το Γενικό Επιτελείο ήταν πεπεισμένο ότι τα συμμαχικά στρατεύματα θα έφθαναν πολύ αργά για να βοηθήσουν την Σερβία. Έγινε σαφές ότι καμιά προσφορά δεν θα άλλαζε τη στάση της Ελλάδας.

Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Σαζόνοφ θεωρούσε ότι οι προσφορές προς την Ελλάδα ήταν υπερβολικές και ότι αυτό μείωνε το πρεστίζ της Αντάντ, η οποία έδινε την εντύπωση ότι παραχωρούσε τα πάντα για να επιτύχει την ελληνική συνεργασία. Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί δεν είχαν πρόβλημα με την παραχώρηση της Κύπρου, ενώ οι αντιρρήσεις των Ρώσων είχαν να κάνουν περισσότερο με το ότι η Ελλάδα θα κυριαρχούσε στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η επίσημη ελληνική απάντηση στην βρετανική προσφορά για την Κύπρο, δόθηκε από τον πρέσβη Ιωάννη Γεννάδιο στις 22 Οκτωβρίου στο Λονδίνο. Στις 24 Οκτωβρίου ο Λόρδος Κρου τηλεγραφεί στον πρέσβη Έλλιοτ ότι η προσφορά για την Κύπρο έχει τελειώσει. Και είτε δεν θα ξαναγίνει στο μέλλον, είτε αν γίνει θα είναι κάτω από προϋποθέσεις που δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν. Στις 25 Οκτωβρίου μεταβιβάζεται η απόφαση του Λονδίνου στον Ζαΐμη.

Αξιολογώντας την βρετανική πρόταση μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η ευθύνη του Κωνσταντίνου και της κυβέρνησης του είναι προφανής. Η βρετανική κυβέρνηση γνώριζε ότι η πρόταση της δεν είχε πιθανότητες αποδοχής, δεδομένης της σταθερής πολιτικής του Κωνσταντίνου περί ουδετερότητας της Ελλάδας.

Από την πλευρά των Βρετανών είναι περίεργο το γεγονός ότι μόνο λίγοι υπουργοί γνώριζαν την πρόταση και το ότι δεν είχε περάσει από το Υπουργικό Συμβούλιο. Σε μια τέτοια διαδικασία, ο Γκρέι θα είχε αντιμετωπίσει σοβαρές αντιρρήσεις για την παραχώρηση της Κύπρου. Προφανώς, οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτή την πρόταση είχαν να κάνουν με την πίεση που αισθάνονταν με τις εξελίξεις στο μέτωπο των Βαλκανίων. Με τα δεδομένα αυτά, η πρόταση παραχώρησης της Κύπρου δεν ήταν πλήρως τεκμηριωμένη, άρα όχι απολύτως γνήσια.

Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε ότι και οι δύο προτάσεις της Βρετανίας του 1912 και του 1915 δεν ήταν αρκούντως σοβαρές. Έγιναν από τον Ουίνστον Τσώρτσιλ και τον Έντουαρντ Γκρέι για να τους βοηθήσουν στην επίλυση κάποιων προβλημάτων της συγκυρίας που αντιμετώπιζαν, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει την πλήρη στήριξη της βρετανικής πολιτικής ελίτ, που θα χρειάζονταν για μια τέτοια απόφαση. Τις ευθύνες από ελληνικής πλευράς τις έχει καταγράψει η ιστορία

 

Τουρκία, ελληνοτουρκικά, ισλαμισμός και φασισμός

Η ραγδαία επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων τα τελευταία χρόνια, εκ των πραγμάτων, έστρεψε το ενδιαφέρον όλων μας στην έρευνα και την μελέτη όλων εκείνων των δεδομένων που αφορούν και στην ανάπτυξη της εξωτερικής μας πολιτικής αλλά και στο ιστορικό και το ιδεολογικό πλαίσιο αυτών των σχέσεων. Επίσης, έδωσε την ευκαιρία να διερευνήσουμε τα πράγματα και μέσα από την θρησκευτική τους σκοπιά μια και η ανάδειξη του ισλαμισμού ως κυρίαρχου στοιχείου διαμόρφωσης των τουρκικών πολιτικών κι επιδιώξεων είναι αδιαμφισβήτητη.

Εκείνο που έχει σημασία είναι η γνώση του απέναντι. Εννοώ, δεν είναι αρκετό να γνωρίζουμε ή έστω να υποψιαζόμαστε τις προθέσεις και τις επιδιώξεις του οποιουδήποτε. Πρέπει να γνωρίζουμε με ποιον έχουμε να κάνουμε αλλά και ό,τι είναι εκείνο που τον οδηγεί σε συγκεκριμένες συμπεριφορές. Έτσι λοιπόν, δεν είναι καθόλου περίεργο που όλα σχεδόν τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα στη χώρα μας κατακλύζονται καθημερινά από πλήθος απόψεων κι εκτιμήσεων σχετικών ή άσχετων. Κι εγώ από την πλευρά μου έχω ετοιμάσει και έχω δημοσιεύσει πολλά κείμενα, συνεισφέροντας κάτι το ελάχιστο στον δημόσιο προβληματισμό και διάλογο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αποφάσισα να τα συγκεντρώσω σε ένα ποστ έτσι, ώστε να είναι εύκολα προσβάσιμα για όσους ενδιαφέρονται.

Ο δικός μου στόχος ήταν και είναι πάντοτε η παρουσίαση και περιγραφή της δικής μου αντίληψης και εκτίμησης και θέλω να πιστεύω ότι ο κάθε καλόπιστος αναγνώστης έχει βρει μέσα από τα άρθρα μου το κίνητρο για περαιτέρω έρευνα και κατανόηση της ρητορικής και της συμπεριφοράς των γειτόνων μας. Δεν είμαι επαγγελματίας διεθνολόγος ή ιστορικός ούτε και εργάζομαι ως αναλυτής ή δημοσιογράφος. Είμαι ένας άνθρωπος που έχει ζήσει στην Τουρκία, έχει έρθει σε επαφή με την νοοτροπία και την κουλτούρα του γειτονικού μας λαού και πιστεύω ότι αυτή μου η εμπειρία μπορεί να έχει την χρησιμότητά της. Σε κάθε περίπτωση, έχω και την όρεξη και την διάθεση να συζητήσω οτιδήποτε και θα ήταν χαρά μου να δεχτώ σχόλια, παρατηρήσεις ακόμη και διορθώσεις εάν χρειάζεται.

Το ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων παραμένει πάντοτε ενδιαφέρον κι επίκαιρο όπως επίσης και η συγκρουσιακή πορεία του Ισλάμ έναντι του Χριστιανισμού και της Ευρώπης. Η Τουρκία και το Ισλάμ είναι ο πλέον επίκνδυνος εχθρός του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής και σκέψης και είναι δεδομένο πως η Ευρώπη για άλλη μια φορά θα μετατραπεί σε ένα απέραντο πεδίο πολιτικής, κοινωνικής, πολιτισμικής και ιδεολογικής μάχης. Δεν γνωρίζω εκ προιμίου ποια θα είναι η εξέλιξη των πραγμάτων. Εκείνη που γνωρίζω είναι σφοδρότητα με την οποία επιτεθούν τα δύο στρατόπεδα το ένα στο άλλο.

Για την ώρα, ας μείνουμε σε απόψεις και εκτιμήσεις. Ακολουθεί η λίστα όλων των άρθρων μου με χρονολογική σειρά:

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

Ο φερετζές της υποκρισίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων

 


Ο μουσουλμανικός πληθυσμός στην Ευρώπη, σύμφωνα με τι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, δεν ξεπερνά το 6% σε σύνολο πληθυσμού που αγγίζει περίπου τα 500 εκατομμύρια· κι αν το ποσοστό αυτό μάς φαίνεται μικρό ή ασήμαντο, οι ισλαμικές οργανώσεις που εδρεύουν και δρουν σε ευρωπαϊκό έδαφος - καθ’ υπόδειξη κυρίως της Άγκυρας, φροντίζουν να μας υπενθυμίζουν διαρκώς το μέγεθος της... «αναστάτωσης» που μπορούν να προκαλούν τώρα και στο μέλλον, με την δυναμική που αναπτύσσουν για την διασφάλιση των δικαιωμάτων και την ικανοποίηση των ολοένα κι αυξανόμενων απαιτήσεων των μουσουλμάνων που ζουν ή φιλοξενούνται στη Γηραιά Ήπειρο. Μια δυναμική που απαξιώνει και αγνοεί επιδεικτικά τις θρησκευτικές / φιλοσοφικές / ιδεολογικές / πολιτισμικές και πολιτικές παραδόσεις και δομές των ευρωπαϊκών χωρών και λαών.

Η αλήθεια είναι πως το όλο ζήτημα των ισλαμικών απαιτήσεων δεν είναι σαφές κι απόλυτα οριοθετημένο, αν λάβουμε υπόψη μας τις όποιες κοινωνικοπολιτικές τους προεκτάσεις που είναι διαφορετικές από χώρα σε χώρα και, εκ των συνθηκών, παρατηρούνται πολλές ποιοτικές διαφορές. Αυτές ακριβώς οι διαφορές και ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται αυτές οι απαιτήσεις, αποτελούν πρόκληση για τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και σκέψης όμως, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε τα ιδιαίτερα ιστορικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά των μουσουλμανικών πληθυσμών κατά τόπους και κατά περίπτωση έτσι, ώστε οι άνθρωποι αυτοί να μην αισθάνονται περιθωριοποιημένοι ή πολίτες β’ διαλογής, όπως αισθάνονται οι μειονότητες στην Τουρκία για παράδειγμα. Μέχρι εδώ καλά.

Αφορμή για τη συγγραφή αυτού του άρθρου, αποτελεί η πρόσφατη αποτυχημένη προσπάθεια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου - και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε συνεργασία με το Φόρουμ των Ευρωπαϊκών Μουσουλμανικών Οργανώσεων Φοιτητών και Νέων (FEMYSO), να «επιμορφώσουν» και να «διαφωτίσουν» τις ευρωπαϊκές κοινωνίες αναφορικά με τον σεβασμό του δικαιώματος των μουσουλμάνων να εκδηλώνουν ελεύθερα την θρησκευτική και πολιτισμική τους ταυτότητα, την διαφορετικότητά τους δηλαδή, προβάλλοντας ως ευρωπαϊκό αξιακό σύμβολο την ισλαμική μαντίλα με συνθήματα τύπου: «hijab is freedom» και «joy is hijab»(!)

Δικαιολογημένα η δράση αυτή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και στην χώρα μας, με ένα μεγάλο ερωτηματικό για τις ευθύνες εκείνων των θεσμικών παραγόντων που δήθεν λειτουργούν με γνώμονα το ευρωπαϊκό σύστημα κανόνων, αρχών κι αξιών. Αυτή όμως είναι μία και μόνη παράμετρος. Θεωρητική.

Επί του πρακτέου, οφείλουμε να γνωρίζουμε αν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αγνοούν τις σχέσεις της εν λόγω οργάνωσης με την Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας (DIYANET), την IGMG (τούρκοι ισλαμοφασίστες), την Μουσουλμανική Αδελφότητα και άλλες οργανώσεις-ομάδες που έχουν χαρακτηριστεί ως τρομοκρατικές καθώς, και τι ποσά της έχουν καταβληθεί από πλευράς Ε.Ε. και για ποιον σκοπό. Διότι, απ’ ό,τι φαίνεται, όλοι γνωρίζουν και κανένας μιλάει και κανένας δεν δοκιμάζει να κάνει απολύτως τίποτε…!

Υπάρχει βέβαια και η ανθρώπινη διάσταση. Ό,τι ακριβώς εκμεταλλεύεται όλος εκείνος ο συρφετός των αλληλέγγυων και των δικαιωματιστών που οι ισλαμιστές τους έχουν πιάσει - κατά το κοινώς λεγόμενο - κότσο. Οι αντιπρόσωποι αυτοί του τίποτα, αυτοπροβάλλονται «προοδευτικοί» και «φιλελεύθεροι» και αντιμετωπίζουν όλους εμάς τους υπόλοιπους ως οπισθοδρομικούς, ξεπερασμένους, φοβικούς και τα λοιπά. Και δεν τους περνά καν από το μυαλό ότι όλοι οι άνθρωποι, μουσουλμάνοι, βουδιστές, χριστιανοί, ινδουιστές, άθεοι ή ό,τι άλλο, είναι πρόθυμοι να δείξουν και δείχνουν τον ίδιο σεβασμό που απολαμβάνουν από τους γύρω τους, δεν επιτρέπουν στις όποιες διαφορές να δημιουργούν στεγανά κι εντάσεις, κι ούτε εξ υφαίνουν θεωρίες συνωμοσίας. Όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι έχουν τα ίδια σχέδια, τα ίδια όνειρα, τις ίδιες ελπίδες και τα ίδια θέλω: Να ζήσουν μία καλή κι αξιοπρεπή ζωή για εκείνους και για τα παιδιά τους.

Το πράγμα χαλάει από όσους αντιλαμβάνονται το περιβάλλον τους με άλλο μάτι. Από εκείνους που έχουν άλλες επιδιώξεις και εξυπηρετούν πολύ συγκεκριμένες σκοπιμότητες. Και το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Ισλαμικών Νεολαίων είναι ένας τέτοιος χώρος, με τα μέλη του να μην σέβονται τίποτε και κανέναν στην ετσιθελική προώθηση της πολιτικής του ατζέντας! Και δεν έχουμε κανέναν απολύτως λόγο να αμφιβάλλουμε ότι εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο του λεγόμενου υβριδικού πολέμου που διεξάγει η Τουρκία με κάθε τρόπο και μέσο έναντι της Ευρώπης. Το περίεργο είναι πως θεσμικά όργανα της Ε.Ε. δείχνουν πρόθυμα στην υιοθέτηση αυτής της πολιτικής ατζέντας...

Η αντίδραση της νεοεκλεγείσας τουρκάλας προέδρου του Φόρουμ, Hande Taner, είναι ενδεικτική κι άκρως αποκαλυπτική. Μετά την αποτυχημένη διαφημιστική εκστρατεία ανάδειξης της ισλαμικής κουλτούρας ως «σημαίνοντος» στοιχείου της «ευρύτερης» ευρωπαϊκής ταυτότητας, καθ’ υπόδειξη της Άγκυρας (για θυμηθείτε πόσες φορές ο ίδιος ο πρόεδρος Ερντογάν έχει εκφραστεί ανάλογα...), εξαπολύει μύδρους εναντίον των «ευρωπαίων (γάλλων) υποκριτών» (sic) που – πάντα κατά την ίδια – προάγουν με τις ενέργειές τους τις διακρίσεις εις βάρος των μουσουλμάνων και τη μισαλλοδοξία.

Η κ. Taner άρπαξε την ευκαιρία που της παρουσιάστηκε για να παραδώσει μαθήματα περί σεβασμού πολιτικών (όπως αντιλαμβάνεστε η θρησκεία χρησιμοποιείται πάντα προσχηματικά) και ανθρωπίνων δικαιωμάτων· «προοδευτικότητας» κι αλληλεγγύης. Όμως, δεν την ακούσαμε και δεν την είδαμε ποτέ να επιδεικνύει την ίδια σπουδή για τα όσα συμβαίνουν στην Τουρκία, την χώρα καταγωγή της, κατά παράβαση κάθε λογικής και έννοιας δικαίου, όπως στην περίπτωση του Σελαχατίν Ντεμιρτάς ή του Οσμάν Καβαλά και τόσων χιλιάδων άλλων πολιτικών κρατουμένων ή για τις απαγορεύσεις εισόδου στη χώρα και τις απελάσεις με συνοπτικές διαδικασίες ευρωπαίων πολιτών με καταγωγή από τον Πόντο και άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας χωρίς κανένα απολύτως αιτιολογικό!

Ακόμη περισσότερο; Δεν έχει εκφραστεί ποτέ για τα όσα μύρια περνούν και υποφέρουν χριστιανοί, βουδιστές και ινδουιστές από μουσουλμανικές πλειοψηφίες στην Αφρική και την νοτιοανατολική Ασία.

Μας κουνάει το δάχτυλο λέγοντάς μας πως ο καθένας έχει δικαίωμα να φοράει ό,τι θέλει, όπου θέλει. Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς, γιατί αυτό το δικαίωμα δεν το έχουν οι χριστιανοί στην Τουρκία και σε άλλες μουσουλμανικές χώρες με κίνδυνο μάλιστα, σε αντίθετη περίπτωση, να υποστούν λεκτική ή άλλη επίθεση από τον όποιο τυχαίο παρανοϊκό αν έστω τύχει να δει κρεμασμένο τον σταυρό στον λαιμό;

Θα πρότεινα στην κ. Taner και σε κάθε άλλη κ. Taner, που επιδιώκει να έχει λόγο και ρόλο, να χτίσει το πολιτικό της κεφάλαιο πάνω στην αλήθεια. Γνωρίζω όμως εκ προοιμίου ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο μια και η ισλαμική αλήθεια είναι μία βρώμικη υπόθεση! Κι εδώ στην Ευρώπη το έχουμε δει, το βλέπουμε, το έχουμε ζήσει, το ζούμε και το βιώνουμε πολύ καλά… Αν παρά ταύτα ασφυκτιά και αποζητά περισσότερο χώρο κι ελευθερία, να ανασάνει λίγο η γυναίκα, μπορεί κάλλιστα να μετοικήσει στην χώρα καταγωγής της ή να εγκατασταθεί στο Ομάν, τη Σ. Αραβία, το Ιράκ, το Ιράν, το Πακιστάν ή και το Αφγανιστάν ακόμη. Απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω η ποιότητα δημοκρατίας εκεί ξεπερνά κατά πολύ τα ευρωπαϊκά στάνταρντς. Είμαι σίγουρος ότι θα έβρισκε την ευτυχία και θα ένιωθε πιο ελεύθερη και πιο ασφαλής.

Ας μιλήσουμε σοβαρά. Το Ισλάμ δεν είναι συμβατό με τις ευρωπαϊκές αξίες και μάταια προσπαθούν κάποιοι να μας πείσουν για το αντίθετο. Επιπλέον, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι θεσμοί προβληματικοί και δεν αντικατοπτρίζουν σε καμία περίπτωση τον ευρωπαϊκό πολιτισμό στα πολιτικά και κοινωνικά τεκταινόμενα του ευρωπαϊκού χώρου αλλά και πέραν αυτού. Ούτε και μπορούν να διαρρυθμίσουν ένα ασφαλές και ποιοτικό περιβάλλον (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, όπως το αντιλαμβάνεται ο καθένας μας) για τους πολίτες της ΕΕ και για όλους όσους ζουν νόμιμα εδώ, είτε είναι μουσουλμάνοι, χριστιανοί, άθεοι ή παγανιστές.

Τα ερωτήματα είναι συγκεκριμένα και έχουμε κάθε δικαίωμα να γνωρίζουμε:

  • Τι επιχορηγήσεις έχουν λάβει αυτές οι οργανώσεις και για ποιόν σκοπό;
  •  
  • Για ποιό λόγο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί συνδιαλέγονται μαζί τους και ποιό το διακύβευμα;
  •  
  • Επίσης, ποιό είναι το όφελος που αναμένεται να απολαύσουν τα κράτη μέλη και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες από αυτή τη ... συναλλαγή;

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2021

Η σημασία της Συνόδου των G-20 για την Ελλάδα

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

 


Η Σύνοδος των G-20 στην Ρώμη τελείωσε και τα πρώτα συμπεράσματα μπορεί να εξαχθούν. Στο γενικό επίπεδο και αυτή η Σύνοδος έδειξε ότι ο θεσμός των G-20 έχει αρχίσει να χάνει την σημασία που είχε, πριν από είκοσι χρόνια.

Όταν οι G-20 ξεκίνησαν το 1999, οι ΗΠΑ ήταν η μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη. Σήμερα υπάρχει η Κίνα και η συμπόρευση της με την Ρωσία που διαμορφώνουν ένα διαφορετικό διεθνές περιβάλλον. Και οι δύο απουσίαζαν από τη Ρώμη.

Επίσης θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ομάδα BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική) δεν υφίσταται πλέον ως οντότητα. Η Κίνα και η Ρωσία ακολουθούν τον δικό τους δρόμο, η Ινδία προσανατολίζεται στο να διευρύνει τις σχέσεις της με τη Δύση, ενώ η Βραζιλία και η Νότια Αφρική δεν θεωρούνται σημαντικές δυνάμεις στους διεθνείς συσχετισμούς.

Στα προηγούμενα θα πρέπει να προστεθεί και το θέμα των νέων συνθηκών που διαμορφώνονται την εποχή της πανδημίας. Τα ταξίδια, ακόμα και σε επίπεδο ηγετών, περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι. Η απουσία κάποιων ηγετών δείχνει και την σημασία που δίνουν σε συγκεκριμένες συνόδους.

Με τα δεδομένα αυτά, στη Ρώμη οι ΗΠΑ και η ΕΕ ήθελαν να δείξουν ότι μπορεί να προχωρήσουν τα θέματα του κλίματος, των εμβολίων και της οικονομικής ανάκαμψης, ακόμα και χωρίς την παρουσία της Κίνας και της Ρωσίας. Η Δύση θέλει να δείξει ότι μπορεί να προχωρήσει με αυτές, ή χωρίς αυτές τις χώρες, αλλά όχι ενάντια σε αυτές τις χώρες. Σε αυτό το γενικότερο πλαίσιο, υπήρξαν εξελίξεις που σχετίζονται άμεσα με την Ελλάδα.

Οι κινήσεις της Τουρκίας

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν, πραγματοποίησε μια σειρά επαφών με άλλους ηγέτες κατά την διάρκεια της Συνόδου στη Ρώμη. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αμερικανό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν. Ήταν μια δύσκολη συνάντηση. Ο Τζο Μπάιντεν έθεσε ένα σύνολο θεμάτων που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου και την λειτουργία της δημοκρατίας στη Τουρκία, για τα οποία διευκρίνισε ότι θα συνεχίσει να τα θίγει και στο μέλλον.

Σε ότι αφορά το θέμα της προμήθειας νέων αεροπλάνων F-16, ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκαθάρισε ότι το θέμα βρίσκεται σε μια διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Η διαδικασία περιλαμβάνει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το Κογκρέσο και τον Λευκό Οίκο. Αυτό που πρέπει να έγινε σαφές είναι ότι ο Λευκός Οίκος θα ακολουθήσει την γνωμοδότηση του Κογκρέσου, στο οποίο οι συσχετισμοί δεν είναι ευνοϊκοί για την Τουρκία.

Στο θέμα του συστήματος S-400 οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι διαφωνούν, με τον Τζο Μπάιντεν να στηρίζει την θέση του Κογκρέσου ότι το αυτό το αντιαεροπορικό σύστημα δεν πρέπει να παραμείνει στην Τουρκία. Εκτός από το συγκεκριμένο και οι δύο πλευρές κράτησαν τις θέσεις τους για τα θέματα της Ανατολικής Μεσογείου και της υπόθεσης του Οσμάν Καβαλά.

Συμπερασματικά, η Άγκυρα δεν φαίνεται να κέρδισε κάτι συγκεκριμένο από αυτή τη συνάντηση.

Ο Τούρκος πρόεδρος είχε επίσης διμερείς συναντήσεις με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, τον Ολλανδό πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε, τον Ιταλό πρωθυπουργό Μάριο Ντράγκι, τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ.

Όσο για την συνομιλία του με τον Γάλλο πρόεδρο Μακρόν, έγινε ιδιαίτερη αναφορά στην Λιβύη και στην διεθνή διάσκεψη που ετοιμάζεται να οργανώσει το Παρίσι στις 12 Νοεμβρίου. Παράλληλα, συζητήθηκε και η κατάσταση στο Αφγανιστάν και την Συρία. Συζήτησε ακόμη την πρότασή του για τη συγκρότηση ενός εξαμερούς οργανισμού, με τη συμμετοχή της Γεωργίας, του Ιράν, της Ρωσίας, του Αζερμπαϊτζάν, της Τουρκίας και της Αρμενίας που θα επικεντρωθεί "στην ειρήνη και την ευημερία" στον Νότιο Καύκασο. Υπενθύμισε ότι η πρόταση αυτή έχει ήδη υποβληθεί από τον πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν, αλλά η Γεωργία εμφανίζεται προς το παρόν αρνητική σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ο Τούρκος πρόεδρος εξέφρασε την ανησυχία του για την πώληση γαλλικών όπλων στην Ελλάδα, αλλά δεν προχώρησε περισσότερο.

Η διμερής συνάντηση του με τον Ιταλό πρωθυπουργό Μάριο Ντράγκι, είχε αντικείμενο κυρίως οικονομικά θέματα που αφορούν την αμυντική βιομηχανία και τις εμπορικές συναλλαγές των δύο χωρών. Η συζήτηση επεκτάθηκε και στα θέματα του Αφγανιστάν και της Λιβύης, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Συζητήθηκε επίσης η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και ΕΕ και ο ρόλος που μπορεί να παίξει η Τουρκία.

Από όλες αυτές τις συναντήσεις η Τουρκία διασφάλισε μια εξομάλυνση των σχέσεων της με διάφορες πλευρές, μέχρι την επόμενη κρίση που θα περιλαμβάνει την ΕΕ.

Ο ρόλος της Γαλλίας

Ωστόσο, ο πρωταγωνιστής της Συνόδου είναι ο Εμμανουέλ Μακρόν. Ένα μήνα μετά το AUKUS, η Γαλλία διαμορφώνει έναν άξονα με τις ΗΠΑ από τα θέματα άμυνας μέχρι αυτά της τεχνολογίας. Ταυτόχρονα, ετοιμάζεται να διατυπώσει μια νέα στρατηγική για την Αφρική.

Για τον Τζο Μπάιντεν και την κυβέρνηση του δύο ήταν οι προτεραιότητες της Συνόδου. Πρώτον, η συνάντηση στο Βατικανό με τον Πάπα που είχε προσωπικό και πολιτικό ενδιαφέρον και για τους δύο. Δεύτερον, η επιδιόρθωση μετά από ενάμιση μήνα του ρήγματος με τη Γαλλία που προκλήθηκε από την εξαγγελία του AUKUS.

Το Κοινό ανακοινωθέν Ουάσιγκτον και Παρισιού-εκτενές και λεπτομερές- δεν αφήνει αμφιβολίες ότι ο στόχος επιτεύχθηκε. Οι Αμερικανοί συναινούν σε μια σειρά διμερείς πρωτοβουλίες: κλίμα, ενέργεια, τεχνολογία, διάστημα, εμπόριο. Σε ότι αφορά την τρομοκρατία, οι ΗΠΑ θα θέσουν στη διάθεση της Γαλλίας νέους πόρους για να βοηθήσουν στο Σαχέλ και ειδικότερα στο Νίγηρα. Σε ότι αφορά την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα, η Ουάσιγκτον την στηρίζει θεωρώντας την συμπληρωματική του ΝΑΤΟ. 

Τα προηγούμενα δείχνουν ότι η Γαλλία εγκαθίδρυσε έναν προνομιακό άξονα συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Η αμέσως επόμενη κίνηση του Μακρόν, ήταν η σύγκλιση σ διάσκεψης χωρών της ΕΕ (χωρίς πρόσκληση στην οικοδέσποινα Ιταλία) και της Αφρικανικής Ένωσης, με στόχο την ανάσχεση της διείσδυσης της Κίνας και της Ρωσίας στην Αφρική.

Οι εξελίξεις γύρω από τη Γαλλία επιβεβαιώνουν ότι η αμυντική συμφωνία Ελλάδας-Γαλλίας, η πώληση γαλλικών όπλων στην Ελλάδα και ο ρόλος που θέλει να παίξει το Παρίσι στην Ανατολική Μεσόγειο κινούνται πλέον και τυπικά, μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας και του νέου άξονα Γαλλίας και ΗΠΑ.