Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Legality vs Revisionism: A response to “Equitable Maritime Delimitation between Turkey and Greece” / Νομιμότητα έναντι Αναθεωρητισμού: Απάντηση στη “Δίκαιη θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας”

🏴󠁧󠁢󠁥󠁮󠁧󠁿 

The recently published article by Dr. Serhat Süha Çubukçuoğlu, seeks to reconstruct the legal framework that should govern maritime zones between Greece and Turkey, advancing a purportedly “equitable” and “geographically realistic” approach. However, behind the technical terminology and selective citation of case law, the article adopts arguments that are not merely alternative legal interpretations but reiterate core positions of Turkish state revisionism, often in a misleading manner. The methodology of the text does not aim at equitable delimitation but at shifting the discourse from legally recognized entitlements to negotiable “sharing.”

The Invocation of the Alleged 2003 Agreement and the Deliberate Omission of Critical Data

A key feature of the article is its reference to the alleged Greece-Turkey approach of 2003, attributed to the then Greek goverment and presented as evidence that Greece supposedly accepted a differentiated application of law in the Aegean. This reference is misleading. Even if it is accepted that discussions or a draft political agreement took place, they concerned exclusively the breadth of territorial waters in the Aegean (6 vs. 12 nautical miles) and did not include provisions regarding the continental shelf or the Exclusive Economic Zone (EEZ). Omitting this decisive element distorts the legal significance of the example and creates the false impression that Greece had accepted a limitation of the islands’ rights to maritime zones beyond territorial waters.

“Land Dominates the Sea” and the Misuse of a Legal Principle

A central pillar of the article’s argumentation is the invocation of the principle that “land dominates the sea.” As articulated in International Court of Justice (ICJ) jurisprudence, this principle refers to the fact that maritime zones derive from sovereignty over land. It does not support, nor suggest, that a State deprive an insular territory of its maritime entitlements merely because it is situated near or on the geological continental shelf of another State. Nevertheless, the article arbitrarily distorts the principle, claiming that Greek islands east of the 25th meridian “sit on the Turkish continental shelf” and therefore cannot generate maritime zones.

This position is not merely a controversial interpretation; it constitutes a direct violation of Article 121 of the United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS), which accords islands the same rights to the continental shelf and EEZ as mainland coasts, except for rocks explicitly excluded under Article 121(3). Geological continuity of the seabed is not a legal criterion for the existence of rights after the establishment of the 200-nautical-mile rule, as explicitly confirmed in the Libya/Malta case (ICJ, 1985).

The Rejected “Cut-Off” Theory

The proposal to reduce territorial waters to 3 nautical miles east of 25°E does not constitute a technical adjustment but revives a practice repeatedly rejected by international jurisprudence. The logic that islands should not generate maritime zones because they “cut off” another State’s access to the sea is known as the cut-off effect and has been legally deemed unacceptable. In Nicaragua v. Colombia (ICJ, 2012), the Court expressly rejected the notion that the geographic position of islands could nullify their rights, even when adjustments are made for proportionality.

The full or near-complete deprivation of rights due to proximity to another coast has no basis in international practice.

“Grey Zones” as a Political Doctrine, Not a Legal Concept

Particularly problematic is the article’s adoption of the concept of “152 grey zones” and the proposal for their “division.” This terminology does not constitute a neutral academic concept. It derives directly from the official position of the Turkish Ministry of Foreign Affairs, which refers to “islands, islets, and rocks not ceded to Greece.” It is a political doctrine that seeks to create a permanent reservoir of contested Greek sovereingty, despite the fact that the status of Aegean islands has been clearly determined by the Treaties of Lausanne and Paris.

When a journal, affiliated with an academic institution such as Johns Hopkins, employs the term “grey zones” and discusses their division as a purportedly technical solution, it does not engage in neutral theoretical debate. It contributes to legitimizing the core Turkish revisionist position, that there exists a category of Greek territory with disputed sovereignty, potentially subject to future negotiation. This contradicts the fundamental principle of international law that sovereignty precedes delimitation and is not subject to division.

Recapitulation

Equity: is not an independent source of law nor a tool to redistribute sovereignty or entitlements, but a method applied at the final stage of maritime delimitation. Equity does not precede legal entitlements.

Greek-Turkish 2003 Discussions: There is no binding international agreement between Greece and Turkey from 2003. Any informal discussions did not produce opinio juris, cannot be considered state practice, and never addressed the continental shelf or EEZ.

Land Dominates the Sea: Geological continuity is no longer a legal criterion under UNCLOS. The idea that islands “sit on another state’s continental shelf” has no legal basis.

UNCLOS Article 121 and Islands: All islands (except rocks under 121§3) are entitled to territorial sea, continental shelf, and EEZ.

Cut-off Effect: International jurisprudence rejects the notion that the “cut-off” effect nullifies rights, while allowing limited adjustments for proportionality.

Grey Zones: “Grey zones” do not exist under international law.

Sovereignty: precedes delimitation and cannot be subjected to equitable sharing.

Conclusion

Dr. Çubukçuoğlu’s article does not propose an equitable solution, but a revisionist reordering of the legal framework, based on selective application of principles, omission of critical elements, and adoption of terminology originating from state propaganda. The Greek position, in contrast, does not require special treatment. It requires the application of universally recognized international rules: full recognition of legal rights and delimitation based on proportionality and equity, not preemptive deprivation. Any solution founded on the logic of “sharing” sovereignty rather than delimiting entitlements does not constitute compromise but institutionalizes dispute.

 

*

🇬🇷 

Το πρόσφατα δημοσιευμένο άρθρο του Δρ. Serhat Süha Çubukçuoğlu επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το νομικό πλαίσιο που - κατά τον συγγραφέα, θα έπρεπε να διέπει τις θαλάσσιες ζώνες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, προβάλλοντας μια προσέγγιση η οποία αυτοχαρακτηρίζεται ως "δίκαιη" και "γεωγραφικά ρεαλιστική". Πίσω, ωστόσο, από την τεχνική ορολογία και την επιλεκτική επίκληση της διεθνούς νομολογίας, το άρθρο υιοθετεί θέσεις που δεν συνιστούν απλώς εναλλακτική νομική ερμηνεία, αλλά αναπαραγωγή του τουρκικού κρατικού αναθεωρητισμού, με τρόπο συστηματικό και παραπλανητικό. Η μεθοδολογική του στόχευση δεν είναι η επίτευξη δίκαιης οριοθέτησης κατά το διεθνές δίκαιο, αλλά η μετατόπιση της συζήτησης από νομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα σε μια λογική διαπραγματεύσιμης κατανομής.

Η επίκληση της υποτιθέμενης προσέγγισης του 2003 και η αποσιώπηση κρίσιμων στοιχείων

Κομβικό σημείο της επιχειρηματολογίας του άρθρου αποτελεί η αναφορά στη φερόμενη ελληνοτουρκική "προσέγγιση" του 2003, η οποία αποδίδεται στην τότε ελληνική κυβέρνηση και προβάλλεται ως ένδειξη αποδοχής από την Ελλάδα μιας δήθεν διαφοροποιημένης εφαρμογής του διεθνούς δικαίου στο Αιγαίο. Η αναφορά αυτή είναι ουσιωδώς παραπλανητική. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι έλαβαν χώρα διερευνητικές συνομιλίες ή συζητήσεις πολιτικού χαρακτήρα, αυτές αφορούσαν αποκλειστικά το εύρος των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο (6 έναντι 12 ναυτικών μιλίων) και ουδέποτε περιέλαβαν ρυθμίσεις σχετικές με την υφαλοκρηπίδα ή την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η σκόπιμη αποσιώπηση του κρίσιμου αυτού στοιχείου αλλοιώνει τη νομική βαρύτητα του παραδείγματος και δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ότι η Ελλάδα είχε αποδεχθεί περιορισμό των δικαιωμάτων των νησιών πέραν των χωρικών υδάτων, κάτι που ουδέποτε συνέβη.

"Η ξηρά κυριαρχεί επί της θάλασσας" και η καταχρηστική επίκληση της νομολογίας

Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας του άρθρου είναι η επίκληση της αρχής ότι "η ξηρά κυριαρχεί επί της θάλασσας". Στη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η αρχή αυτή σημαίνει ότι οι θαλάσσιες ζώνες αντλούν τη νομική τους βάση από την κυριαρχία επί της ξηράς. Δεν υποδηλώνει ούτε επιτρέπει τη στέρηση θαλάσσιων δικαιωμάτων από νησιωτικό έδαφος λόγω της γεωγραφικής εγγύτητάς του ή της γεωλογικής του σχέσης με την υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους.

Παρά ταύτα, στο άρθρο παραποιείται αυτή η αρχή, υποστηρίζοντας ότι τα ελληνικά νησιά ανατολικά του 25ου μεσημβρινού "εδράζονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα" και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να παράγουν αυτοτελείς θαλάσσιες ζώνες.

Η θέση αυτή δεν συνιστά απλώς αμφιλεγόμενη ερμηνεία, αλλά ευθεία παραβίαση του άρθρου 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο αναγνωρίζει στα νησιά πλήρη δικαιώματα χωρικής θάλασσας, υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, με μοναδική εξαίρεση τους βράχους του άρθρου 121 παρ. 3. Η γεωλογική συνέχεια του βυθού έχει παύσει να αποτελεί νομικό κριτήριο για τη γένεση θαλάσσιων δικαιωμάτων μετά την καθιέρωση του κανόνα των 200 ναυτικών μιλίων, όπως ρητώς επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Λιβύη/Μάλτα (1985).

Η απορριφθείσα θεωρία του "αποκλεισμού"

Η πρόταση περιορισμού των χωρικών υδάτων στα 3 ναυτικά μίλια ανατολικά του 25ου μεσημβρινού δεν συνιστά τεχνική προσαρμογή, αλλά αναβίωση πρακτικής που έχει κατ’ επανάληψη απορριφθεί από τη διεθνή νομολογία. Η άποψη ότι τα νησιά δεν θα πρέπει να παράγουν θαλάσσιες ζώνες επειδή "αποκλείουν" την πρόσβαση άλλου κράτους στη θάλασσα - το λεγόμενο cut-off effect - έχει κριθεί νομικά απαράδεκτη.

Στην υπόθεση Νικαράγουα κατά Κολομβίας (2012), το Δικαστήριο απέρριψε ρητώς την ιδέα ότι η γεωγραφική θέση των νησιών μπορεί να μηδενίσει τα δικαιώματά τους, ακόμη και όταν γίνονται περιορισμένες προσαρμογές για λόγους αναλογικότητας. Η πλήρης ή σχεδόν πλήρης αποστέρηση δικαιωμάτων λόγω εγγύτητας προς άλλη ακτή δεν βρίσκει έρεισμα στη διεθνή πρακτική.

Οι "γκρίζες ζώνες" ως πολιτικό δόγμα

Ιδιαίτερα προβληματική είναι η υιοθέτηση της έννοιας των "152 γκρίζων ζωνών" και η πρόταση περί "διαίρεσής" τους. Ο όρος αυτός δεν συνιστά ουδέτερη ακαδημαϊκή αντίληψη ή έννοια. Περιγράφει την επίσημη ρητορική του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο δόγμα διαρκούς και συστηματικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας, παρά το γεγονός ότι το καθεστώς των νήσων του Αιγαίου έχει καθοριστεί με σαφήνεια από τις Συνθήκες της Λωζάννης και των Παρισίων

Η χρήση του όρου από ακαδημαϊκό περιοδικό συνδεδεμένο με πανεπιστημιακό ίδρυμα, όπως το Johns Hopkins, δεν συνιστά αμερόληπτη θεωρητική προσέγγιση. Αντιθέτως, συμβάλλει στη νομιμοποίηση του τουρκικού αναθεωρητισμού, σύμφωνα με τον οποίο υφίσταται ελληνικό έδαφος αμφισβητούμενης κυριαρχίας. Η θέση αυτή αντιβαίνει στη θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου ότι η κυριαρχία προηγείται της οριοθέτησης και δεν αποτελεί αντικείμενο διαίρεσης ή "συνεκμετάλλευσης".

Συμπερασματικές επισημάνσεις

* Η "ευθυδικία" δεν αποτελεί αυτοτελή πηγή δικαίου ούτε μηχανισμό ανακατανομής κυριαρχίας ή δικαιωμάτων, αλλά μέθοδο εφαρμοζόμενη στο τελικό στάδιο της θαλάσσιας οριοθέτησης.

Δεν υφίσταται δεσμευτική διεθνής συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας από το 2003. Τυχόν άτυπες συζητήσεις δεν παρήγαγαν opinio juris, δεν μπορούν να θεωρηθούν κρατική πρακτική και ουδέποτε αφορούσαν την υφαλοκρηπίδα ή την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η γεωλογική συνέχεια δεν συνιστά πλέον νομικό κριτήριο υπό το ισχύον δίκαιο της θάλασσας. Η αντίληψη ότι νησιά «εδράζονται στην υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους» στερείται νομικής βάσης.

Όλα τα νησιά, πλην των βράχων που εμπίπτουν στο άρθρο 121 παρ. 3, δικαιούνται χωρική θάλασσα, υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η διεθνής νομολογία απορρίπτει την άποψη ότι το λεγόμενο "cut-off effect" μπορεί να αναιρεί θαλάσσια δικαιώματα, επιτρέποντας μόνον περιορισμένες προσαρμογές για λόγους αναλογικότητας.

* Οι λεγόμενες "γκρίζες ζώνες" δεν υφίστανται στο διεθνές δίκαιο.

* Η κυριαρχία προηγείται της οριοθέτησης και δεν αποτελεί αντικείμενο "δίκαιης κατανομής".

Επίλογος

Το άρθρο του Δρ. Çubukçuoğlu δεν προτείνει μια πραγματικά δίκαιη λύση, αλλά εκφράζει μια αναθεωρητική ερμηνεία του νομικού πλαισίου, βασισμένη σε επιλεκτική εφαρμογή αρχών, αποσιώπηση κρίσιμων στοιχείων και υιοθέτηση ορολογίας που προέρχεται από επίσημη τουρκική κρατική προπαγάνδα. Η ελληνική θέση, αντίθετα, δεν απαιτεί ειδική μεταχείριση. Απαιτεί την εφαρμογή των καθολικά αναγνωρισμένων διεθνών κανόνων: πλήρη αναγνώριση των νομικών δικαιωμάτων και οριοθέτηση με βάση την αναλογικότητα και την ευθυδικία, και όχι προληπτική στέρησή τους. Οποιαδήποτε λύση θεμελιώνεται στη λογική του "μοιράσματος" της κυριαρχίας αντί της οριοθέτησης δικαιωμάτων δεν συνιστά συμβιβασμό, αλλά θεσμοποιεί τη διαφορά.

 

 *

 

 

References:

1. R.R. Churchill & A.V. Lowe, The Law of the Sea 3rd ed. (Manchester Univ. Press 1999).

2. D. Rothwell & T. Stephens, The International Law of the Sea 2nd ed. (Hart 2016).

3. B.J.C. McGrath, The Legal Regime of Islands in International Law (Brill | Nijhoff 2018).

4. Cihat Yaycı, Doğu Akdeniz’in Paylaşım Mücadelesi ve Türkiye 1st ed. (Kırmızı Kedi Yayınevi 2020).

5. Serhat Süha Çubukçuoğlu, Turkey’s Naval Activism: Maritime Geopolitics and the Blue Homeland Concept 1st ed., Palgrave Studies in Maritime Politics and Security (Palgrave Macmillan 2023).

6. Angelos Syrigos & Thanos Dokos, Atlas of Greek-Turkish Relations (Kathimerini, n.d.).

7. Serhat Süha Çubukçuoğlu, “Rethinking Equitable Maritime Delimitation between Türkiye and Greece,” SAIS Review (Jan. 2026).

8. J.C. Daughton, “Equity in Maritime Boundary Delimitation,” Tul. J. Int’l & Comp. L. (2025).

9. C.H. Schofield, “Equity and Delimitation,” Int’l J. Marine & Coastal L. 32 (2017): 1–28.

10. Juan Luis Suárez de Vivero & Juan Carlos Rodríguez Mateos, “Maritime Europe and EU Enlargement: A Geopolitical Perspective,” Marine Policy 30, no. 2 (2006): 167–72, https://doi.org/10.1016/j.marpol.2004.11.002.

11. Çiğdem Göksel et al., “An Analysis of the Aegean Coastline Using Remotely Sensed Imagery,” Int’l Symposium on Remote Sensing and Integrated Technologies (1999): 361–68.

12. Stephen A. Gallota, “A 12-NM Greek Territorial Sea: Is Transit Passage Safe?” U.S. Naval War College (May 18, 2001), https://apps.dtic.mil/sti/tr/pdf/ADA393368.pdf.

13. Christos Rozakis, “What Greece Had Agreed with Turkey under Simitis,” eKathimerini (Athens, Oct. 31, 2025), https://www.ekathimerini.com/opinion/1285311/what-greece-had-agreed-with-turkey-under-simitis/.

14. Ifri, “Mavi Vatan (‘Blue Homeland’): The Origins, Influences, and Limits of an Ambitious Doctrine for Turkey” (Apr. 2021).

15. Center for International Maritime Security, “The Mavi Vatan Doctrine and Blue Homeland Anthem: Turkey’s Maritime Worldview” (2021).

16. War on the Rocks, “Blue Homeland: The Politics Behind Turkey’s New Maritime Strategy” (June 2020).

17. Nikos Tsafos, “Getting East Med Energy Right,” Commentary, Center for Strategic and International Studies (CSIS) (Oct. 26, 2020), https://www.csis.org/analysis/getting-east-med-energy-right.

18. Cem Gürdeniz, “Amiral Cem Gürdeniz: Türkiye Derhal MEB İlan Etmeli,” VeryansınTV (Oct. 5, 2021), https://www.veryansintv.com/turkiye-derhal-meb-ilan-etmeli.

19. Wikipedia, s.v. “Aegean dispute,” https://tinyurl.com/juvz5z7r.

20. İnönü Vakfı, “Lozan Barış Antlaşması Tam Metni” (2025), https://www.ismetinonu.org.tr/lozan-baris-antlasmasi-tam-metni/.

21. Christos Moissidis, “On the internationalization of Turkish revisionism”, Political Approach blog (Oct. 2022), https://cmoiss.blogspot.com/2022/10/blog-post_13.html

22. Continental Shelf (Libyan Arab Jamahiriya/Malta), Judgment, ICJ Rep. 1985, p. 13.

23. Territorial and Maritime Dispute (Nicaragua v. Colombia), Judgment, ICJ (Mar. 17, 2022).

24. Maritime Delimitation in the Black Sea (Romania v. Ukraine), Judgment, ICJ (Feb. 3, 2009).

25. North Sea Continental Shelf Cases (Federal Republic of Germany/Denmark; Federal Republic of

26. Germany/Netherlands), Judgment, ICJ Rep. 1969, p. 3.

27. Maritime Delimitation and Territorial Questions between Qatar and Bahrain (Qatar v. Bahrain), Judgment, ICJ Rep. 2001, p. 40.

 



Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Καλή πίστη με απειλή πολέμου

 

 

Λίγο πριν από τη γνωστοποίηση της ημερομηνίας συνάντησης του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο από την τουρκική προεδρία, κύκλοι του τουρκικού υπουργείου Άμυνας διέρρεαν στον τουρκικό Τύπο την επίσημη απάντηση της Άγκυρας στις πρόσφατες δηλώσεις του Έλληνα υπουργού Άμυνας και τις τοποθετήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού για το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, καθώς και για την προσήλωση της Αθήνας στους κανόνες του διεθνούς δικαίου στην προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας.

Η Τουρκία επανέλαβε για ακόμη μία φορά τη διαφωνία της με τις ελληνικές θέσεις, υποστηρίζοντας ότι “μονομερείς” ενέργειες δεν συνάδουν - κατά την άποψή της - με το ισχύον διεθνές νομικό πλαίσιο, χωρίς βέβαια να διευκρινίζει ποιο είναι αυτό το “διεθνές νομικό πλαίσιο”.

Η ανακοίνωση της Τουρκίας, η οποία σημειωτέον δεν έχει καταγραφεί ή δημοσιοποιηθεί επίσημα από το Υπουργείο Άμυνας της χώρας, τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή, διατυπώθηκε ως εξής:

Η στάση της χώρας μας απέναντι στις δηλώσεις Ελλήνων πολιτικών σχετικά με την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο Πέλαγος στα 12 ναυτικά μίλια είναι σαφής. Ως Τουρκία, υποστηρίζουμε ότι μια δίκαιη, ισότιμη και σύμφωνη με τις αρχές του διεθνούς δικαίου κατανομή θαλάσσιας δικαιοδοσίας στο Αιγαίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από αμοιβαίο διάλογο και καλή πίστη. Οι μονομερείς ενέργειες, ισχυρισμοί και δηλώσεις της Ελλάδας, οι οποίες αγνοούν τις υφιστάμενες διαφορές και παραβιάζουν τα δικαιώματα της τουρκικής πλευράς, είναι αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο και απαράδεκτες. Οι δηλώσεις αυτές δεν παράγουν καμία νομική συνέπεια για τη χώρα μας. Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, στο πλαίσιο της αντίληψης της “Γαλάζιας Πατρίδας”, συνεχίζουν με αποφασιστικότητα και σταθερότητα την αποστολή τους για την προστασία κάθε δικαιώματος και συμφέροντος της χώρας μας στις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της.

Η αξιολόγηση της τουρκικής αυτής αντίδρασης από την ελληνική πλευρά - και κυρίως από αναλυτές και δημοσιογράφους - δεν είναι η ενδεδειγμένη. Ούτε λίγο ούτε πολύ, όλοι μας λένε ότι εντάσσεται στο συνήθη κύκλο δηλώσεων και αντιδηλώσεων. Ωστόσο, από την ανακοίνωση προκύπτουν δύο βασικά ερωτήματα: Πρώτον, γιατί επέλεξε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας να τοποθετηθεί αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Δεύτερον, γιατί η αντίδραση προήλθε από το Υπουργείο Άμυνας και όχι από το Υπουργείο Εξωτερικών ή την Προεδρία της Δημοκρατίας;

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Άγκυρα φαίνεται να επιχειρεί να στείλει μηνύματα σε πολλαπλούς αποδέκτες: στο εσωτερικό της κοινό, στο ΝΑΤΟ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Αθήνα, ενώ παράλληλα θέτει το ζήτημα της διαφορετικής αντίληψης σε ένα πλαίσιο αποτροπής και στρατιωτικής ετοιμότητας.

Η επιλογή του Υπουργείου Άμυνας είναι επίσης στρατηγική: μετατοπίζει συνειδητά οποιαδήποτε διαφορά από το διπλωματικό στο αποτρεπτικό πεδίο, ενεργοποιεί συμβολικά τις Ένοπλες Δυνάμεις και υποβαθμίζει τον διάλογο σε καθαρά τυπική διαδικασία.

Η περαιτέρω ανάλυση του κειμένου αποκαλύπτει επιμέρους επιδιώξεις:

  • Επιχειρεί να ακυρώσει τον νομιμοποιητικό λόγο των ελληνικών πολιτικών (βλέπε Υπουργό Εθνικής Άμυνας) και να υποβαθμίσει τον ρόλο του Έλληνα πρωθυπουργού.
  • Προσπαθεί να μετατρέψει το κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση έως τα 12 μίλια σε ζήτημα διαπραγμάτευσης.
  • Θέτει όρους και προϋποθέσεις για οποιαδήποτε συζήτηση.
  • Αποποιείται την ευθύνη για την όποια ένταση, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως την πλευρά που “δημιουργεί προβλήματα”.
  • Επικαλείται γενικά και αόριστα νόμιμα και ηθικά δικαιώματα χωρίς να τα εξειδικεύει.
  • Συνδέει τη στρατιωτική της ισχύ με το εθνικό της ιδεολόγημα και αφήνει ανοικτή την απειλή χρήσης βίας αν κι εφόσον η Ελλάδα “τολμήσει” να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. 

Και επειδή οι τούρκοι μιλούν για “καλή πίστη” θα πρέπει να επισημανθεί ότι - πράγματι, η επίλυση διαφορών προϋποθέτει θεμελιωδώς την τήρηση της αρχής της καλής πίστης. Η ιστορική εμπειρία και οι σύγχρονες εξελίξεις θέτουν υπό αμφισβήτηση κατά πόσον η Τουρκία έχει ποτέ επιδείξει τέτοια καλή πίστη.

Μπορεί η συστηματική πρόκληση στρατιωτικών και διπλωματικών επεισοδίων στο Αιγαίο και αλλού όπως στα χερσαία μας σύνορα στον Έβρο κατά το πρόσφατο παρελθόν να ερμηνευτεί ως ένδειξη καλής πίστης;

Είναι η διατήρηση ενός casus belli απέναντι στη νόμιμη άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας συμβατή με τις αρχές της ειρηνικής επίλυσης διαφορών; Παρομοίως, μπορούν οι απόπειρες δημιουργίας faits accomplis - μέσω παραβιάσεων του εναέριου χώρου, εργαλειακής εκμετάλλευσης των μεταναστευτικών ροών ή μονομερών μέτρων αντίθετων στο καθιερωμένο διεθνές δίκαιο - να θεωρηθούν εκδηλώσεις καλής πίστης;

Η καλή πίστη δεν αποτελεί ρητορική ή διακηρυκτική δέσμευση· αποδεικνύεται μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες. Ο σεβασμός στις διεθνείς συνθήκες, η αποφυγή απειλών και προκλήσεων, η γνήσια συμμετοχή σε διάλογο χωρίς καταναγκασμό και η τήρηση κανόνων που δεσμεύουν όλα τα κράτη συνιστούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Ελλείψει αυτών, οποιαδήποτε επίκληση διαλόγου καθίσταται κενή περιεχομένου, ενώ η ευθύνη για το όποιο αδιέξοδο βαρύνει το μέρος που προτάσσει την κλιμάκωση έναντι της συμμόρφωσης με το διεθνές δίκαιο.

Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα της καλής πίστης δεν είναι απλώς θεωρητικό ή ηθικό. Συνιστά πρακτική προϋπόθεση για οποιαδήποτε νόμιμη, δίκαιη και νομικά θεμελιωμένη επίλυση της όποιας διαφοράς. Χωρίς αποδεικτέα τήρηση της καλής πίστης, η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και των αρχών της ισότητας καθίσταται αδύνατη, ενώ ο ίδιος ο διάλογος κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την προώθηση μονομερούς πλεονεκτήματος, αντί για την επίτευξη λύσης.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ίμια 1996: Όταν η Ελλάδα δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της


Η κρίση των Ιμίων παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και οδυνηρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ήταν μια δοκιμασία που ανέδειξε τα όρια της πολιτικής, της διπλωματικής και της στρατιωτικής ικανότητας της χώρας μας, εξελίχθηκε σε τραγωδία και έφερε στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, βαθιά και διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. Σε κρίσιμες στιγμές αποκαλύφθηκαν η πολιτική ανεπάρκεια, η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και η θεσμική αδυναμία να καλυφθούν αυτή η έλλειψη και αυτή η ανεπάρκεια, με καθοριστικό τον ρόλο του τότε πρωθυπουργού, του υπουργού των Εξωτερικών και του υπουργού Εθνικής Άμυνας να αδυνατούν να υπερασπιστούν έμπρακτα την εθνική μας κυριαρχία, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε ευθέως.

Η αδιαμφισβήτητη ελληνική κυριαρχία και η κατασκευή των “γκρίζων ζωνών”

Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που διατύπωσε αργότερα η Τουρκία, τα Ίμια βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό αναντίρρητη ελληνική κυριαρχία, όπως αυτή καθορίζεται σαφώς από τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και κυρίως από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), με την οποία η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα “εν πλήρει κυριαρχία” ολόκληρη τη Δωδεκάνησο μαζί με τις παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες.

Πριν από το 1996, η ελληνική κυριαρχία στα Ίμια ήτα αναγνωρισμένη σε διεθνείς χάρτες, επίσημα έγγραφα, διπλωματικές αλληλογραφίες και στην ίδια τη μακροχρόνια και αδιαμφισβήτητη άσκηση κυριαρχίας. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών επινοήθηκε εκ των υστέρων από την Άγκυρα ως εργαλείο αναθεωρητισμού και διπλωματικής πίεσης, και εμείς, ακόμη και σήμερα, ανόητα και ακατανόητα της προσδίδουμε νομιμοποίηση με την αναπαραγωγή της - βλέπε Μακάριος Λαζαρίδης, ΝΔ, Βουλή των Ελλήνων, Ιανουάριος 2026.

Η Τουρκία κατασκεύασε γεγονότα με σκηνοθετική μαεστρία, προκειμένου να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά της Ελλάδας και τα βρήκε απογοητευτικά αδύναμα. Αντί για αποφασιστικότητα, συνάντησε φοβικότητα. πολιτική φοβικότητα.

Η πολιτική και στρατιωτική διαχείριση της κρίσης - Πρόσωπα και ευθύνες

Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης αποδείχθηκε ανίκανος να διαχειριστεί μια κρίση εθνικής σημασίας όχι απλώς σε επίπεδο τακτικών χειρισμών, αλλά κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής αντίληψης. Αντί να χαράξει μια σαφή εθνική γραμμή και να τραβήξει ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές, επέλεξε να διαχειριστεί τον προσωπικό του φόβο και το πολιτικό κόστος.

Ο υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος απέτυχε να υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις. Η διπλωματία χρησιμοποιήθηκε ως μηχανισμός εκτόνωσης. Η αποδοχή της φόρμουλας “no ships, no flags, no troops” αν και από ορισμένους θεωρήθηκε “αξιοπρεπής” συμβιβασμός, δεν ήταν παρά σιωπηρή αποδοχή της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και εδραίωση της λογικής των γκρίζων ζωνών.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο συντονισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, καθιστώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις χωρίς καθοδήγηση. Η ασάφεια των εντολών και η έλλειψη ενιαίου επιχειρησιακού πλαισίου οδήγησαν σε πλήρη ακινησία, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Ακόμη κι αν διαφωνεί ή απορρίπτει κανείς αυτές τις αξιολογήσεις, οφείλει να παραδεχτεί ότι η διαχείριση της κρίσης από τα τρία αυτά συγκεκριμένα πρόσωπα είναι αμφιλεγόμενη. Τα γεγονότα δείχνουν σαφώς ότι ελήφθησαν αποφάσεις που επηρέασαν την εξέλιξη της κρίσης, ωστόσο η αξιολόγηση της ικανότητας και της αποτελεσματικότητάς τους παραμένει ζήτημα υποκειμενικό. Η προσωπική κρίση του καθενός διαμορφώνεται από παράγοντες όπως η πολιτική του τοποθέτηση, η ιστορική γνώση, η πρόσβαση σε πληροφορίες ή η εκτίμηση για το τι συνιστά επιτυχία ή αποτυχία. Εγώ δεν καταγράφω την ιστορία. Την άποψή μου εκφράζω σύμφωνα με όσα γνωρίζω και με ό,τι αισθάνομαι. Και συνεχίζω...

Τούρκοι καταδρομείς πάτησαν σε ελληνικό έδαφος, η ελληνική σημαία αποσύρθηκε υπό “… αδιευκρίνιστες” συνθήκες, και ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού συνετρίβη, παρασύροντας στον θάνατο τους αξιωματικούς Χριστόδουλο Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκο και Έκτορα Γιαλοψό. Εκείνο το βράδυ, η Ελλάδα δεν έχασε απλώς ένα ελικόπτερο και τρεις αξιωματικούς· έχασε την αυτοπεποίθησή της, το ηθικό της, την εθνική της αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ χάσαμε την ψυχή μας!

Η κυβέρνηση επέλεξε τον δρόμο της “αποκλιμάκωσης πάση θυσία”, μετατρέποντας μια εθνική πρόκληση σε στρατηγική υποχώρηση. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, παρότι επιχειρησιακά έτοιμες και αποφασισμένες να εκτελέσουν το καθήκον τους, καθηλώθηκαν από μια ηγεσία που δεν είχε ούτε σχέδιο, ούτε θάρρος, ούτε αποφασιστικότητα.

Στο σηνμειό αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι και ο Α/ΓΕΕΘΑ φέρει σοβαρές ευθύνες για τη σύγχυση και την αποδιοργάνωση που επικράτησαν κατά τη διαχείριση της κρίσης. Οι ευθύνες αυτές δεν περιορίζονται μόνο σε επιμέρους χειρισμούς. Εκ των υστέρων προκύπτει ότι δεν υπήρχε προκαθορισμένο πλαίσιο αντιμετώπισης ενός τέτοιου σεναρίου. Σε κάθε περίπτωση, είτε η στρατιωτική ηγεσία δεν παρείχε στην πολιτική ηγεσία πλήρη, σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα της κατάστασης, είτε αποδέχθηκε πολιτικές αποφάσεις χωρίς να προβάλει την αναγκαία και θεσμικά επιβεβλημένη στρατιωτική αντίρρηση.

Όπως πιθανόν γίνεται κατανοητό, στρατιωτική ισχύς χωρίς σχέδιο και πολιτική βούληση εκμηδενίζεται.

Οι συνέπειες της κρίσης των Ιμίων και η διαρκής τουρκική αμφισβήτηση

Τριάντα χρόνια μετά, το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Το χρονικό των Ιμίων αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της τουρκικής στρατηγικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Οι υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου, οι παράνομες NAVTEX, οι αξιώσεις περί αποστρατικοποίησης και το τουρκολιβυκό μνημόνιο ακόμη, εδράζονται στην ίδια λογική: η Ελλάδα δεν θα αντιδράσει δυναμικά. Η Τουρκία έμαθε το 1996 ότι μπορεί να δημιουργεί τετελεσμένα με χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Εμείς, αντίθετα, φαίνεται ότι δεν διδαχθήκαμε τίποτα.

Η δημοσιογραφική έρευνα ως τώρα δεν κατάφερε και πολλά. Όσοι από τους πρωταγωνιστές παραμένουν εν ζωή, αποφεύγουν να αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα και αρνούνται κάθε ευθύνη. Φάκελοι παραμένουν κλειστοί, μισοφαγωμένοι από τον σκόρο και τη σκόνη. Καθοριστικής σημασίας αποφάσεις δεν εξηγήθηκαν ποτέ επαρκώς και, αντί για αυτοκριτική, επιλέχθηκε η ανακατασκευή της μνήμης... Ένα, όμως, είναι βέβαιο: η πολιτική ηγεσία της εποχής προσέφερε κάκιστες υπηρεσίες στην πατρίδα, εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες, σε ηθική και πατριωτική ανεπάρκεια, καθώς και σε διαχειριστική ανικανότητα.

Υπάρχει και μία ακόμη δυσάρεστη βεβαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, γνώριζαν ότι επίκειται τουρκική στρατιωτική ενέργεια στο Αιγαίο και δεν έπραξαν τίποτα ουσιαστικό για να την αποτρέψουν. Αντιθέτως, λειτούργησαν ως “διαμεσολαβητής ίσων αποστάσεων”, εξισώνοντας τον θύτη με το θύμα. Για την Ελλάδα, αυτό δεν ήταν κάτι νέο. Ήταν μια επανάληψη της ιστορίας. Όπως συνέβη και στην Κύπρο. Επιπλέον, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες έκτοτε, η αμερικανική παρέμβαση δεν αποκατέστησε το status quo ante ξεκάθαρα υπέρ της Ελλάδας.

Σύμφωνα με όσους υπερασπίζονται τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης το 1996, η κρίση των Ιμίων εκτυλίχθηκε σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, όπου οποιαδήποτε στρατιωτική αντίδραση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και γενικευμένη ελληνοτουρκική σύρραξη. Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα, παρά το δίκαιο των θέσεών της, δεν διέθετε την πολυτέλεια ενός πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες για την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και τη διεθνή της θέση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο εσωτερικής πολιτικής αστάθειας και διεθνούς ρευστότητας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Κατά τη λογική αυτή, η επιλογή της αποκλιμάκωσης, έστω και με επώδυνους συμβιβασμούς, θεωρείται πράξη ευθύνης και όχι δειλίας, και δημιούργησε χώρο για διπλωματικές πρωτοβουλίες και διεθνή παρέμβαση, στοχεύοντας στην αποτροπή ενός πολέμου που θα μπορούσε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο οδηγώντας τη χώρα σε περιπέτειες χωρίς σαφή στρατηγικό όφελος.

Ιστορική αποτίμηση και οι συνέπειες των επιλογών

Η Ιστορία ούτε ξαναγράφεται, ούτε ξεχνάει. Τα έργα του καθενός είναι εκεί, αδιάψευστοι μάρτυρες των επιλογών που έγιναν και της πολιτικής νοοτροπίας που τις υπαγόρευσε. Η “μικρά πλην έντιμος Ελλάς” οδηγήθηκε σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Γιατί; διότι για τους πολιτικούς μας ινστρούχτορες η διπλωματία και η πολιτική αποτελούν πεδίο συμβιβασμών και τακτικισμών, ακόμα και εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε την αλήθεια: η Ελλάδα, ακόμη και όταν διαθέτει ισχύ, δεν διαθέτει πάντα τη βούληση να την χρησιμοποιήσει.

Όμως, η εθνική κυριαρχία δεν είναι δεδομένη. Απαιτεί σαφή προσανατολισμό και στρατηγική, αποφασιστική ηγεσία, επιχειρησιακή εγρήγορση και προβολή ισχύος επί του πεδίου. Δεν αρκούν τα λόγια, οι δηλώσεις ή οι συμβολισμοί. Η πατρίδα μας έχει πληρώσει βαρύ τίμημα για τη δειλία, την ατολμία και την ανικανότητα ορισμένων, και η Ιστορία δεν συγχωρεί! Σε κάθε ιστορική στιγμή, σε κάθε ευκαιρία καλούμαστε να δείξουμε ποιοι είμαστε και πώς επιτρέπουμε να μας καθορίζουν οι περιστάσεις.

Η Ελλάδα των Ιμίων ήταν μια χώρα που, εκείνη τη νύχτα, δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της και εμεις αποδειχθήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων.