Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ιράν υπό πίεση, Τουρκία υπό απειλή


Καθώς οι επιχειρήσεις ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του ιρανικού καθεστώτος συνεχίζονται, αξίζει να έχουμε υπόψη ότι η χώρα που ανησυχεί περισσότερο από τις τρέχουσες εξελίξεις είναι η Τουρκία. Μια ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν θα μπορούσε να διαταράξει την εύθραυστη περιφερειακή ισορροπία ισχύος, η οποία σήμερα επιτρέπει στην Άγκυρα να ελίσσεται ανάμεσα σε ανταγωνιστικά μπλοκ.

Για τη γειτονική μας χώρα, το σημερινό ιρανικό καθεστώς αποτελεί έναν προβλέψιμο - αν και ανταγωνιστικό - παράγοντα, με τον οποίο έχει μάθει να συνυπάρχει στη Συρία, το Ιράκ και τον Καύκασο. Μια ενδεχόμενη φιλοδυτική στροφή της Τεχεράνης θα μείωνε δραστικά τη γεωπολιτική αξία της Άγκυρας για τη Δύση (ή έναντι αυτής), περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών και τη διαπραγματευτική της ισχύ. Παράλληλα, ακόμα και μια περιορισμένη χρονικά αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να εντείνει τις ανησυχίες της για το κουρδικό στοιχείο στο εσωτερικό και στα σύνορά της, ενώ δεν αποκλείεται να προκαλέσει και νέες προσφυγικές ροές.

Επιπλέον, τα ενεργειακά και εμπορικά συμφέροντα της Τουρκίας θα εισέλθουν σε φάση αυξημένης αβεβαιότητας. Ό,τι και αν συμβεί τελικά στην Τεχεράνη, η Άγκυρα θα αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει την εξωτερική της πολιτική και να αναπροσαρμόσει τις ισορροπίες της ανάμεσα στη Δύση, τη Ρωσία και τον ευρύτερο περιφερειακό της περίγυρο.

Αυτός ο επαναπροσδιορισμός και αυτή η αναπροσαρμογή μας αφορούν άμεσα. Οφείλουμε, λοιπόν, να επιδείξουμε όχι μόνο προσοχή, αλλά και γεωπολιτική διορατικότητα και ενεργητική διπλωματία, ενισχύοντας σταθερά τον ρόλο μας ως πυλώνα σταθερότητας και αξιοπιστίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Η Ευρώπη στο περιθώριο: Ανικανότητα, ψευδαισθήσεις και γραφειοκρατική αυτοϊκανοποίηση


 
Στη δική μου αντίληψη, η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, που διεξάγεται αυτές τις ημέρες, αποκαλύπτει ξανά - σε μια κουραστική επανάληψη - εκείνο που όλοι γνωρίζουμε αλλά ελάχιστοι τολμούν να πουν δημόσια: η Ευρώπη είναι ανίκανη να ηγηθεί, να επηρεάσει τον κόσμο μας, να προσφέρει ασφάλεια, όραμα και προοπτική. Αδυνατεί να προστατεύσει, να δημιουργήσει ή να διαμορφώσει και να καθοδηγήσει πολιτικά, οικονομικά, διπλωματικά ή πολιτισμικά, εγκλωβισμένη σε μια νοοτροπία χαμηλού επιπέδου δημοσιουπαλληλίας και τεχνοκρατισμού.

Οι “ιστορικές” στιγμές μάς έχουν ήδη προσπεράσει κι εμείς έχουμε συμβιβαστεί με μια γραφειοκρατική αυτοϊκανοποίηση που τόσο εύστοχα είχε επισημάνει ο Νάιτζελ Φάρατζ, 15 χρόνια πριν, απευθυνόμενος στον τότε πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου: “Δεν θέλω να γίνω αγενής, αλλά έχετε το χάρισμα μιας βρεγμένης πατσαβούρας και την εμφάνιση ενός χαμηλόβαθμου τραπεζικού υπαλλήλου”. Αυτή είναι, δυστυχώς, η εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και φτάσαμε σήμερα (χθες) στο σημείο ο Γερμανός καγκελάριος να μιλά για το “τέλος των βεβαιοτήτων” και να περιγράφει την τρέχουσα κατάσταση ασφάλειας ως ριζικά αλλοιωμένη. Αλήθεια, ποιός μας έφτασε εδώ; Ποιός μας πούλησε φαντασιώσεις περί ειρήνης, προόδου, ανάπτυξης, αυτονομίας, αξιοπρέπειας και κυριαρχίας;

Μήπως οι ηγεσίες της Ευρώπης δεν πέρασαν δεκαετίες μελετώντας οικονομικά γραφήματα και δημοσκοπήσεις αντί για χάρτες στρατηγικής και ροές ισχύος; Μήπως αυτές οι ηγεσίες δεν προτίμησαν το βολικό ψέμα της “ασφάλειας χωρίς κόστος”; Μήπως αυτές οι ηγεσίες δεν έκρυβαν το κεφάλι τους σαν τη στρουθοκάμηλο, ενώ οι ευρωπαϊκοί λαοί έβλεπαν προοδευτικά τις ζωές τους να κινδυνεύουν, τα κράτη τους να χάνουν την ασφάλειά τους και την αυτονομία τους;

Αυτοί οι Ευρωπαίοι ηγέτες επέλεξαν συνειδητά να δημιουργούν ψευδαισθήσεις, αντί να προετοιμάζονται - και να μας προετοιμάζουν - για τον σκληρό κόσμο που φαινόταν να έρχεται. Προτίμησαν τις “επιτροπές”, τα “δελτία τύπου” και τις “διαδικασίες”. Κάθε κρίση αντιμετωπιζόταν ως ευκαιρία για επικοινωνιακή διαχείριση, όχι για αποφασιστική δράση.

Όταν η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα, η αντίδραση ήταν καθυστερημένη και αμυντική. Στην Ουκρανία, η “αποφασιστικότητα” ήρθε μόνο μετά τον αιφνιδιασμό. Για την Κύπρο, παραμένει παθητική χωρίς ουσιαστική παρέμβαση. Και όταν οι ΗΠΑ μας είπαν ξεκάθαρα ότι δεν θα είναι μόνιμος εγγυητής της ασφάλειάς μας, η Ευρώπη αντέδρασε σαν μαθητούδι.

Η γραφειοκρατία έχει εξελιχθεί σε υπαρξιακό μας πρόβλημα. Η Ε.Ε. πιστεύει ότι η ισχύς παράγεται μέσω πλαισίων, επιτροπών και ανακοινώσεων. Η ισχύς όμως παράγεται με βούληση, αποφάσεις και θάρρος σύγκρουσης αν χρειάζεται, όταν χρειάζεται. Σε ό,τι η Ευρώπη αποτυγχάνει συστηματικά δηλαδή.

Και οι ηγέτες μας, παραμένουν ανίκανοι και ανεπαρκείς. Το χειρότερο; Εξακολουθούν να βλέπουν τη μεταψυχροπολεμική περίοδο σαν παιδικό παραμύθι. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι ο κόσμος μας έχει ήδη προχωρήσει χωρίς αυτούς. Φτάνει μόνο να ακούσει κανείς τις κατά καιρούς δηλώσεις της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ή της Κάγια Κάλλας (τον Αντόνιο Κόστα δεν τον λαμβάνω καν υπόψη μου) για να κατάλάβει που έχουμε μπλέξει και με ποιους!

Η Ευρώπη που φανταζόμασταν; Η Ευρώπη που θέλαμε; Δεν υπήρξε ποτέ...

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Άγκυρα 2026: Συνεργασία ή πολιτικός αυτοματισμός;

 


Η χθεσινή σύγκληση του 6ου - ας πούμε - Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα αποτυπώνει την προσπάθεια των δύο ηγεσιών να περιλάβουν τις μακροχρόνιες διαφορές τους σε ένα αφήγημα ελεγχόμενης συνεργασίας. Η προσπάθεια αυτή, όσο διπλωματική και αν εμφανίζεται, διατηρεί στον πυρήνα της ανέπαφες τις δομικές λογικές που εδώ και δεκαετίες επιβαρύνουν και τις δύο κοινωνίες.

Από τη μία πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε την προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο και την ανάγκη άρσης απειλών· από την άλλη, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε τα προβλήματα “πολύπλοκα αλλά όχι ανυπέρβλητα”. Τα κείμενα συνεργασίας και οι συμφωνίες σε τεχνικούς τομείς - πολιτισμός, τεχνολογία, μεταφορές - μπορούν να αξιολογηθούν θετικά, αλλά λειτουργούν κυρίως ως βαλβίδες αποσυμπίεσης και όχι ως ουσιαστική διαμόρφωση ενός πλαισίου συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης.

Το κύριο εμπόδιο του εγχειρήματος βρίσκεται στο ίδιο το πολιτικό αφήγημα που παρουσιάζει την ένταση ως μόνιμη δυνατότητα και σχεδόν φυσική κατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αυτό το αφήγημα δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην επίλυση διαφορών, αλλά στη διατήρηση ενός ελεγχόμενου φόβου, πολιτικά χρήσιμου και για τις δύο πλευρές. Όσο η όποια ενδεχόμενη σύγκρουση αντιμετωπίζεται ως “μοιραία”, “αναπόφευκτη” και διαρκώς μετατιθέμενη στο απροσδιόριστο μέλλον, τέτοιες συναντήσεις κινδυνεύουν να περιοριστούν στη διαχείριση ενός χρόνιου αδιεξόδου.

Η πραγματική πολιτική τόλμη δεν θα κριθεί από τον αριθμό των συμφωνιών ή των δηλώσεων καλής θέλησης, αλλά από το αν αμφισβητηθεί έμπρακτα η αντίληψη ότι η κρίση αποτελεί φυσικό νόμο και όχι αποτέλεσμα συγκεκριμένων, αναστρέψιμων πολιτικών επιλογών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως πιθανόν θα παρατηρούσε εύστοχα ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ: ουδέν νεώτερο από το Ανατολικό Μέτωπο.