Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Καλή πίστη με απειλή πολέμου

 

 

Λίγο πριν από τη γνωστοποίηση της ημερομηνίας συνάντησης του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο από την τουρκική προεδρία, κύκλοι του τουρκικού υπουργείου Άμυνας διέρρεαν στον τουρκικό Τύπο την επίσημη απάντηση της Άγκυρας στις πρόσφατες δηλώσεις του Έλληνα υπουργού Άμυνας και τις τοποθετήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού για το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, καθώς και για την προσήλωση της Αθήνας στους κανόνες του διεθνούς δικαίου στην προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας.

Η Τουρκία επανέλαβε για ακόμη μία φορά τη διαφωνία της με τις ελληνικές θέσεις, υποστηρίζοντας ότι “μονομερείς” ενέργειες δεν συνάδουν - κατά την άποψή της - με το ισχύον διεθνές νομικό πλαίσιο, χωρίς βέβαια να διευκρινίζει ποιο είναι αυτό το “διεθνές νομικό πλαίσιο”.

Η ανακοίνωση της Τουρκίας, η οποία σημειωτέον δεν έχει καταγραφεί ή δημοσιοποιηθεί επίσημα από το Υπουργείο Άμυνας της χώρας, τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή, διατυπώθηκε ως εξής:

Η στάση της χώρας μας απέναντι στις δηλώσεις Ελλήνων πολιτικών σχετικά με την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο Πέλαγος στα 12 ναυτικά μίλια είναι σαφής. Ως Τουρκία, υποστηρίζουμε ότι μια δίκαιη, ισότιμη και σύμφωνη με τις αρχές του διεθνούς δικαίου κατανομή θαλάσσιας δικαιοδοσίας στο Αιγαίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από αμοιβαίο διάλογο και καλή πίστη. Οι μονομερείς ενέργειες, ισχυρισμοί και δηλώσεις της Ελλάδας, οι οποίες αγνοούν τις υφιστάμενες διαφορές και παραβιάζουν τα δικαιώματα της τουρκικής πλευράς, είναι αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο και απαράδεκτες. Οι δηλώσεις αυτές δεν παράγουν καμία νομική συνέπεια για τη χώρα μας. Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, στο πλαίσιο της αντίληψης της “Γαλάζιας Πατρίδας”, συνεχίζουν με αποφασιστικότητα και σταθερότητα την αποστολή τους για την προστασία κάθε δικαιώματος και συμφέροντος της χώρας μας στις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της.

Η αξιολόγηση της τουρκικής αυτής αντίδρασης από την ελληνική πλευρά - και κυρίως από αναλυτές και δημοσιογράφους - δεν είναι η ενδεδειγμένη. Ούτε λίγο ούτε πολύ, όλοι μας λένε ότι εντάσσεται στο συνήθη κύκλο δηλώσεων και αντιδηλώσεων. Ωστόσο, από την ανακοίνωση προκύπτουν δύο βασικά ερωτήματα: Πρώτον, γιατί επέλεξε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας να τοποθετηθεί αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Δεύτερον, γιατί η αντίδραση προήλθε από το Υπουργείο Άμυνας και όχι από το Υπουργείο Εξωτερικών ή την Προεδρία της Δημοκρατίας;

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Άγκυρα φαίνεται να επιχειρεί να στείλει μηνύματα σε πολλαπλούς αποδέκτες: στο εσωτερικό της κοινό, στο ΝΑΤΟ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Αθήνα, ενώ παράλληλα θέτει το ζήτημα της διαφορετικής αντίληψης σε ένα πλαίσιο αποτροπής και στρατιωτικής ετοιμότητας.

Η επιλογή του Υπουργείου Άμυνας είναι επίσης στρατηγική: μετατοπίζει συνειδητά οποιαδήποτε διαφορά από το διπλωματικό στο αποτρεπτικό πεδίο, ενεργοποιεί συμβολικά τις Ένοπλες Δυνάμεις και υποβαθμίζει τον διάλογο σε καθαρά τυπική διαδικασία.

Η περαιτέρω ανάλυση του κειμένου αποκαλύπτει επιμέρους επιδιώξεις:

  • Επιχειρεί να ακυρώσει τον νομιμοποιητικό λόγο των ελληνικών πολιτικών (βλέπε Υπουργό Εθνικής Άμυνας) και να υποβαθμίσει τον ρόλο του Έλληνα πρωθυπουργού.
  • Προσπαθεί να μετατρέψει το κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση έως τα 12 μίλια σε ζήτημα διαπραγμάτευσης.
  • Θέτει όρους και προϋποθέσεις για οποιαδήποτε συζήτηση.
  • Αποποιείται την ευθύνη για την όποια ένταση, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως την πλευρά που “δημιουργεί προβλήματα”.
  • Επικαλείται γενικά και αόριστα νόμιμα και ηθικά δικαιώματα χωρίς να τα εξειδικεύει.
  • Συνδέει τη στρατιωτική της ισχύ με το εθνικό της ιδεολόγημα και αφήνει ανοικτή την απειλή χρήσης βίας αν κι εφόσον η Ελλάδα “τολμήσει” να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. 

Και επειδή οι τούρκοι μιλούν για “καλή πίστη” θα πρέπει να επισημανθεί ότι - πράγματι, η επίλυση διαφορών προϋποθέτει θεμελιωδώς την τήρηση της αρχής της καλής πίστης. Η ιστορική εμπειρία και οι σύγχρονες εξελίξεις θέτουν υπό αμφισβήτηση κατά πόσον η Τουρκία έχει ποτέ επιδείξει τέτοια καλή πίστη.

Μπορεί η συστηματική πρόκληση στρατιωτικών και διπλωματικών επεισοδίων στο Αιγαίο και αλλού όπως στα χερσαία μας σύνορα στον Έβρο κατά το πρόσφατο παρελθόν να ερμηνευτεί ως ένδειξη καλής πίστης;

Είναι η διατήρηση ενός casus belli απέναντι στη νόμιμη άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας συμβατή με τις αρχές της ειρηνικής επίλυσης διαφορών; Παρομοίως, μπορούν οι απόπειρες δημιουργίας faits accomplis - μέσω παραβιάσεων του εναέριου χώρου, εργαλειακής εκμετάλλευσης των μεταναστευτικών ροών ή μονομερών μέτρων αντίθετων στο καθιερωμένο διεθνές δίκαιο - να θεωρηθούν εκδηλώσεις καλής πίστης;

Η καλή πίστη δεν αποτελεί ρητορική ή διακηρυκτική δέσμευση· αποδεικνύεται μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες. Ο σεβασμός στις διεθνείς συνθήκες, η αποφυγή απειλών και προκλήσεων, η γνήσια συμμετοχή σε διάλογο χωρίς καταναγκασμό και η τήρηση κανόνων που δεσμεύουν όλα τα κράτη συνιστούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Ελλείψει αυτών, οποιαδήποτε επίκληση διαλόγου καθίσταται κενή περιεχομένου, ενώ η ευθύνη για το όποιο αδιέξοδο βαρύνει το μέρος που προτάσσει την κλιμάκωση έναντι της συμμόρφωσης με το διεθνές δίκαιο.

Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα της καλής πίστης δεν είναι απλώς θεωρητικό ή ηθικό. Συνιστά πρακτική προϋπόθεση για οποιαδήποτε νόμιμη, δίκαιη και νομικά θεμελιωμένη επίλυση της όποιας διαφοράς. Χωρίς αποδεικτέα τήρηση της καλής πίστης, η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και των αρχών της ισότητας καθίσταται αδύνατη, ενώ ο ίδιος ο διάλογος κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την προώθηση μονομερούς πλεονεκτήματος, αντί για την επίτευξη λύσης.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ίμια 1996: Όταν η Ελλάδα δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της


Η κρίση των Ιμίων παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και οδυνηρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ήταν μια δοκιμασία που ανέδειξε τα όρια της πολιτικής, της διπλωματικής και της στρατιωτικής ικανότητας της χώρας μας, εξελίχθηκε σε τραγωδία και έφερε στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, βαθιά και διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. Σε κρίσιμες στιγμές αποκαλύφθηκαν η πολιτική ανεπάρκεια, η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και η θεσμική αδυναμία να καλυφθούν αυτή η έλλειψη και αυτή η ανεπάρκεια, με καθοριστικό τον ρόλο του τότε πρωθυπουργού, του υπουργού των Εξωτερικών και του υπουργού Εθνικής Άμυνας να αδυνατούν να υπερασπιστούν έμπρακτα την εθνική μας κυριαρχία, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε ευθέως.

Η αδιαμφισβήτητη ελληνική κυριαρχία και η κατασκευή των “γκρίζων ζωνών”

Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που διατύπωσε αργότερα η Τουρκία, τα Ίμια βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό αναντίρρητη ελληνική κυριαρχία, όπως αυτή καθορίζεται σαφώς από τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και κυρίως από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), με την οποία η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα “εν πλήρει κυριαρχία” ολόκληρη τη Δωδεκάνησο μαζί με τις παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες.

Πριν από το 1996, η ελληνική κυριαρχία στα Ίμια ήτα αναγνωρισμένη σε διεθνείς χάρτες, επίσημα έγγραφα, διπλωματικές αλληλογραφίες και στην ίδια τη μακροχρόνια και αδιαμφισβήτητη άσκηση κυριαρχίας. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών επινοήθηκε εκ των υστέρων από την Άγκυρα ως εργαλείο αναθεωρητισμού και διπλωματικής πίεσης, και εμείς, ακόμη και σήμερα, ανόητα και ακατανόητα της προσδίδουμε νομιμοποίηση με την αναπαραγωγή της - βλέπε Μακάριος Λαζαρίδης, ΝΔ, Βουλή των Ελλήνων, Ιανουάριος 2026.

Η Τουρκία κατασκεύασε γεγονότα με σκηνοθετική μαεστρία, προκειμένου να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά της Ελλάδας και τα βρήκε απογοητευτικά αδύναμα. Αντί για αποφασιστικότητα, συνάντησε φοβικότητα. πολιτική φοβικότητα.

Η πολιτική και στρατιωτική διαχείριση της κρίσης - Πρόσωπα και ευθύνες

Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης αποδείχθηκε ανίκανος να διαχειριστεί μια κρίση εθνικής σημασίας όχι απλώς σε επίπεδο τακτικών χειρισμών, αλλά κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής αντίληψης. Αντί να χαράξει μια σαφή εθνική γραμμή και να τραβήξει ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές, επέλεξε να διαχειριστεί τον προσωπικό του φόβο και το πολιτικό κόστος.

Ο υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος απέτυχε να υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις. Η διπλωματία χρησιμοποιήθηκε ως μηχανισμός εκτόνωσης. Η αποδοχή της φόρμουλας “no ships, no flags, no troops” αν και από ορισμένους θεωρήθηκε “αξιοπρεπής” συμβιβασμός, δεν ήταν παρά σιωπηρή αποδοχή της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και εδραίωση της λογικής των γκρίζων ζωνών.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο συντονισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, καθιστώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις χωρίς καθοδήγηση. Η ασάφεια των εντολών και η έλλειψη ενιαίου επιχειρησιακού πλαισίου οδήγησαν σε πλήρη ακινησία, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Ακόμη κι αν διαφωνεί ή απορρίπτει κανείς αυτές τις αξιολογήσεις, οφείλει να παραδεχτεί ότι η διαχείριση της κρίσης από τα τρία αυτά συγκεκριμένα πρόσωπα είναι αμφιλεγόμενη. Τα γεγονότα δείχνουν σαφώς ότι ελήφθησαν αποφάσεις που επηρέασαν την εξέλιξη της κρίσης, ωστόσο η αξιολόγηση της ικανότητας και της αποτελεσματικότητάς τους παραμένει ζήτημα υποκειμενικό. Η προσωπική κρίση του καθενός διαμορφώνεται από παράγοντες όπως η πολιτική του τοποθέτηση, η ιστορική γνώση, η πρόσβαση σε πληροφορίες ή η εκτίμηση για το τι συνιστά επιτυχία ή αποτυχία. Εγώ δεν καταγράφω την ιστορία. Την άποψή μου εκφράζω σύμφωνα με όσα γνωρίζω και με ό,τι αισθάνομαι. Και συνεχίζω...

Τούρκοι καταδρομείς πάτησαν σε ελληνικό έδαφος, η ελληνική σημαία αποσύρθηκε υπό “… αδιευκρίνιστες” συνθήκες, και ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού συνετρίβη, παρασύροντας στον θάνατο τους αξιωματικούς Χριστόδουλο Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκο και Έκτορα Γιαλοψό. Εκείνο το βράδυ, η Ελλάδα δεν έχασε απλώς ένα ελικόπτερο και τρεις αξιωματικούς· έχασε την αυτοπεποίθησή της, το ηθικό της, την εθνική της αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ χάσαμε την ψυχή μας!

Η κυβέρνηση επέλεξε τον δρόμο της “αποκλιμάκωσης πάση θυσία”, μετατρέποντας μια εθνική πρόκληση σε στρατηγική υποχώρηση. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, παρότι επιχειρησιακά έτοιμες και αποφασισμένες να εκτελέσουν το καθήκον τους, καθηλώθηκαν από μια ηγεσία που δεν είχε ούτε σχέδιο, ούτε θάρρος, ούτε αποφασιστικότητα.

Στο σηνμειό αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι και ο Α/ΓΕΕΘΑ φέρει σοβαρές ευθύνες για τη σύγχυση και την αποδιοργάνωση που επικράτησαν κατά τη διαχείριση της κρίσης. Οι ευθύνες αυτές δεν περιορίζονται μόνο σε επιμέρους χειρισμούς. Εκ των υστέρων προκύπτει ότι δεν υπήρχε προκαθορισμένο πλαίσιο αντιμετώπισης ενός τέτοιου σεναρίου. Σε κάθε περίπτωση, είτε η στρατιωτική ηγεσία δεν παρείχε στην πολιτική ηγεσία πλήρη, σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα της κατάστασης, είτε αποδέχθηκε πολιτικές αποφάσεις χωρίς να προβάλει την αναγκαία και θεσμικά επιβεβλημένη στρατιωτική αντίρρηση.

Όπως πιθανόν γίνεται κατανοητό, στρατιωτική ισχύς χωρίς σχέδιο και πολιτική βούληση εκμηδενίζεται.

Οι συνέπειες της κρίσης των Ιμίων και η διαρκής τουρκική αμφισβήτηση

Τριάντα χρόνια μετά, το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Το χρονικό των Ιμίων αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της τουρκικής στρατηγικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Οι υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου, οι παράνομες NAVTEX, οι αξιώσεις περί αποστρατικοποίησης και το τουρκολιβυκό μνημόνιο ακόμη, εδράζονται στην ίδια λογική: η Ελλάδα δεν θα αντιδράσει δυναμικά. Η Τουρκία έμαθε το 1996 ότι μπορεί να δημιουργεί τετελεσμένα με χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Εμείς, αντίθετα, φαίνεται ότι δεν διδαχθήκαμε τίποτα.

Η δημοσιογραφική έρευνα ως τώρα δεν κατάφερε και πολλά. Όσοι από τους πρωταγωνιστές παραμένουν εν ζωή, αποφεύγουν να αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα και αρνούνται κάθε ευθύνη. Φάκελοι παραμένουν κλειστοί, μισοφαγωμένοι από τον σκόρο και τη σκόνη. Καθοριστικής σημασίας αποφάσεις δεν εξηγήθηκαν ποτέ επαρκώς και, αντί για αυτοκριτική, επιλέχθηκε η ανακατασκευή της μνήμης... Ένα, όμως, είναι βέβαιο: η πολιτική ηγεσία της εποχής προσέφερε κάκιστες υπηρεσίες στην πατρίδα, εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες, σε ηθική και πατριωτική ανεπάρκεια, καθώς και σε διαχειριστική ανικανότητα.

Υπάρχει και μία ακόμη δυσάρεστη βεβαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, γνώριζαν ότι επίκειται τουρκική στρατιωτική ενέργεια στο Αιγαίο και δεν έπραξαν τίποτα ουσιαστικό για να την αποτρέψουν. Αντιθέτως, λειτούργησαν ως “διαμεσολαβητής ίσων αποστάσεων”, εξισώνοντας τον θύτη με το θύμα. Για την Ελλάδα, αυτό δεν ήταν κάτι νέο. Ήταν μια επανάληψη της ιστορίας. Όπως συνέβη και στην Κύπρο. Επιπλέον, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες έκτοτε, η αμερικανική παρέμβαση δεν αποκατέστησε το status quo ante ξεκάθαρα υπέρ της Ελλάδας.

Σύμφωνα με όσους υπερασπίζονται τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης το 1996, η κρίση των Ιμίων εκτυλίχθηκε σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, όπου οποιαδήποτε στρατιωτική αντίδραση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και γενικευμένη ελληνοτουρκική σύρραξη. Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα, παρά το δίκαιο των θέσεών της, δεν διέθετε την πολυτέλεια ενός πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες για την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και τη διεθνή της θέση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο εσωτερικής πολιτικής αστάθειας και διεθνούς ρευστότητας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Κατά τη λογική αυτή, η επιλογή της αποκλιμάκωσης, έστω και με επώδυνους συμβιβασμούς, θεωρείται πράξη ευθύνης και όχι δειλίας, και δημιούργησε χώρο για διπλωματικές πρωτοβουλίες και διεθνή παρέμβαση, στοχεύοντας στην αποτροπή ενός πολέμου που θα μπορούσε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο οδηγώντας τη χώρα σε περιπέτειες χωρίς σαφή στρατηγικό όφελος.

Ιστορική αποτίμηση και οι συνέπειες των επιλογών

Η Ιστορία ούτε ξαναγράφεται, ούτε ξεχνάει. Τα έργα του καθενός είναι εκεί, αδιάψευστοι μάρτυρες των επιλογών που έγιναν και της πολιτικής νοοτροπίας που τις υπαγόρευσε. Η “μικρά πλην έντιμος Ελλάς” οδηγήθηκε σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Γιατί; διότι για τους πολιτικούς μας ινστρούχτορες η διπλωματία και η πολιτική αποτελούν πεδίο συμβιβασμών και τακτικισμών, ακόμα και εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε την αλήθεια: η Ελλάδα, ακόμη και όταν διαθέτει ισχύ, δεν διαθέτει πάντα τη βούληση να την χρησιμοποιήσει.

Όμως, η εθνική κυριαρχία δεν είναι δεδομένη. Απαιτεί σαφή προσανατολισμό και στρατηγική, αποφασιστική ηγεσία, επιχειρησιακή εγρήγορση και προβολή ισχύος επί του πεδίου. Δεν αρκούν τα λόγια, οι δηλώσεις ή οι συμβολισμοί. Η πατρίδα μας έχει πληρώσει βαρύ τίμημα για τη δειλία, την ατολμία και την ανικανότητα ορισμένων, και η Ιστορία δεν συγχωρεί! Σε κάθε ιστορική στιγμή, σε κάθε ευκαιρία καλούμαστε να δείξουμε ποιοι είμαστε και πώς επιτρέπουμε να μας καθορίζουν οι περιστάσεις.

Η Ελλάδα των Ιμίων ήταν μια χώρα που, εκείνη τη νύχτα, δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της και εμεις αποδειχθήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων.

Ο νέος ναυτικός ψυχρός πόλεμος

Η επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ —η ακινητοποίηση και κατάσχεση του δεξαμενόπλοιου «Marinera» σε διεθνή ύδατα νότια της Ισλανδίας και η κατάσχεση του παναμαϊκού υπερδεξαμενόπλοιου «Sophia» στην Καραϊβική, μαζί με τα πλοία Olina, Centuries και Skipper— εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο μιας «νέας ναυτικής ψυχροπολεμικής» αντιπαράθεσης.

Στο πρώτο περιστατικό, η Ακτοφυλακή των ΗΠΑ (USCG), βάσει ομοσπονδιακού εντάλματος και με επίκληση παραβίασης του εμπάργκο κατά της Βενεζουέλας, πραγματοποίησε νηοψία και κατάσχεση. Η προσπάθεια προστασίας του πλοίου μέσω εν πλω αλλαγής σημαίας (από Γουιάνα σε Ρωσία) δεν απέτρεψε την επιχείρηση, ενώ τα ρωσικά ναυτικά μέσα στην περιοχή, δεν παρενέβησαν. Παράλληλα, το «Sophia» συνδέθηκε με λαθρεμπόριο πετρελαίου προς όφελος της Κίνας. Διαβάστε τη συνέχεα εδώ: https://geoeurope.org/2026/01/10/o-neos-naytikos-psyxros-polemos/