Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

Όχι αδιαφορία, όχι υστερία: η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική


 

Στον απόηχο της κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου από το κοινοβούλιο της Λιβύης - το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν εκπροσωπεί κανέναν και τίποτα - και σε συνέχεια του χθεσινού μου άρθρου στο GeoEurope, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες επισημάνσεις, οι οποίες μπορούν να μας βοηθήσουν να αποκτήσουμε μια σαφέστερη εικόνα του ζητήματος, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με τη χώρα μας. Άλλωστε, και στο χθεσινό μου άρθρο σημείωνα ότι θα πρέπει επιτέλους να πούμε αλήθειες.

Πρώτον, αποδίδουμε στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, κατά τα άλλα παράνομο και ανυπόστατο, πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ όση πραγματικά έχει, με αποτέλεσμα να ενισχύουμε εμείς οι ίδιοι τη βαρύτητά του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταλήγουμε ουσιαστικά να το νομιμοποιούμε στην πράξη, θα έλεγε κανείς, επειδή αυτό εξυπηρετεί τις δικές μας πολιτικές επιλογές, έστω κι αν το τίμημα είναι η αποδυνάμωση των ίδιων μας των κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Δεύτερον, γιατί μας εξυπηρετεί αυτή η στάση; Επειδή η Ελλάδα, δυστυχώς, αδυνατεί να λειτουργήσει έξω από το πλαίσιο του κατευνασμού και της υποχωρητικότητας. Μπορεί στο παρελθόν να υπήρχαν αντικειμενικοί λόγοι που επέβαλλαν μια τέτοια προσέγγιση. Ωστόσο, από την εποχή Σημίτη και έπειτα, έχουν οικοδομηθεί πολιτικές καριέρες πάνω σε αυτήν ακριβώς τη λογική, η οποία σταδιακά μετατράπηκε από επιλογή τακτικής σε πάγια αντίληψη για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε μακριά τα σχετικά παραδείγματα. Ο νυν υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν έχει αντίρρηση να ενημερώνει γραπτώς την Τουρκία για την πορεία του έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης, προσθέτοντας, βεβαίως, ότι η χώρα μας δεν πρόκειται να ζητήσει την άδειά της για την υλοποίησή του. Η διάκριση αυτή είναι μεν σαφής σε επίπεδο διακηρύξεων, δεν αναιρεί, ωστόσο, το γεγονός ότι η Αθήνα εξακολουθεί να κινείται μέσα σε ένα πλαίσιο το οποίο, αντί να διευρύνει τα περιθώρια δράσης της, την υποχρεώνει να προσαρμόζει τις κινήσεις της στις απαιτήσεις της Άγκυρας.

Τρίτον, ο κατευνασμός και η υποχωρητικότητα, ως κυρίαρχο πλαίσιο άσκησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, επιτρέπουν μόνο περιορισμένα περιθώρια ελιγμών. Πρόκειται, άλλωστε, για μια ευελιξία εκ των υστέρων, καθαρά αντιδραστική, και όχι για μια δημιουργική στρατηγική που διαμορφώνει τις εξελίξεις αντί να ακολουθεί τις πρωτοβουλίες της άλλης πλευράς.

Αυτή ήταν, σε μεγάλο βαθμό, η πρακτική και του Νίκου Δένδια, ο οποίος, αν και διαφωνούσε με τη λογική του κατευνασμού, βρέθηκε αναγκασμένος να υπηρετεί το συνολικό πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής και τελικά αντικαταστάθηκε. Την ίδια προσέγγιση ακολουθεί σήμερα ο Γιώργος Γεραπετρίτης, με τη διαφορά ότι στην περίπτωσή του η προσαρμογή σε αυτήν τη λογική εμφανίζεται περισσότερο συνειδητή και πρόθυμη.

Μετά την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, η Αθήνα έσπευσε - σύμφωνα με δημοσιεύματα - να εντείνει τις διπλωματικές διεργασίες με την Αίγυπτο, επιδιώκοντας την επέκταση της συμφωνίας οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ των δύο χωρών. Η κίνηση αυτή είναι εύλογη στο πλαίσιο της προσπάθειας ενίσχυσης των ελληνικών θέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν παύει, ωστόσο, να εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική εκ των υστέρων αντίδρασης στις πρωτοβουλίες της Άγκυρας, αντί μιας συνεκτικής στρατηγικής που θα καθορίζει εκ των προτέρων το πεδίο των εξελίξεων.

Την ίδια στιγμή, οι πολεμικές ιαχές και οι εκκλήσεις για άμεση, μονομερή λήψη δραστικών μέτρων - όπως, για παράδειγμα, η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια - κατακλύζουν τον δημόσιο λόγο, συχνά συσκοτίζοντας αντί να διαφωτίζουν τον διάλογο. Τέτοιου είδους παρεμβάσεις, όταν διατυπώνονται χωρίς την αναγκαία στρατηγική και γεωπολιτική στάθμιση, δεν προσφέρουν ουσιαστικές λύσεις. Αντιθέτως, κινδυνεύουν να περιπλέξουν περαιτέρω μια ήδη σύνθετη κατάσταση, καλλιεργώντας προσδοκίες τις οποίες η πολιτική ηγεσία ενδέχεται να δυσκολευτεί να διαχειριστεί.

Υπάρχουν, άλλωστε, και άλλοι τρόποι άσκησης πίεσης προς την Τουρκία, οι οποίοι δεν εξαντλούνται σε δημόσιες διακηρύξεις ούτε προϋποθέτουν την εκ των προτέρων δημοσιοποίηση κάθε διαθέσιμης επιλογής. Ο δημόσιος λόγος και το διαδίκτυο δεν αποτελούν το κατάλληλο πεδίο για την ανάλυση ή την αποκάλυψη τέτοιων κινήσεων. Η αποτελεσματικότητά τους, άλλωστε, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον αιφνιδιασμό, τη σωστή χρονική επιλογή και την ύπαρξη συγκεκριμένου σχεδιασμού. Πάντως, η πιο ορθή απάντηση δεν είναι ούτε η αδιαφορία ούτε η δημόσια υστερία, αλλά συνεχής, χαμηλού θορύβου και πολυεπίπεδη αντιστάθμιση. 

Η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει τον αναθεωρητικό της προσανατολισμό ούτε την επιδίωξή της να περιορίσει δραστικά την ελληνική παρουσία και επιρροή στην ευρύτερη περιοχή. Η ιστορική εμπειρία και η διαχρονική συμπεριφορά της Άγκυρας δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε ελληνική αντίδραση πρέπει να υπαγορεύεται από την ένταση της στιγμής. Κάθε σπασμωδική κίνηση, ιδίως όταν υπαγορεύεται από την πίεση της κοινής γνώμης ή από την ανάγκη πολιτικής επίδειξης αποφασιστικότητας, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη, εφόσον δεν εντάσσεται σε έναν ευρύτερο και συνεκτικό σχεδιασμό. 

Πέρα, όμως, από όλα τα παραπάνω, υπάρχει μια προϋπόθεση χωρίς την οποία καμία στρατηγική δεν μπορεί να αποδώσει: η πολιτική βούληση. Για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την Τουρκία και τον αναθεωρητισμό της, δεν αρκούν οι διπλωματικές διαμαρτυρίες, οι αποσπασματικές πρωτοβουλίες ή οι διακηρύξεις περί αποφασιστικότητας. Απαιτείται η βούληση να αξιοποιήσουμε στην πράξη τα διαθέσιμα μέσα, να αναλάβουμε το αναγκαίο πολιτικό κόστος και να διαμορφώσουμε μια στρατηγική με σαφείς στόχους και συνέπεια στην εφαρμογή της. Και αυτήν τη βούληση, δυστυχώς, δεν τη διαθέτουμε στον βαθμό που απαιτούν οι περιστάσεις.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημά μας.

Το στρατηγικό κενό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Κριτική παρατήρηση για τη Λιβύη, την αποτροπή και την ανάγκη εθνικού σχεδιασμού


Σύμφωνα με τη μακιαβελική σκέψη, ο σοβαρότερος κίνδυνος για έναν ηγέτη – και, κατ’ επέκταση, για έναν λαό ή μια χώρα – δεν είναι πάντα ο εξωτερικός εχθρός. Είναι συχνά οι ίδιες οι αυταπάτες του, τα πάθη του, η αδυναμία του να διαβάσει την πραγματικότητα και η έλλειψη στρατηγικής σκέψης.

Κάποια στιγμή θα πρέπει να μιλήσουμε έξω από τα δόντια για τις αποτυχίες της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Όχι μόνο για τα λάθη και τις αστοχίες της συγκυρίας, αλλά και, σε βάθος χρόνου, για την αδυναμία της χώρας να διαμορφώνει την εξωτερική της πολιτική και τις διεθνείς της σχέσεις με συνεκτικό, διαχρονικό και λειτουργικό σχεδιασμό.

Αυτή είναι μία κριτική, όχι μια γενική καταδίκη. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://geoeurope.org/2026/10/23/to-stratigiko-keno-tis-ellinikis-exot/

 

Τι δεν ξέρουμε ακόμη για τον Κάθετο Διάδρομο


Το γεγονός ότι ο Κάθετος Διάδρομος βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή την αποπομπή Guilfoyle, αποτελεί ένδειξη ότι διακυβεύονται σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα, τα οποία δεν περιορίζονται μόνο στην ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης κατά το επίσημο κυβερνητικό αφήγημα στην Ελλάδα.

Η γεωγραφική θέση της χώρας μας, οι υποδομές LNG και η διασύνδεσή της με χώρες της βαλκανικής χερσονήσου είναι αντικείμενο ανταγωνισμού. Κανείς δεν δύναται να αμφισβητήσει ότι η δυνατότητα να αποτελέσει βασική πύλη εισόδου φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη προσφέρει στη πατρίδα μας σημαντικές ευκαιρίες. Δεν εξασφαλίζει, όμως, αυτομάτως ούτε την εμπορική επιτυχία των σχετικών σχεδίων, ούτε τη μετατροπή της γεωγραφικής της θέσης σε διαρκή πολιτική και διαπραγματευτική ισχύ. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://geoeurope.org/2026/10/20/ti-den-xeroume-akomi-gia-ton-katheto-dia/