Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Από τη νομιμότητα στην αφήγηση: Η επικοινωνιακή υποκατάσταση των κανόνων στις διεθνείς σχέσεις

Τριάντα χρόνια ενασχόλησης με τις διεθνείς σχέσεις μού έχουν διδάξει ότι οι ουσιαστικές μεταβολές στο διεθνές σύστημα σπάνια εκδηλώνονται ως αιφνίδιες ρήξεις. Πρόκειται συνήθως για αργές, συσσωρευτικές μετατοπίσεις που γίνονται αντιληπτές εκ των υστέρων, όταν τα αποτελέσματά τους έχουν ήδη παγιωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, η σταδιακή ανάδειξη της επικοινωνιακής διαχείρισης ως κυρίαρχου εργαλείου στις διεθνείς σχέσεις δεν υπήρξε εξέλιξη που συνέβη εν μια νυκτί. Αποτελεί προϊόν μιας μακράς διαδικασίας κατά την οποία η έμφαση μετατοπίστηκε, σχεδόν ανεπαίσθητα, από τη λογική της θεσμικής δέσμευσης στη λογική της αφήγησης, σηματοδοτώντας μια μορφή διάβρωσης (norm erosion) στο διεθνές σύστημα.

Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά απλώς τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη παρουσιάζουν τις ενέργειές τους. Αγγίζει βαθύτερα τη σχέση ανάμεσα στην ισχύ, τη νομιμοποιητική βάση και τους θεσμούς που συγκροτούν τη διεθνή τάξη. Εκεί όπου άλλοτε η διεθνής πολιτική όφειλε να συμμορφώνεται με ένα σύνολο κανόνων που περιόριζαν τη χρήση στρατιωτικής δύναμης, σήμερα παρατηρείται ολοένα συχνότερα η υποκατάσταση της κανονιστικής αυτής δέσμευσης από την αφηγηματική παρουσίαση των όποιων παρεμβάσεων.

Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει σταδιακά τη δομή της διεθνούς νομιμοποίησης. Οι κανόνες που συγκρότησαν το μεταπολεμικό θεσμικό πλαίσιο - ιδιαίτερα στη Δύση - και οι περιορισμοί στη χρήση της βίας δεν αποτέλεσαν ποτέ απόλυτο φραγμό. Λειτουργούσαν, ωστόσο, ως ένα σημείο αναφοράς που καθόριζε τα όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς και παρείχε ένα κοινό μέτρο λογοδοσίας. Σήμερα, η αξιολόγηση μιας πολιτικής ενέργειας στρέφεται όλο και περισσότερο από τη συμμόρφωσή της με το κανονιστικό πλαίσιο, προς την αποτελεσματικότητα της επικοινωνιακής της διαχείρισης.

Με άλλα λόγια, η νομιμοποιητική βάση μιας ενέργειας δεν εξαρτάται πλέον από τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο ή τις αρχές της συλλογικής ασφάλειας, αλλά από την δυνατότητα διαμόρφωσης ενός πειστικού αφηγήματος. Η στρατηγική επιτυχία δεν κρίνεται πλέον μόνο στο πεδίο της ισχύος ή των θεσμών, αλλά και στο πεδίο της ερμηνείας, δηλαδή στην ικανότητα του δρώντος να παρουσιάσει την πράξη του ως αναγκαία και/ή ιστορικά δικαιολογημένη.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι διεθνείς νόρμες μεταβάλλονται σταδιακά από δεσμευτικούς μηχανισμούς σε εργαλεία επιλεκτικής επίκλησης. Επικαλούνται όταν ενισχύουν την πολιτική θέση ενός κράτους ή ηγέτη και παρακάμπτονται όταν περιορίζουν τα περιθώρια δράσης του. Η επικοινωνιακή διαχείριση λειτουργεί τότε ως μηχανισμός εξομάλυνσης αυτής της αντίφασης, μετατρέποντας την απόκλιση από τους κανόνες σε πολιτικά αποδεκτή πράξη μέσω κατάλληλης ερμηνείας και παρουσίασης.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι βαθιά συστημικές. Όσο περισσότερο η διεθνής τάξη βασίζεται στην ισχύ της αφήγησης και λιγότερο στη συνέπεια προς τους κανόνες, τόσο αποδυναμώνεται το θεσμικό πλαίσιο που υποτίθεται ότι συγκρατεί τις συγκρούσεις. Η μετακίνηση από τη νομιμότητα προς τη δημιουργία αφηγηματικού πλαισίου για τις ενέργειες των δρώντων μετατρέπει τους κανόνες σε ευέλικτα εργαλεία πολιτικής.

Σε αυτό το διεθνές σκηνικό, η σταθερότητα του συστήματος δεν καθορίζεται τόσο από την ύπαρξη κοινά αποδεκτών κανόνων όσο από τον συσχετισμό δυνάμεων και την ικανότητα των ισχυρών να επιβάλλουν την εκδοχή της πραγματικότητας που τους εξυπηρετεί. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το βαθύτερο διακύβευμα. Όταν η αφήγηση υποκαθιστά τη νομιμότητα, η ισχύς δεν χρειάζεται πλέον να πειθαρχεί σε θεσμούς· αρκεί να ελέγχει την ερμηνεία κάθε κίνησης και κάθε ενέργειας.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η μονομερής λογική της Τουρκίας έναντι της συλλογικής προσέγγισης της Ελλάδας / Turkey’s unilateral approach vs. Greece’s collective security vision


🇬🇷 Η στάση Αθήνας και Άγκυρας στην Κύπρο, ιδιαίτερα υπό το βάρος των πρόσφατων εξελίξεων, αναδεικνύει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις για το τι συνιστά πραγματική ασφάλεια στο νησί και την Ανατολική Μεσόγειο κατ’ επέκταση.

Ο Νίκος Δένδιας υπογράμμισε ότι ζητούμενο είναι η ασφάλεια όλων των νόμιμων κατοίκων της μεγαλονήσου, ανεξαρτήτως κοινότητας. Η διατύπωση αυτή αντανακλά μια πρακτική αντίληψη που εντάσσει τη σταθερότητα και την προστασία της κυπριακής κοινωνίας - στο σύνολό της - σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κρατικής νομιμότητας, αμυντικής θωράκισης και διεθνούς υποστήριξης, χωρίς εξαιρέσεις, αστερίσκους ή επικαλυπτόμενα συμφέροντα.

Από την ελληνική οπτική, η βιώσιμη ασφάλεια ενός πλήρως αναγνωρισμένου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να στηρίζεται σε καθεστώτα επιτήρησης ή σε εξωτερικές “εγγυήσεις”, αλλά στην κυριαρχία, στην έμπρακτη αποτροπή απειλών και στην ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας και της συμμαχικής αλληλεγγύης, ώστε η Κύπρος να μην βρεθεί ποτέ απομονωμένη.

Στον αντίποδα, η τουρκική αντίδραση - με την ανάπτυξη έξι μαχητικών F-16 και συστημάτων αεράμυνας στα κατεχόμενα ως “εγγυήτρια δύναμη” για την αποκλειστική προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας - επιβεβαιώνει τη μονομερή λογική της Άγκυρας. Αντί να ενταχθεί σε ένα σχήμα συνολικής ασφάλειας για το σύνολο του νησιού, η Τουρκία αναπαράγει τη λογική της διχοτόμησης και διατηρεί στρατιωτική παρουσία που λειτουργεί ως συνεχής μηχανισμός επιτήρησης - ουσιαστικά ομηρίας, στα κατεχόμενα, αποκλείοντας κάθε θεσμική πρόβλεψη συλλογικής προστασίας.

Η αντίθεση αυτή δεν περιορίζεται στο επίπεδο της ρητορικής. Προδίδει μια βαθιά απόκλιση στρατηγικής κουλτούρας. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει την ασφάλεια ως συλλογικό αγαθό όλων των Κυπρίων και την εντάσει οργανικά στο ευρωπαϊκό και δυτικό πλαίσιο ασφάλειας. Η Τουρκία, αντίθετα, την περιορίζει στην έννοια της “εγγύησης” για μία και μόνο κοινότητα, αγνοώντας συστηματικά την ανάγκη για ενιαία, θεσμικά κατοχυρωμένη αρχιτεκτονική ασφάλειας σε όλη την Κύπρο.

Η Άγκυρα δεν έχει διατυπώσει, ούτε υπαινιχθεί, οποιαδήποτε πρόθεση ενσωμάτωσης της στρατιωτικής της παρουσίας σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο συλλογικής άμυνας. Αντιθέτως, επιμένει στο παρωχημένο μονομερές εγγυητικό καθεστώς, ερμηνεύοντάς το με τρόπο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Η σημασία αυτής της στάσης καθίσταται πιο εμφανής στο ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό. Η Τουρκία διατηρεί ανοικτούς - και σε ορισμένες περιπτώσεις ενισχυμένους - διαύλους συνεργασίας με το Ιράν σε πολλαπλά μέτωπα, από τη Συρία έως τον Καύκασο και τις ενεργειακές ισορροπίες της Μέσης Ανατολής, παρά τις ευθείες συγκρούσεις της Τεχεράνης με τη Δύση, το Ισραήλ και σημαντικούς συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.

Αυτή η παράλληλη συνύπαρξη με μια δύναμη σε συστημική αντιπαράθεση με το δυτικό στρατόπεδο ενισχύει τις αμφιβολίες για το κατά πόσο η Τουρκία συμμερίζεται πράγματι τις θεμελιώδεις αξίες, αρχές και στρατηγικές προτεραιότητες που διέπουν την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική κοινότητα.

Η πρόσφατη ανάπτυξη μαχητικών στα κατεχόμενα συνιστά απόδειξη της αδυναμίας ένταξης της Τουρκίας σε συλλογικά ευρωπαϊκά εγχειρήματα ασφάλειας και άμυνας καθώς και στις όποιες πρωτοβουλίες στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αντίθεση αντίληψης Αθήνας και Άγκυρας στην Κύπρο λειτουργεί ως βαρόμετρο της ευρύτερης στρατηγικής απόκλισης ανάμεσα στην Τουρκία και τη Δύση. Σε μια περίοδο αυξανόμενης περιφερειακής αστάθειας, η απόκλιση αυτή καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμη, τη στιγμή που οι διεθνείς συνθήκες απαιτούν μεγαλύτερη σύγκλιση αντιλήψεων, θεσμών και αξιών μεταξύ συμμάχων.

Η τουρκική αντίληψη παραμένει ασύμβατη με τη φιλοσοφία της συλλογικής ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας.

***

🇬🇧 Athens and Ankara’s positions on Cyprus, especially in light of recent developments, reveal two completely opposing views of what real security on the island - and in the Eastern Mediterranean more broadly - actually means.

Nikos Dendias has stressed that the priority is the security of all lawful residents of the island, regardless of community. This approach reflects a practical perspective that places the stability and protection of Cypriot society as a whole within a broader framework of state legitimacy, defense, and international support, without exceptions, caveats, or conflicting interests.

From the Greek point of view, sustainable security for a fully recognized EU member state cannot rest on surveillance systems or external “guarantees.” It depends on sovereignty, practical deterrence of threats, and strengthening both defense capabilities and allied support, so that Cyprus is never left isolated.

Turkey, by contrast, has responded by deploying six F-16 fighter jets and air defense systems in the occupied areas, claiming to act as a “guaranteeing power” solely for the Turkish Cypriot community. This reinforces Ankara’s unilateral logic. Instead of being part of a comprehensive security framework for the whole island, Turkey repeats the logic of division, maintaining a military presence that functions as constant surveillance - effectively a form of hostage-taking - while ignoring any institutional framework for collective protection.

This difference is not rhetorical; it reflects a deep gap in strategic culture. Greece sees security as a collective good for all Cypriots, embedding it organically within the European and Western security framework. Turkey, on the other hand, reduces the idea of “guarantee” to a single community, systematically ignoring the need for a unified, institutionally anchored security system across the island.

Ankara has neither expressed nor hinted at any intention to integrate its military presence into a broader European framework for collective defense. On the contrary, it persists with its outdated unilateral guarantee regime, interpreting it in ways that directly contradict international law and UN Security Council resolutions.

The importance of this stance becomes even clearer in the broader geopolitical context. Turkey keeps open - and in some cases strengthened - channels of cooperation with Iran across multiple fronts, from Syria to the Caucasus and energy issues in the Middle East, despite Iran’s direct confrontations with the West, Israel, and key NATO allies.

This parallel alignment with a country in systemic opposition to the West raises serious doubts about whether Turkey truly shares the fundamental values, principles, and strategic priorities that underpin the European and Euro-Atlantic community.

The recent deployment of fighter jets in the occupied areas confirms Turkey’s inability to participate effectively in collective European security and defense initiatives, as well as in EU strategic autonomy efforts.

The divergence in how Athens and Ankara see and act on Cyprus serves as a barometer of the wider strategic gap between Turkey and the West. In a time of increasing regional instability, this gap becomes even more critical, just when international conditions demand greater alignment of views, institutions, and values among allies.

Turkey’s approach remains incompatible with the philosophy of collective European defense and security.

 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;


Το ερώτημα επανέρχεται διαρκώς κάθε φορά που η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε περιόδους υψηλής έντασης. Ωστόσο, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι αρκετή, όπως δεν είναι αρκετό να εξετάσουμε μόνο τη νομιμότητα των πολεμικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
 
Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο τέτοιες ενέργειες μεταβάλλουν την ίδια τη δομή της περιφερειακής ασφάλειας και το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η διεθνής νομιμότητα. Διότι, στην πράξη, η χρήση στρατιωτικής ισχύος από ισχυρά κράτη τείνει να δημιουργεί προηγούμενα που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και άλλων δρώντων.
 
Στην περίπτωση του Ιράν, η εν εξελίξει επιχείρηση δεν αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό του πρόγραμμα ή τη στρατιωτική του ισχύ. Ούτε καν το ύφος, το περιεχόμενο ή τη δομή εξουσίας στη χώρα. Αφορά πρωτίστως τον ρόλο που διαδραματίζει ως περιφερειακός πόλος επιρροής στη Μέση Ανατολή και την προσπάθεια ανταγωνιστικών δυνάμεων να περιορίσουν αυτή την επιρροή πριν αποκτήσει μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά. Υπό αυτή την οπτική, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αποτελούν λιγότερο μια στιγμιαία απάντηση σε μια απειλή και περισσότερο ένα εργαλείο διαμόρφωσης του γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
 
Παράλληλα, η επίκληση του “σκοπού” ως ηθικής δικαιολόγησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς εξακολουθεί να λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας. Όσο πιο ασαφές γίνεται το όριο μεταξύ άμυνας, αποτροπής και προληπτικού πλήγματος, τόσο περισσότερο η έννοια της νομιμότητας μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.
 
Σε αυτό το πλαίσιο, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο αν τα μέσα δικαιολογούνται από τον σκοπό. Είναι κατά πόσο η αποδοχή μιας τέτοιας λογικής, ακόμη και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, υπονομεύει το ίδιο το πλαίσιο κανόνων που υποτίθεται ότι συγκρατεί την ανεξέλεγκτη χρήση ισχύος στις διεθνείς σχέσεις.
 
Όταν η εξαίρεση μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής, η διάκριση μεταξύ νομιμότητας και ισχύος αρχίζει να θολώνει. Τότε η διεθνής τάξη μετατρέπεται περισσότερο σε πεδίο συσχετισμών παρά σε σύστημα κανόνων, ενώ η βία της ισχύος παρουσιάζεται ως δομικό στοιχείο ενός κόσμου όπου η πολιτική σκοπιμότητα υπερέχει της νομιμότητας και κάθε έννοιας δικαίου.
 
Οι ρητορείες περί "αναγκαιότητας", "ασφάλειας" ή "ιστορικής αποστολής" καταρρέουν μπροστά στην εμπειρία των ανθρώπων που καλούνται να πληρώσουν το πραγματικό κόστος των αποφάσεων. Η απόσταση ανάμεσα στους στρατηγικούς στόχους και στην ανθρώπινη πραγματικότητα είναι εμφανής.
 
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για τις ενέργειες εναντίον του Ιράν δεν είναι μόνο νομική ή στρατηγική. Είναι και βαθιά πολιτισμική. Κάθε εποχή κατασκευάζει το δικό της λεξιλόγιο για να περιγράψει την αναγκαιότητα της ισχύος: άλλοτε "αυτοάμυνα", άλλοτε "σταθερότητα", άλλοτε "αποτροπή". Πίσω όμως από τις έννοιες αυτές παραμένει το ίδιο διαχρονικό ερώτημα: ποιός αποφασίζει ποιος σκοπός είναι αρκετά σημαντικός ώστε να δικαιολογεί τα μέσα;
 
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι κοινωνίες σπάνια απαντούν σε αυτό το ερώτημα πριν από τη σύγκρουση. Συνήθως το αντιμετωπίζουν εκ των υστέρων και τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από τη θεωρία της δικαιολόγησης στη συνειδητοποίηση του κόστους. Διότι, όσο πειστική κι αν φαίνεται η λογική του σκοπού στο επίπεδο της στρατηγικής, η πραγματικότητα των μέσων είναι εκείνη που τελικά καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία.
 
Και ο καθορισμός αυτός αναπόφευκτα απογυμνώνει κάθε πόλεμο, κάθε πολεμική σύρραξη ή στρατιωτική επιχείρηση - όπως κι αν επιλέξει κανείς να την ονομάσει - από κάθε ηθική δικαιολόγηση.