Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Η Πρωτομαγιά που προδώσαμε


Καθώς περνούν τα χρόνια, το ερώτημα επιστρέφει με αυξανόμενη ενόχληση: τί ακριβώς γιορτάζουμε την Πρωτομαγιά και με ποιο ηθικό δικαίωμα επικαλούμαστε ακόμα τον συμβολισμό της συγκεκριμένης ημέρας; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Είναι η πιο ειλικρινής πρόκληση που μπορεί να απευθύνει κανείς σε μια κοινωνία που έχει μάθει να συμβιώνει άνετα με τις αντιφάσεις της.
 
Γιατί η αδράνεια που παρατηρούμε γύρω μας δεν είναι απλή αδυναμία ή κούραση. Είναι επιλογή. Οι πολίτες δεν αδυνατούν απλώς να υπερασπιστούν δικαιώματα που κατακτήθηκαν με αίμα και κόπο· πολύ συχνά συμβάλλουν οι ίδιοι στην αποδόμησή τους, υιοθετώντας αφηγήματα που παρουσιάζουν την υποβάθμιση της ζωής τους ως “αναπόφευκτη πραγματικότητα” ή “κοινό συμφέρον”. Πίσω από αυτά τα αφηγήματα κρύβονται πολιτικοί όλων των αποχρώσεων, συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και κάθε λογής διαχειριστές, οι οποίοι από τη μία αποδομούν εργασιακές κατακτήσεις και από την άλλη κομπάζουν για τις δήθεν παροχές που «διορθώνουν» «αδικίες», ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγουν το ίδιο πλέγμα εξάρτησης και διαρκούς ανακύκλωσης των προβλημάτων που υποτίθεται ότι θεραπεύουν.
 
Η ιστορική οπισθοδρόμηση δεν είναι απλά εντυπωσιακή... Είναι ντροπή ένας εργαζόμενος να μην μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τα στοιχειώδη για να ζήσει ανθρώπινα από τη δουλειά του. Είναι προσβλητικό για την ίδια την έννοια της ανθρώπινης αξίας να μην μπορεί να θρέψει την οικογένειά του χωρίς να εξαντληθεί σωματικά και ψυχικά. Είναι εξοργιστικό να αναγκάζεται σε δύο και τρεις δουλειές, χωρίς ασφάλεια, χωρίς σταθερότητα, χωρίς καμία προοπτική, απλά και μόνο για να επιβιώνει πληρώνοντας την κυβερνητική ανικανότητα με καπέλο. Είναι ακατανόητη η αδυναμία πρόσβασης σε αξιοπρεπή στέγη… Μόνο μία εξήγηση μπορεί να είναι αποδεκτή: το κράτος έχει προδώσει την πιο βασική του αποστολή καθώς, όσα αλλού θεωρούνται αυτονόητα, εδώ παρουσιάζονται ως ανέφικτες πολυτέλειες από ακριβώς εκείνους που ποζάρουν ως υπερασπιστές του εργαζόμενου.
 
Η Πρωτομαγιά έχει εκφυλιστεί προ πολλού σε ένα κενό τελετουργικό. Μια ημέρα “τιμής της εργασίας” που οικειοποιούνται ακριβώς εκείνοι που συνέβαλαν περισσότερο στην υποβάθμισή της. Και ενώ αυτοί μιλούν για “πρόοδο” και “δικαιώματα” και “κατακτήσεις” και “αγώνες”, οι ίδιοι οι πολίτες - με την ανοχή, τη σιωπή τους, τον φόβο τους, τον μικροκομματικό τους διχασμό - λειτουργούν ως ο πιο αποτελεσματικός σύμμαχος αυτής της διάβρωσης.
 
Και η διάβρωση αυτή δεν συντελείται πλέον μόνο στο επίπεδο των νόμων και των αγορών. Συντελείται και εκεί όπου ο αλγόριθμος καθορίζει τι θα γίνει ορατό. Οι πλατφόρμες που “φιλοξενούν” τον σύγχρονο δημόσιο διάλογο και επιβάλλουν το περιεχόμενο και κατευθύνουν την προσοχή στο εντυπωσιακό και το πολωτικό εις βάρος του ουσιαστικού. 
 
Η Πρωτομαγιά - όπως κάθε τι εμπορεύσιμο - γίνεται hashtag, η αγανάκτηση γίνεται story, η διεκδίκηση γίνεται post που εξαντλούνται με το σκρολάρισμα. Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι η εξαφάνιση της αντίστασης· είναι ότι αυτή προδιαγράφεται ως αδρανής ακόμα πριν εκφραστεί, ενσωματωμένη εκ των προτέρων στον ίδιο τον μηχανισμό που υποτίθεται ότι αμφισβητεί. Έτσι προκύπτουν θεσμοί που λειτουργούν αλλά δεν εμπνέουν, και πολίτες που συμμετέχουν αλλά δεν πιστεύουν. Βλέπε δικαιοσύνη...
 
Δεν χρειάζεται να γίνουμε Ροβεσπιέροι για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Αρκεί να παραδεχτούμε ότι η χρόνια παθητικότητα απέναντι στην αδικία δεν είναι ουδετερότητα αλλά συναίνεση. Και ότι η αγανάκτηση, όταν η αδικία παγιώνεται, δεν είναι απλώς συναίσθημα αλλά πολιτική ανάγκη.
 
Αν θέλουμε να τιμήσουμε ειλικρινά αυτή την ημέρα, πρέπει πρώτα να σταματήσουμε να αυταπατώμαστε. Η αναδιάταξη της σχέσης πολίτη και εξουσίας δεν θα έρθει με συμβολικές πορείες, κενές διακηρύξεις ή (viral) αναρτήσεις. Χρειάζεται απόφαση και γι’ αυτή την απόφαση θα απαιτηθεί θάρρος για να κοιτάξουμε κατάματα τη δική μας ευθύνη για την κατάσταση που καταγγέλλουμε.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Προς μια νέα πυρηνική εποχή της Ευρώπης;


Σε μια κίνηση που μπορεί σηματοδοτήσει μια δραστική αλλαγή στο δόγμα ασφαλείας της Ευρώπης, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε πρόσφατα μια σειρά από «σημαντικές αλλαγές» στην πυρηνική στρατηγική της χώρας του. Μιλώντας από την υποβρυχιακή βάση της Ιλ Λονγκ, ο Γάλλος ηγέτης παρουσίασε ένα νέο όραμα «εκτεταμένης αποτροπής», το οποίο δεν περιορίζεται στα γαλλικά σύνορα αλλά επεκτείνεται για να καλύψει ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, εμπλέκοντας άμεσα και την Ελλάδα. Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί απάντηση σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο, αλλά ταυτόχρονα εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της, καθώς και για μια νέα κούρσα εξοπλισμών. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://geoeurope.org/2026/03/18/pros-mia-nea-pyriniki-epoxi-tis-eyropi/

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Από τη νομιμότητα στην αφήγηση: Η επικοινωνιακή υποκατάσταση των κανόνων στις διεθνείς σχέσεις

Τριάντα χρόνια ενασχόλησης με τις διεθνείς σχέσεις μού έχουν διδάξει ότι οι ουσιαστικές μεταβολές στο διεθνές σύστημα σπάνια εκδηλώνονται ως αιφνίδιες ρήξεις. Πρόκειται συνήθως για αργές, συσσωρευτικές μετατοπίσεις που γίνονται αντιληπτές εκ των υστέρων, όταν τα αποτελέσματά τους έχουν ήδη παγιωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, η σταδιακή ανάδειξη της επικοινωνιακής διαχείρισης ως κυρίαρχου εργαλείου στις διεθνείς σχέσεις δεν υπήρξε εξέλιξη που συνέβη εν μια νυκτί. Αποτελεί προϊόν μιας μακράς διαδικασίας κατά την οποία η έμφαση μετατοπίστηκε, σχεδόν ανεπαίσθητα, από τη λογική της θεσμικής δέσμευσης στη λογική της αφήγησης, σηματοδοτώντας μια μορφή διάβρωσης (norm erosion) στο διεθνές σύστημα.

Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά απλώς τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη παρουσιάζουν τις ενέργειές τους. Αγγίζει βαθύτερα τη σχέση ανάμεσα στην ισχύ, τη νομιμοποιητική βάση και τους θεσμούς που συγκροτούν τη διεθνή τάξη. Εκεί όπου άλλοτε η διεθνής πολιτική όφειλε να συμμορφώνεται με ένα σύνολο κανόνων που περιόριζαν τη χρήση στρατιωτικής δύναμης, σήμερα παρατηρείται ολοένα συχνότερα η υποκατάσταση της κανονιστικής αυτής δέσμευσης από την αφηγηματική παρουσίαση των όποιων παρεμβάσεων.

Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει σταδιακά τη δομή της διεθνούς νομιμοποίησης. Οι κανόνες που συγκρότησαν το μεταπολεμικό θεσμικό πλαίσιο - ιδιαίτερα στη Δύση - και οι περιορισμοί στη χρήση της βίας δεν αποτέλεσαν ποτέ απόλυτο φραγμό. Λειτουργούσαν, ωστόσο, ως ένα σημείο αναφοράς που καθόριζε τα όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς και παρείχε ένα κοινό μέτρο λογοδοσίας. Σήμερα, η αξιολόγηση μιας πολιτικής ενέργειας στρέφεται όλο και περισσότερο από τη συμμόρφωσή της με το κανονιστικό πλαίσιο, προς την αποτελεσματικότητα της επικοινωνιακής της διαχείρισης.

Με άλλα λόγια, η νομιμοποιητική βάση μιας ενέργειας δεν εξαρτάται πλέον από τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο ή τις αρχές της συλλογικής ασφάλειας, αλλά από την δυνατότητα διαμόρφωσης ενός πειστικού αφηγήματος. Η στρατηγική επιτυχία δεν κρίνεται πλέον μόνο στο πεδίο της ισχύος ή των θεσμών, αλλά και στο πεδίο της ερμηνείας, δηλαδή στην ικανότητα του δρώντος να παρουσιάσει την πράξη του ως αναγκαία και/ή ιστορικά δικαιολογημένη.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι διεθνείς νόρμες μεταβάλλονται σταδιακά από δεσμευτικούς μηχανισμούς σε εργαλεία επιλεκτικής επίκλησης. Επικαλούνται όταν ενισχύουν την πολιτική θέση ενός κράτους ή ηγέτη και παρακάμπτονται όταν περιορίζουν τα περιθώρια δράσης του. Η επικοινωνιακή διαχείριση λειτουργεί τότε ως μηχανισμός εξομάλυνσης αυτής της αντίφασης, μετατρέποντας την απόκλιση από τους κανόνες σε πολιτικά αποδεκτή πράξη μέσω κατάλληλης ερμηνείας και παρουσίασης.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι βαθιά συστημικές. Όσο περισσότερο η διεθνής τάξη βασίζεται στην ισχύ της αφήγησης και λιγότερο στη συνέπεια προς τους κανόνες, τόσο αποδυναμώνεται το θεσμικό πλαίσιο που υποτίθεται ότι συγκρατεί τις συγκρούσεις. Η μετακίνηση από τη νομιμότητα προς τη δημιουργία αφηγηματικού πλαισίου για τις ενέργειες των δρώντων μετατρέπει τους κανόνες σε ευέλικτα εργαλεία πολιτικής.

Σε αυτό το διεθνές σκηνικό, η σταθερότητα του συστήματος δεν καθορίζεται τόσο από την ύπαρξη κοινά αποδεκτών κανόνων όσο από τον συσχετισμό δυνάμεων και την ικανότητα των ισχυρών να επιβάλλουν την εκδοχή της πραγματικότητας που τους εξυπηρετεί. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το βαθύτερο διακύβευμα. Όταν η αφήγηση υποκαθιστά τη νομιμότητα, η ισχύς δεν χρειάζεται πλέον να πειθαρχεί σε θεσμούς· αρκεί να ελέγχει την ερμηνεία κάθε κίνησης και κάθε ενέργειας.