Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Το ανάστημα της ελευθερίας

 

"Με το αστραφτερό σου οπλίσου δίκιο,
χτύπησε τη βία θαρρετή.
Κάλλιο να ’χεις θάνατο αντρίκειο,
παρά νάζηες δίχως αρετή!"


… γράφει ο Γιώργος Αθάνας στο ποίημά του "Γλυκιά μου Ελλάδα", υμνώντας το έπος εκείνων που τόλμησαν να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι στην ισχύ του αντιπάλου. Εκείνων των "ξυπόλυτων" που δεν δείλιασαν μπροστά στον εισβολέα, αλλά αντιστάθηκαν, γνωρίζοντας πως υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία κατά τις οποίες η υποχώρηση κοστίζει ακριβότερα από τη θυσία.

Εκείνων των "ρακένδυτων" που γνώριζαν κάτι που συχνά αγνοούν οι τεχνοκράτες, οι γραφειοκράτες και κάθε λογής διαχειριστές: η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους αριθμητικά ισχυρότερους, ούτε από εκείνους που διαθέτουν τα περισσότερα μέσα. Γράφεται και από εκείνους που, έχοντας το δίκιο με το μέρος τους, αρνούνται να συμβιβαστούν με το άδικο. Από εκείνους που γνωρίζουν ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, η αξιοπρέπεια δεν εκχωρείται και το δίκαιο δεν προστατεύεται μόνο με διακηρύξεις.

Ξαναδιαβάστε τους στίχους. Αναλογιστείτε πόση ιστορική μνήμη και πόση συλλογική εμπειρία συμπυκνώνονται σε τέσσερις μόλις γραμμές. Δείτε πώς το ελληνικό πνεύμα, με τις διαχρονικές του αντιφάσεις, τις τραγωδίες και τις αναγεννήσεις του, εξακολουθεί να αναμετριέται με τα ίδια θεμελιώδη ερωτήματα... την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη και το τίμημα της αντίστασης.

Με σολωμική έμπνευση, ο Αθάνας κατορθώνει, με ελάχιστες λέξεις, να αποτυπώσει το τραγικό μεγαλείο ενός λαού που διεκδίκησε το δικαίωμά του να υπάρχει ελεύθερος. Ενός λαού που έμαθε, μέσα από τις ιστορικές του δοκιμασίες, πως η ελευθερία δεν είναι αφηρημένη έννοια ούτε παραχώρηση των ισχυρών, αλλά δικαίωμα που, όταν αμφισβητείται, απαιτεί αποφασιστικότητα, αυταπάρνηση και, ενίοτε, θυσίες.

Και αυτό το μεγαλείο αναδύεται ξανά και ξανά μέσα από τις πιο οδυνηρές καμπές της Ιστορίας. Συχνά, μέσα από τη βία. Όχι, όμως, τη βία του ισχυρού που επιβάλλεται, αλλά από την αντίσταση εκείνου που, στερημένος μέσων και πλεονεκτημάτων, αρνείται να αποδεχθεί ως φυσική τάξη την αδικία. Εκείνου που εξαντλεί τα περιθώρια της υπομονής, αλλά δεν συγχέει την αυτοσυγκράτηση με την παραίτηση ούτε την ειρήνη με την υποταγή.

Δεν πρόκειται για μια άκριτη εξύμνηση της βίας ούτε για την αποδοχή της ως αυτοσκοπού. Πρόκειται για την αναγνώριση ότι το δίκαιο δεν μπορεί να απαιτεί από τον αδύναμο να αποδέχεται επ’ αόριστον απειλές και καταπίεση στο όνομα μιας επίπλαστης ειρήνης. Επιπλέον, η Ιστορία δεν είναι απλώς αναδρομή στο παρελθόν· είναι μια διαρκής υπενθύμιση των ευθυνών που γεννά το παρόν.

Σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια Τουρκία που επιμένει να αμφισβητεί την κυριαρχία της, να εγείρει διεκδικήσεις επί των κυριαρχικών της δικαιωμάτων και να συντηρεί, με απειλές και αναθεωρητικές αξιώσεις, ένα περιβάλλον διαρκούς έντασης στο Αιγαίο και την ευρύτερη περιοχή.

Η ειρήνη αποτελεί στρατηγική επιλογή μας και η διπλωματία αναγκαίο εργαλείο. Καμία από τις δύο, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται στην ανοχή τετελεσμένων, στην αποδοχή των απειλών ή στη σταδιακή εξοικείωση με την αμφισβήτηση των εθνικών μας δικαιωμάτων.

Οι Έλληνες δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε τη δικαίωση του παρόντος στις θυσίες του παρελθόντος. Οφείλουμε, όμως, να αντλήσουμε από αυτές την επίγνωση ότι η ελευθερία, η εθνική κυριαρχία και η αξιοπρέπεια δεν διασφαλίζονται με ευχολόγια ούτε διατηρούνται αυτονόητα στο πέρασμα του χρόνου. Διασφαλίζονται όταν ένα κράτος γνωρίζει τι υπερασπίζεται, διαθέτει τη βούληση και τα μέσα να το πράξει και καθιστά σαφές προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί καμία επιβολή.

Το δίκαιο δεν αρκεί να διακηρύσσεται. Πρέπει και να προστατεύεται. Να επιδιώκουμε την ειρήνη, αλλά να μην παραδίδουμε ό,τι δικαιωματικά μάς ανήκει για να την εξασφαλίσουμε. Διάλογος, ναι - φτάνει να μην εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Αποφυγή σύγκρουσης, ναι - χωρίς όμως να φοβόμαστε να υπερασπιστούμε όσα δεν είμαστε διατεθειμένοι να διαπραγματευτούμε.

Χρόνια πολλά σε όλους μας.
 

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

Όχι αδιαφορία, όχι υστερία: η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική


 

Στον απόηχο της κύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου από το κοινοβούλιο της Λιβύης - το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν εκπροσωπεί κανέναν και τίποτα - και σε συνέχεια του χθεσινού μου άρθρου στο GeoEurope, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες επισημάνσεις, οι οποίες μπορούν να μας βοηθήσουν να αποκτήσουμε μια σαφέστερη εικόνα του ζητήματος, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με τη χώρα μας. Άλλωστε, και στο χθεσινό μου άρθρο σημείωνα ότι θα πρέπει επιτέλους να πούμε αλήθειες.

Πρώτον, αποδίδουμε στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, κατά τα άλλα παράνομο και ανυπόστατο, πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ όση πραγματικά έχει, με αποτέλεσμα να ενισχύουμε εμείς οι ίδιοι τη βαρύτητά του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταλήγουμε ουσιαστικά να το νομιμοποιούμε στην πράξη, θα έλεγε κανείς, επειδή αυτό εξυπηρετεί τις δικές μας πολιτικές επιλογές, έστω κι αν το τίμημα είναι η αποδυνάμωση των ίδιων μας των κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Δεύτερον, γιατί μας εξυπηρετεί αυτή η στάση; Επειδή η Ελλάδα, δυστυχώς, αδυνατεί να λειτουργήσει έξω από το πλαίσιο του κατευνασμού και της υποχωρητικότητας. Μπορεί στο παρελθόν να υπήρχαν αντικειμενικοί λόγοι που επέβαλλαν μια τέτοια προσέγγιση. Ωστόσο, από την εποχή Σημίτη και έπειτα, έχουν οικοδομηθεί πολιτικές καριέρες πάνω σε αυτήν ακριβώς τη λογική, η οποία σταδιακά μετατράπηκε από επιλογή τακτικής σε πάγια αντίληψη για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε μακριά τα σχετικά παραδείγματα. Ο νυν υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν έχει αντίρρηση να ενημερώνει γραπτώς την Τουρκία για την πορεία του έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης, προσθέτοντας, βεβαίως, ότι η χώρα μας δεν πρόκειται να ζητήσει την άδειά της για την υλοποίησή του. Η διάκριση αυτή είναι μεν σαφής σε επίπεδο διακηρύξεων, δεν αναιρεί, ωστόσο, το γεγονός ότι η Αθήνα εξακολουθεί να κινείται μέσα σε ένα πλαίσιο το οποίο, αντί να διευρύνει τα περιθώρια δράσης της, την υποχρεώνει να προσαρμόζει τις κινήσεις της στις απαιτήσεις της Άγκυρας.

Τρίτον, ο κατευνασμός και η υποχωρητικότητα, ως κυρίαρχο πλαίσιο άσκησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, επιτρέπουν μόνο περιορισμένα περιθώρια ελιγμών. Πρόκειται, άλλωστε, για μια ευελιξία εκ των υστέρων, καθαρά αντιδραστική, και όχι για μια δημιουργική στρατηγική που διαμορφώνει τις εξελίξεις αντί να ακολουθεί τις πρωτοβουλίες της άλλης πλευράς.

Αυτή ήταν, σε μεγάλο βαθμό, η πρακτική και του Νίκου Δένδια, ο οποίος, αν και διαφωνούσε με τη λογική του κατευνασμού, βρέθηκε αναγκασμένος να υπηρετεί το συνολικό πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής και τελικά αντικαταστάθηκε. Την ίδια προσέγγιση ακολουθεί σήμερα ο Γιώργος Γεραπετρίτης, με τη διαφορά ότι στην περίπτωσή του η προσαρμογή σε αυτήν τη λογική εμφανίζεται περισσότερο συνειδητή και πρόθυμη.

Μετά την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, η Αθήνα έσπευσε - σύμφωνα με δημοσιεύματα - να εντείνει τις διπλωματικές διεργασίες με την Αίγυπτο, επιδιώκοντας την επέκταση της συμφωνίας οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) μεταξύ των δύο χωρών. Η κίνηση αυτή είναι εύλογη στο πλαίσιο της προσπάθειας ενίσχυσης των ελληνικών θέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν παύει, ωστόσο, να εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική εκ των υστέρων αντίδρασης στις πρωτοβουλίες της Άγκυρας, αντί μιας συνεκτικής στρατηγικής που θα καθορίζει εκ των προτέρων το πεδίο των εξελίξεων.

Την ίδια στιγμή, οι πολεμικές ιαχές και οι εκκλήσεις για άμεση, μονομερή λήψη δραστικών μέτρων - όπως, για παράδειγμα, η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια - κατακλύζουν τον δημόσιο λόγο, συχνά συσκοτίζοντας αντί να διαφωτίζουν τον διάλογο. Τέτοιου είδους παρεμβάσεις, όταν διατυπώνονται χωρίς την αναγκαία στρατηγική και γεωπολιτική στάθμιση, δεν προσφέρουν ουσιαστικές λύσεις. Αντιθέτως, κινδυνεύουν να περιπλέξουν περαιτέρω μια ήδη σύνθετη κατάσταση, καλλιεργώντας προσδοκίες τις οποίες η πολιτική ηγεσία ενδέχεται να δυσκολευτεί να διαχειριστεί.

Υπάρχουν, άλλωστε, και άλλοι τρόποι άσκησης πίεσης προς την Τουρκία, οι οποίοι δεν εξαντλούνται σε δημόσιες διακηρύξεις ούτε προϋποθέτουν την εκ των προτέρων δημοσιοποίηση κάθε διαθέσιμης επιλογής. Ο δημόσιος λόγος και το διαδίκτυο δεν αποτελούν το κατάλληλο πεδίο για την ανάλυση ή την αποκάλυψη τέτοιων κινήσεων. Η αποτελεσματικότητά τους, άλλωστε, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον αιφνιδιασμό, τη σωστή χρονική επιλογή και την ύπαρξη συγκεκριμένου σχεδιασμού. Πάντως, η πιο ορθή απάντηση δεν είναι ούτε η αδιαφορία ούτε η δημόσια υστερία, αλλά συνεχής, χαμηλού θορύβου και πολυεπίπεδη αντιστάθμιση. 

Η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει τον αναθεωρητικό της προσανατολισμό ούτε την επιδίωξή της να περιορίσει δραστικά την ελληνική παρουσία και επιρροή στην ευρύτερη περιοχή. Η ιστορική εμπειρία και η διαχρονική συμπεριφορά της Άγκυρας δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε ελληνική αντίδραση πρέπει να υπαγορεύεται από την ένταση της στιγμής. Κάθε σπασμωδική κίνηση, ιδίως όταν υπαγορεύεται από την πίεση της κοινής γνώμης ή από την ανάγκη πολιτικής επίδειξης αποφασιστικότητας, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη, εφόσον δεν εντάσσεται σε έναν ευρύτερο και συνεκτικό σχεδιασμό. 

Πέρα, όμως, από όλα τα παραπάνω, υπάρχει μια προϋπόθεση χωρίς την οποία καμία στρατηγική δεν μπορεί να αποδώσει: η πολιτική βούληση. Για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την Τουρκία και τον αναθεωρητισμό της, δεν αρκούν οι διπλωματικές διαμαρτυρίες, οι αποσπασματικές πρωτοβουλίες ή οι διακηρύξεις περί αποφασιστικότητας. Απαιτείται η βούληση να αξιοποιήσουμε στην πράξη τα διαθέσιμα μέσα, να αναλάβουμε το αναγκαίο πολιτικό κόστος και να διαμορφώσουμε μια στρατηγική με σαφείς στόχους και συνέπεια στην εφαρμογή της. Και αυτήν τη βούληση, δυστυχώς, δεν τη διαθέτουμε στον βαθμό που απαιτούν οι περιστάσεις.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημά μας.

Το στρατηγικό κενό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Κριτική παρατήρηση για τη Λιβύη, την αποτροπή και την ανάγκη εθνικού σχεδιασμού


Σύμφωνα με τη μακιαβελική σκέψη, ο σοβαρότερος κίνδυνος για έναν ηγέτη – και, κατ’ επέκταση, για έναν λαό ή μια χώρα – δεν είναι πάντα ο εξωτερικός εχθρός. Είναι συχνά οι ίδιες οι αυταπάτες του, τα πάθη του, η αδυναμία του να διαβάσει την πραγματικότητα και η έλλειψη στρατηγικής σκέψης.

Κάποια στιγμή θα πρέπει να μιλήσουμε έξω από τα δόντια για τις αποτυχίες της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Όχι μόνο για τα λάθη και τις αστοχίες της συγκυρίας, αλλά και, σε βάθος χρόνου, για την αδυναμία της χώρας να διαμορφώνει την εξωτερική της πολιτική και τις διεθνείς της σχέσεις με συνεκτικό, διαχρονικό και λειτουργικό σχεδιασμό.

Αυτή είναι μία κριτική, όχι μια γενική καταδίκη. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://geoeurope.org/2026/10/23/to-stratigiko-keno-tis-ellinikis-exot/