Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Η κρίση της λογοδοσίας και η δημοκρατία των ισχυρών


Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθύτερη κρίση κοινωνικής προστασίας, θεσμικής εποπτείας και πολιτικής λογοδοσίας. Δεν πρόκειται απλώς για μια κρίση ηθικής ή πολιτικής αξιοπιστίας. Πρόκειται για μια κρίση που αγγίζει τη λειτουργία των θεσμών, την κατανομή της οικονομικής ισχύος και, τελικά, τη σχέση του κράτους με τον πολίτη. Καθώς πλησιάζουν οι εκλογές, οι λεγόμενοι “παράγοντες της αγοράς” (αλήθεια, ποιάς αγοράς;) “παίζουν τα ρέστα τους”. Η τακτική τους συμπυκνώνεται στο “όσο το δυνατόν περισσότερα, όσο πιο γρήγορα γίνεται”. Και τα καταφέρνουν, όταν ο έλεγχος και τα όρια απουσιάζουν, ενώ η λογοδοσία παραμένει συχνά η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.

Τα funds και οι servicers έχουν αναδειχθεί σε ισχυρούς μηχανισμούς διαχείρισης απαιτήσεων και εκποίησης περιουσιακών στοιχείων. Οι servicers διαχειρίζονται τα δάνεια για λογαριασμό των επενδυτών, ενώ τα funds αποκτούν και διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια απαιτήσεων. Τοκογλύφοι οι περισσότεροι για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Οι πολίτες συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με δυσανάλογα απαιτητικές και γραφειοκρατικά εξαντλητικές διαδικασίες, χωρίς ισότιμη πρόσβαση σε αποτελεσματική νομική προστασία. Η εικόνα ηλικιωμένων που κινδυνεύουν να χάσουν την κατοικία μιας ολόκληρης ζωής αποτελεί ίσως την πιο σκληρή απόδειξη μιας ασυμμετρίας που, όπως και να το κάνουμε, μας προσβάλλει ως κοινωνία.

Η προσβολή αυτή γίνεται εντονότερη όταν η πολιτική ηγεσία επιδεικνύει αυστηρότητα απέναντι στους αδύναμους, ενώ είναι πιο επιεικής απέναντι σε ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε πρόθεση σε κάθε περίπτωση· αρκεί να παραδεχτούμε ότι η ανισορροπία στην πρόσβαση σε δικαστική και διοικητική προστασία είναι υπαρκτή.

Η υπόθεση του πρώην βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Ανδρέα Πάτση, που αποκαλύφθηκε το φθινόπωρο του 2022, παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα των ζητημάτων διαφάνειας, ελέγχου και σύγκρουσης συμφερόντων που μπορεί να προκύψουν όταν πολιτική εξουσία συναντά οικονομικές δραστηριότητες. Και δεν είναι η μόνη υπόθεση που εγείρει ερωτήματα.

Αρκετοί βουλευτές-δικηγόροι, από διάφορα κόμματα, διατηρούν ή διατηρούσαν κατά το πρόσφατο παρελθόν νομικές συνεργασίες με τράπεζες ή εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Η απλή δικηγορική εκπροσώπηση δεν απαγορεύεται από τον νόμο. Όταν όμως ο νομοθέτης που ψηφίζει για τους πλειστηριασμούς, τα κόκκινα δάνεια και τα funds διατηρεί παράλληλα επαγγελματική σχέση με επωφελούμενους της νομοθεσίας, τότε δεν μιλάμε μόνο για ηθικό ζήτημα. Μιλάμε για δυνητική σύγκρουση συμφερόντων, η οποία πρέπει να δηλώνεται, να ελέγχεται και, όπου κρίνεται αναγκαίο, να αποκλείεται.

Γι’ αυτό τα ερωτήματα είναι αναπόφευκτα. Ποιοί ωφελούνται από τη διατήρηση αυτού του περιβάλλοντος; Ποιοί αποκτούν τα ακίνητα που βγαίνουν “στο σφυρί”; Υπάρχουν τεκμηριωμένες υποψίες ή ερωτήματα για απόκτηση πλειστηριασμένων και κατασχεμένων περιουσιακών στοιχείων από υπουργούς, βουλευτές, πολιτευτές ή πρόσωπα του στενού τους περιβάλλοντος, σε τιμές ή υπό συνθήκες που χρήζουν ελέγχου;

Εφόσον υπάρχουν ενδείξεις και μόνο, αυτές οφείλουν να ερευνηθούν - όχι με υπαινιγμούς, όχι με επιλεκτικές διαρροές, αλλά με πλήρη, διασταυρωμένο και δημόσιο έλεγχο. Να εξεταστούν οι εταιρικές συμμετοχές, οι πραγματικοί δικαιούχοι, οι συγγενικές και επιχειρηματικές διασυνδέσεις, καθώς και κάθε πιθανή σύγκρουση συμφερόντων. Όποιος χρησιμοποιεί δημόσια θέση για ιδιωτικό όφελος πρέπει να λογοδοτεί χωρίς προνόμια και χωρίς εκπτώσεις.

Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Για τον πολίτη, εξοντωτική γραφειοκρατία και αυστηρότητα. Για τους “αόριστους” κι “αδιευκρίνιστους” θεσμικές διευκολύνσεις, δικαιολογίες, καθυστερήσεις και υπεκφυγές.

Δείξτε μου έναν έλληνα βουλευτή ή υπουργό, νυν ή πρώην, που προσωποποίησε με θάρρος την καταπολέμηση της διαφθοράς όπως επιχειρεί να το πράξει στις ΗΠΑ ο υποψήφιος των Δημοκρατικών στο Τέξας, Τζέιμς Ταλαρίκο, απέναντι σε ισχυρά οικονομικά και κομματικά συμφέροντα. Έναν. Μόνον έναν που στάθηκε χωρίς φόβο και χωρίς πάθος απέναντι στο … “συνδικάτο”.

Οφείλουμε να τελειώνουμε με την εποχή της πολιτικής ασυλίας στην πράξη. Να τελειώνουμε την υποκρισία εκείνων που επικαλούνται τη νομιμότητα όταν πρόκειται για την περιουσία των αδύναμων, αλλά διστάζουν να ελέγξουν εξονυχιστικά τις διασυνδέσεις των ισχυρών.

Κάποτε, η απαίτηση για λογοδοσία απέναντι στην εξουσία πήρε ακραίες και αιματηρές διαστάσεις. Σήμερα, η απάντηση δεν μπορεί φυσικά να είναι η βία και η τρομοκρατία. Πρέπει όμως να είναι εξίσου αμείλικτη στο πολιτικό και το θεσμικό πεδίο. Μηδενική ανοχή στην διαφθορά, διαρκής δημόσιος έλεγχος, ανεξάρτητη δικαστική διερεύνηση, άρση κάθε αδικαιολόγητης προστασίας και πολιτική απομόνωση όσων αποδεικνύεται ότι εμπλέκονται σε σχέσεις διαφθοράς.

Η σύγκρουση, γαιτί σε σύγκρουση καταλήγουμε, πρέπει να έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο και όχι πολιτικό-κομματικό χρώμα. Υπάρχουν συγκεκριμένα πράγματα που μπορούν να γίνουν.

  • Άμεση αναστολή των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας για ευάλωτους οφειλέτες, με σαφή, αντικειμενικά κριτήρια και ουσιαστική - όχι προσχηματική - προστασία των δανειοληπτών.
  • Ενισχυμένο εποπτικό έλεγχο των servicers από την Τράπεζα της Ελλάδος: πρακτικές είσπραξης, αμοιβές, προμήθειες, συμβάσεις και πραγματικοί δικαιούχοι.
  • Δημοσιοποίηση των νόμιμα ελέγξιμων οικονομικών και εταιρικών σχέσεων πολιτικών προσώπων με επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά των κόκκινων δανείων.
  • Διερεύνηση κάθε τεκμηριωμένης υπόθεσης απόκτησης εκπλειστηριασμένων ακινήτων από πολιτικούς, συγγενείς τους ή πρόσωπα του στενού πολιτικού/επιχειρηματικού τους περιβάλλοντος, με έμφαση σε ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων.
  • Πολιτικές, διοικητικές και ποινικές συνέπειες όπου αποδεικνύονται παραβάσεις ή διαφθορά.
  • Ριζική αναθεώρηση του πλαισίου διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους, ώστε η πρώτη κατοικία να μην αποτελεί αντικείμενο ανεξέλεγκτης κερδοσκοπίας. 

Να σταματήσουμε να κρυβόμαστε πίσω από την επίκληση των συμβάσεων, των αγορών και των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων. Η πολιτική είναι πρωτίστως επιλογή κοινωνικής προστασίας και όχι μηχανισμός κερδοσκοπίας Δεν μπορεί να θεωρείται κανονικότητα το ξεσπίτωμα ηλικιωμένων. Δεν μπορεί να θεωρείται δικαιοσύνη το ξεσπίτωμα του οποιουδήποτε, όταν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις και όταν η διαδικασία δεν είναι δίκαιη. Και δεν μπορεί να θεωρείται επιχειρηματική επιτυχία η εκμετάλλευση της αδυναμίας ανθρώπων που εργάστηκαν μια ολόκληρη ζωή.

Όσοι σχεδίασαν, ψήφισαν, υπερασπίστηκαν ή εκμεταλλεύτηκαν ένα άδικο σύστημα οφείλουν να αντιμετωπίσουν τον έλεγχο και τις συνέπειες των πράξεών τους. Κανένα αξίωμα, κανένα επώνυμο, καμία συγγενική σχέση και καμία οικονομική ισχύς δεν μπορεί να αποτελεί ασπίδα απέναντι στη δικαιοσύνη.

Τα σπίτια των ανθρώπων δεν είναι λάφυρα. Η αξιοπρέπειά τους δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Ο κοινωνικός χώρος δεν μπορεί να λογίζεται πεδίο ανεξέλεγκτης κερδοσκοπίας. Και η πολιτική εξουσία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Οι πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας για ευάλωτους οφειλέτες πρέπει να σταματήσουν υπό όρους και όσοι ευθύνονται για ελλείψεις εποπτείας και λογοδοσίας πρέπει να λογοδοτήσουν. Χωρίς εξαιρέσεις.

Κανένα πολιτικό άβατο. Κανένα τραπεζικό άβατο. Κανένα φορολογικό άβατο. Καμία οικογενειακή ή επιχειρηματική ασυλία. Ο έλεγχος πρέπει να αρχίζει από την κορυφή και να φτάνει μέχρι τον τελευταίο κρίκο κάθε μηχανισμού που αποδεδειγμένα λειτουργεί εις βάρος των πολιτών.

 


Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η επιλεκτική χρήση του διεθνούς δικαίου από την Άγκυρα


Στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 29 Οκτωβρίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε εκ νέου το ζήτημα του τουρκολιβυκού μνημονίου. Ο Τούρκος μόνιμος αντιπρόσωπος, Αχμέτ Γιλντίζ, απάντησε με την πάγια τουρκική επιχειρηματολογία. Η ανταλλαγή των απόψεων έχει ήδη καλυφθεί εκτενώς. Μένει να φανεί τι από αυτά που ειπώθηκαν αντέχει νομικά.

Η συνεδρίαση έλαβε χώρα λίγες ημέρες μετά την έγκριση του μνημονίου από τη Βουλή της Βεγγάζης, εξέλιξη που ενισχύει το τουρκικό αφήγημα περί ευρείας εσωτερικής αποδοχής. Η Ελλάδα, η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Μπαχρέιν, τα ΗΑΕ - αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Η.Π.Α. μετά την “πατάτα” της πρώτης ανακοίνωσης - απέρριψαν την εξέλιξη αυτή με κοινή τους δήλωση, επισημαίνοντας ότι το μνημόνιο παραμένει παράνομο, άκυρο και άνευ έννομων συνεπειών για τρίτα κράτη.

Η εσωτερική επικύρωση ενός κράτους, δεν μετατρέπει μια οριοθέτηση σε νόμιμη ούτε τη καθιστά δεσμευτική για τρίτους. Το νομικό ζήτημα παραμένει ακέραιο.

Τρεις αδυναμίες της τουρκικής θέσης

Η επιχειρηματολογία του Τούρκου πρέσβη στηρίχθηκε σε υπαρκτές αρχές του διεθνούς δικαίου, τις οποίες όμως αξιοποίησε επιλεκτικά, χωρίς να αντιμετωπίσει τις συνέπειές τους στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Πρώτον, συγχέει το δικαίωμα σύναψης συμφωνιών με τη νομιμότητα του περιεχομένου τους. Επικαλείται την UNCLOS, αλλά αποσιωπά το άρθρο 121, σύμφωνα με το οποίο τα νησιά έχουν δικό τους καθεστώς και δικαιούνται θαλάσσιων ζωνών. Η δε “μειωμένη επήρεια” ορισμένων νησιών σε μια οριοθέτηση δεν συνεπάγεται την απουσία θαλάσσιων δικαιωμάτων τους.

Δεύτερον, μετατοπίζει τη συζήτηση στη συνεργασία με τρίτες χώρες, στο Κυπριακό και στον διάλογο. Είναι θέματα σημαντικά, αλλά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: με ποιά νομική βάση μια διμερής ρύθμιση μπορεί να διέρχεται από περιοχή όπου υπάρχουν δικαιώματα τρίτου παράκτιου κράτους;

Τρίτον, παρουσιάζει το μνημόνιο ως ολοκληρωμένο και κατοχυρωμένο αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, η νομιμότητά του αποτελεί αντικείμενο σοβαρής διεθνούς αμφισβήτησης και δεν έχει παραγάγει έννομη δεσμευτικότητα έναντι της Ελλάδας ή άλλων κρατών της περιοχής.

Η αντίφαση της “ευθυδικίας”

Η σημαντικότερη αντίφαση της τουρκικής θέσης έγκειται στην προσφυγή της στην ευθυδικία. Η Άγκυρα την επικαλείται ως θεμελιώδη αρχή, αλλά ταυτόχρονα παρουσιάζει τη δική της ερμηνεία ως ήδη κατοχυρωμένο αποτέλεσμα, χωρίς να εξηγεί πώς η συμφωνία με τη Λιβύη ικανοποιεί τις απαιτήσεις μιας δίκαιης και νομότυπης οριοθέτησης.

Η ευθυδικία δεν είναι αυτομάτως πηγή συγκεκριμένων θαλάσσιων ζωνών ούτε δικαιολογεί την παράκαμψη δικαιωμάτων τρίτων. Λειτουργεί ως κριτήριο μέσα σε μια διαδικασία που οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη γεωγραφία, την αρχή της μη επιβάρυνσης και τα έννομα συμφέροντα όλων των παράκτιων κρατών.

Η ελληνική θέση

Η ελληνική θέση είναι σαφής και δεν αμφισβητεί το δικαίωμα Τουρκίας και Λιβύης να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες. Μια τέτοια αμφισβήτηση θα ήταν νομικά αδύναμη και θα επέτρεπε στην Άγκυρα να μεταφέρει τη συζήτηση στο πεδίο της κρατικής κυριαρχίας.

Η Ελλάδα υποστηρίζει κάτι πιο ουσιαστικό. Το δικαίωμα σύναψης συμφωνίας δεν συνεπάγεται δικαίωμα αυθαίρετης οριοθέτησης ούτε επιτρέπει την παραβίαση των δικαιωμάτων τρίτων παράκτιων κρατών. Η Τουρκία και η Λιβύη δεν διαθέτουν αντίθετες ή γειτονικές ακτές που να θεμελιώνουν τη συγκεκριμένη οριοθέτηση, ενώ το μνημόνιο αγνοεί τα ελληνικά νησιά και τα δικαιώματά τους βάσει της UNCLOS και του εθιμικού διεθνούς δικαίου.

Η Τουρκία μπορεί να μην είναι συμβαλλόμενο μέρος της UNCLOS, δεσμεύεται όμως από τους κανόνες της που έχουν αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα. Μπορεί να υποστηρίζει μειωμένη επήρεια για ορισμένα νησιά, δεν μπορεί όμως να τη μετατρέπει σε γενική άρνηση της ύπαρξης θαλάσσιων δικαιωμάτων τους. Και μπορεί να έχει συνάψει συμφωνία με τη Λιβύη, δεν μπορεί όμως να επιβάλει στην Ελλάδα τις συνέπειες μιας ρύθμισης στην οποία δεν συμμετείχε.

Το ουσιαστικό πρόβλημα 

Το πραγματικό πρόβλημα του τουρκολιβυκού μνημονίου δεν είναι ότι Τουρκία και Λιβύη συζήτησαν ή συνήψαν συμφωνία. Είναι ότι χαράσσουν γραμμή σε θαλάσσια περιοχή όπου υφίστανται επικαλυπτόμενα δικαιώματα τρίτου κράτους, χωρίς προηγούμενη εξέταση και διευθέτησή τους σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Αυτή είναι η ισχυρότερη νομική βάση της ελληνικής θέσης και πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της διπλωματικής μας προσπάθειας. Η παρέμβαση του πρωθυπουργού έχει αξία επειδή επανέφερε το ζήτημα στο διεθνές πεδίο. Η ελληνική στρατηγική όμως δεν μπορεί να εξαντλείται σε επιτυχημένες παρεμβάσεις ή επαναλαμβανόμενες καταγγελίες.

Απαιτεί σταθερή και δημόσια διατυπωμένη πρόταση για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, συνεπή νομική τεκμηρίωση και σαφήνεια ως προς το εύρος των θαλάσσιων ζωνών που η χώρα προτίθεται να υπερασπιστεί.

Η Τουρκία μπορεί να επαναλαμβάνει τις θέσεις της, να επικαλείται την ευθυδικία, τον διάλογο και τη διμερή συμφωνία με τη Λιβύη. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπει τη δική της ερμηνεία του διεθνούς δικαίου σε δεσμευτικό κανόνα για τους υπόλοιπους. Αυτό είναι το ουσιαστικό διακύβευμα και σε αυτό πρέπει να επικεντρωθεί η ελληνική διπλωματία.

Το παρόν κείμενο εξηγεί γιατί το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι της Ελλάδας. Το προηγούμενο άρθρο μου, "Όχι αδιαφορία, όχι υστερία: η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική", εξηγεί γιατί η απάντηση της χώρας μας δεν μπορεί να σταματά εκεί.

Η νομική αμφισβήτηση είναι αναγκαία· η στρατηγική είναι απαραίτητη.

 

 

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Το ανάστημα της ελευθερίας

 

"Με το αστραφτερό σου οπλίσου δίκιο,
χτύπησε τη βία θαρρετή.
Κάλλιο να ’χεις θάνατο αντρίκειο,
παρά νάζηες δίχως αρετή!"


… γράφει ο Γιώργος Αθάνας στο ποίημά του "Γλυκιά μου Ελλάδα", υμνώντας το έπος εκείνων που τόλμησαν να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι στην ισχύ του αντιπάλου. Εκείνων των "ξυπόλυτων" που δεν δείλιασαν μπροστά στον εισβολέα, αλλά αντιστάθηκαν, γνωρίζοντας πως υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία κατά τις οποίες η υποχώρηση κοστίζει ακριβότερα από τη θυσία.

Εκείνων των "ρακένδυτων" που γνώριζαν κάτι που συχνά αγνοούν οι τεχνοκράτες, οι γραφειοκράτες και κάθε λογής διαχειριστές: η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους αριθμητικά ισχυρότερους, ούτε από εκείνους που διαθέτουν τα περισσότερα μέσα. Γράφεται και από εκείνους που, έχοντας το δίκιο με το μέρος τους, αρνούνται να συμβιβαστούν με το άδικο. Από εκείνους που γνωρίζουν ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, η αξιοπρέπεια δεν εκχωρείται και το δίκαιο δεν προστατεύεται μόνο με διακηρύξεις.

Ξαναδιαβάστε τους στίχους. Αναλογιστείτε πόση ιστορική μνήμη και πόση συλλογική εμπειρία συμπυκνώνονται σε τέσσερις μόλις γραμμές. Δείτε πώς το ελληνικό πνεύμα, με τις διαχρονικές του αντιφάσεις, τις τραγωδίες και τις αναγεννήσεις του, εξακολουθεί να αναμετριέται με τα ίδια θεμελιώδη ερωτήματα... την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη και το τίμημα της αντίστασης.

Με σολωμική έμπνευση, ο Αθάνας κατορθώνει, με ελάχιστες λέξεις, να αποτυπώσει το τραγικό μεγαλείο ενός λαού που διεκδίκησε το δικαίωμά του να υπάρχει ελεύθερος. Ενός λαού που έμαθε, μέσα από τις ιστορικές του δοκιμασίες, πως η ελευθερία δεν είναι αφηρημένη έννοια ούτε παραχώρηση των ισχυρών, αλλά δικαίωμα που, όταν αμφισβητείται, απαιτεί αποφασιστικότητα, αυταπάρνηση και, ενίοτε, θυσίες.

Και αυτό το μεγαλείο αναδύεται ξανά και ξανά μέσα από τις πιο οδυνηρές καμπές της Ιστορίας. Συχνά, μέσα από τη βία. Όχι, όμως, τη βία του ισχυρού που επιβάλλεται, αλλά από την αντίσταση εκείνου που, στερημένος μέσων και πλεονεκτημάτων, αρνείται να αποδεχθεί ως φυσική τάξη την αδικία. Εκείνου που εξαντλεί τα περιθώρια της υπομονής, αλλά δεν συγχέει την αυτοσυγκράτηση με την παραίτηση ούτε την ειρήνη με την υποταγή.

Δεν πρόκειται για μια άκριτη εξύμνηση της βίας ούτε για την αποδοχή της ως αυτοσκοπού. Πρόκειται για την αναγνώριση ότι το δίκαιο δεν μπορεί να απαιτεί από τον αδύναμο να αποδέχεται επ’ αόριστον απειλές και καταπίεση στο όνομα μιας επίπλαστης ειρήνης. Επιπλέον, η Ιστορία δεν είναι απλώς αναδρομή στο παρελθόν· είναι μια διαρκής υπενθύμιση των ευθυνών που γεννά το παρόν.

Σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια Τουρκία που επιμένει να αμφισβητεί την κυριαρχία της, να εγείρει διεκδικήσεις επί των κυριαρχικών της δικαιωμάτων και να συντηρεί, με απειλές και αναθεωρητικές αξιώσεις, ένα περιβάλλον διαρκούς έντασης στο Αιγαίο και την ευρύτερη περιοχή.

Η ειρήνη αποτελεί στρατηγική επιλογή μας και η διπλωματία αναγκαίο εργαλείο. Καμία από τις δύο, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται στην ανοχή τετελεσμένων, στην αποδοχή των απειλών ή στη σταδιακή εξοικείωση με την αμφισβήτηση των εθνικών μας δικαιωμάτων.

Οι Έλληνες δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε τη δικαίωση του παρόντος στις θυσίες του παρελθόντος. Οφείλουμε, όμως, να αντλήσουμε από αυτές την επίγνωση ότι η ελευθερία, η εθνική κυριαρχία και η αξιοπρέπεια δεν διασφαλίζονται με ευχολόγια ούτε διατηρούνται αυτονόητα στο πέρασμα του χρόνου. Διασφαλίζονται όταν ένα κράτος γνωρίζει τι υπερασπίζεται, διαθέτει τη βούληση και τα μέσα να το πράξει και καθιστά σαφές προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί καμία επιβολή.

Το δίκαιο δεν αρκεί να διακηρύσσεται. Πρέπει και να προστατεύεται. Να επιδιώκουμε την ειρήνη, αλλά να μην παραδίδουμε ό,τι δικαιωματικά μάς ανήκει για να την εξασφαλίσουμε. Διάλογος, ναι - φτάνει να μην εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Αποφυγή σύγκρουσης, ναι - χωρίς όμως να φοβόμαστε να υπερασπιστούμε όσα δεν είμαστε διατεθειμένοι να διαπραγματευτούμε.

Χρόνια πολλά σε όλους μας.