Σήμερα συμπληρώνονται 162 χρόνια από την
Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Μια επέτειος
που εορτάζεται - ως συνήθως - με τοπικές εκδηλώσεις,
χορούς, τραγούδια, επίσημους λόγους και ανθοδέσμες
σε μνημεία. Κι όμως, πέρα από την τελετουργία,
η Ένωση των Επτανήσων ενσαρκώνει κάτι βαθύτερο
και επίκαιρο: τη διαχρονική αξία της εθνικής
κυριαρχίας ως προϋπόθεσης πολιτικής αξιοπρέπειας
και στρατηγικής αυτονομίας.
Η Ένωση δεν ήταν δώρο. Ήταν αποτέλεσμα
βούλησης, διπλωματικής επιμονής και σαφούς
αντίληψης του τι ανήκει σε ποιον και γιατί. Οι
τότε ηγεσίες δεν περίμεναν να τους αναγνωριστεί
αυτό που θεωρούσαν αυτονόητο. Το διεκδίκησαν.
Και αυτή ακριβώς η λέξη, η διεκδίκηση, απουσιάζει
ανησυχητικά από το σημερινό πολιτικό λεξιλόγιο.
Η σημερινή μας ηγεσία εκπέμπει συχνά
την εικόνα μιας χώρας που αποδέχεται τη σταδιακή
συρρίκνωση του γεωπολιτικού της αποτυπώματος.
Η επιλογή του κατευνασμού έναντι της τουρκικής
αναθεωρητικής στρατηγικής, η αποφυγή άσκησης
κυριαρχικών δικαιωμάτων - από την επέκταση
των χωρικών υδάτων έως την πλήρη αξιοποίηση
της ελληνικής ΑΟΖ - και η διαρκής επίκληση των
“ήρεμων νερών” έχουν διαμορφώσει ένα πλαίσιο
περιορισμένης εθνικής διεκδικητικότητας.
Αδράνεια, με καλό branding.
Η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει
τη σταθερότητα ως αυτοσκοπό, ακόμη και όταν
αυτή προϋποθέτει την προσαρμογή των ελληνικών
θέσεων στις απαιτήσεις ισχυρότερων συμμάχων
ή στις πιέσεις της Άγκυρας. Όμως η ιστορική εμπειρία
του ελληνισμού άλλα πράγματα μας διδάσκει.
Η γεωπολιτική επιβίωση δεν κατοχυρώνεται μέσω
της αδράνειας, αλλά μέσω της στρατηγικής βούλησης
και της σαφούς αντίληψης των εθνικών ορίων
- όχι μόνο των γεωγραφικών, αλλά και των πολιτικών.
Η επέτειος της ένωσης των Επτανήσων με
τον εθνικό κορμό υπενθυμίζει ακριβώς αυτό:
τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν διατηρούνται
επειδή θεωρούνται δεδομένα, αλλά επειδή υπάρχουν
πολιτικές ηγεσίες αποφασισμένες να τα υπερασπίζονται
ενεργά και χωρίς αμφισημίες.
Αν ο ελληνισμός επιβίωσε στο πέρασμα
των αιώνων, το κατόρθωσε διατηρώντας ταυτόχρονα
δύο πράγματα που φαίνονται αντιφατικά: γεωπολιτική
σαφήνεια και πολιτισμική ευελιξία. Δεν επέβαλε· συνέθεσε. Δεν εξαφάνισε· αφομοίωσε. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο η
σημερινή επικράτειά της, ούτε ο ελληνισμός
εξαντλείται στην Ελλάδα και την Κύπρο. Είναι
και όλα εκείνα τα χώματα όπου η ελληνική παρουσία
αναδύεται μέσα από κάθε ανασκαφή, κάθε επιγραφή
και κάθε μάρμαρο που επιστρέφει στο φως έπειτα
από αιώνες σιωπής! Από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο
έως την Αλεξάνδρεια, τη Νότια Ιταλία και τις
ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, ο ελληνικός
πολιτισμός εξακολουθεί να λειτουργεί ως ανεξάλειπτο
ίχνος συνέχειας και δημιουργίας.
Και εδώ ακριβώς έγκειται η ουσιώδης διαφορά
του ελληνικού πολιτισμικού αποτυπώματος από τις νεο-οθωμανικές
αντιλήψεις περί επιρροής και κατάκτησης. Ο
ελληνισμός δεν οικοδόμησε παράδοση πολιτισμικής
επιβολής με όρους μονολιθικής κυριαρχίας.
Αντιθέτως, μεγαλούργησε εκεί όπου κατάφερε
να συνθέσει, να αφομοιώσει και να συνυπάρξει.
Η ελληνική γλώσσα, η φιλοσοφία, οι πόλεις και
οι θεσμοί λειτούργησαν επί αιώνες ως πεδία
ώσμωσης λαών και πολιτισμών και όχι ως μηχανισμοί
εξάλειψης της διαφορετικότητας.
Γι' αυτό και η σημερινή Ελλάδα οφείλει
να αντιλαμβάνεται τον εθνικό της ρόλο όχι φοβικά
και διαχειριστικά, αλλά ως φορέας ιστορικής
αυτοπεποίθησης. Διότι όταν ένα κράτος αποδυναμώνει
μόνο του τη γεωπολιτική και πολιτισμική του
αυτοσυνειδησία, αφήνει αναπόφευκτα χώρο σε
άλλες δυνάμεις να επανακαθορίσουν την ιστορία,
τη μνήμη και τελικά, την ίδια την ισορροπία της
περιοχής.