Όταν το δόγμα γίνεται νόμος
Μόλις προχθές, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διακήρυττε από το βήμα του προσυνεδρίου του κόμματός του στη Θεσσαλονίκη ότι “ήρεμα νερά σημαίνουν ελεύθερα νερά, όπου κυριαρχεί το Διεθνές Δίκαιο και όπου τα νερά θα μένουν πάντα γαλάζια και ειρηνικά, στα χρώματα της σημαίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας”. Η απάντηση από την απέναντι πλευρά του Αιγαίου ήρθε σχεδόν άμεσα. Μια απάντηση πολιτική, αλλά καθ' υπέρβαση της συνήθους διπλωματικής πρακτικής. Μια απάντηση που ήρθε για να επιβεβαιώσει όλους εμάς που καταλαβαίνουμε ότι η αντίληψη του έλληνα πρωθυπουργού για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι προβληματική αν όχι εσφαλμένη.
Το σχέδιο νόμου για τη “Γαλάζια Πατρίδα” (Mavi Vatan), το οποίο εκπονήθηκε από το Εθνικό Ερευνητικό Κέντρο Ναυτικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Άγκυρας (DEHUKAM) και υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας και Εξωτερικής Πολιτικής της τουρκικής Προεδρίας, βρίσκεται πλέον ένα βήμα πριν από την ψήφισή του, σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης της γειτονικής μας χώρας. Εάν γίνει νόμος του τουρκικού κράτους, θα αποτελέσει την πρώτη επίσημη (εσωτερική) νομοθετική κατοχύρωση ενός δόγματος που έως σήμερα παρουσιαζόταν ως στρατηγική επιδίωξη και λειτουργούσε κυρίως ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης.
Το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας” γεννήθηκε το 2006 από τον απόστρατο υποναύαρχο Τζεμ Γκιουρντενίζ, κι αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον επίσης απόστρατο αξιωματικό Τζιχάτ Γιαϊτζί. Σταδιακά, από θεωρία κύκλων του τουρκικού στρατιωτικού κατεστημένου μετατράπηκε σε κεντρικό άξονα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και σε βασικό πυλώνα της αναθεωρητικής στρατηγικής της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Σήμερα, όμως, συντελείται κάτι ποιοτικά διαφορετικό: το δόγμα επιχειρείται να αποκτήσει νομική υπόσταση. Και αυτή η μετάβαση μόνο τυπική δεν είναι.
Η κατανόηση της τουρκικής κίνησης απαιτεί και μια εσωτερική ματιά. Η νομοθετική κατοχύρωση της “Γαλάζιας Πατρίδας” δεν εξυπηρετεί μόνο εξωτερικές επιδιώξεις· αντανακλά και έντονες εσωτερικές πιέσεις. Ο τουρκικός εθνικισμός λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός νομιμοποίησης μιας αναθεωρητικής και επεκτατικής στρατηγικής, παρέχοντας στην κυβέρνηση Ερντογάν - και σε οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση - το αναγκαίο ιδεολογικό υπόβαθρο για τη διατήρηση και κλιμάκωση των διεκδικήσεων της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Η οικονομική αστάθεια, η παρατεταμένη νομισματική κρίση, η έντονη εσωτερική πολιτική πόλωση, αλλά και η ρευστή κατάσταση στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τη σταδιακή διάβρωση της αξιοπιστίας της Τουρκίας έναντι παραδοσιακών συμμάχων και εταίρων της, δημιουργούν ισχυρά κίνητρα εξωτερίκευσης των πιέσεων μέσω της προβολής έντασης προς τη χώρα μας. Πολλές κινήσεις - το τουρκολιβυκό μνημόνιο, οι έρευνες του Oruc Reis κ.λπ.- ήταν εν μέρει αντιδράσεις σε συγκυρίες παρά εκτέλεση ενός άψογου κεντρικού σχεδίου. Η υπερεκτίμηση της τουρκικής στρατηγικής συνοχής αποτελεί εξίσου επικίνδυνη πλάνη με την υποεκτίμησή της.
Από το δόγμα στον νόμο: γιατί η διαφορά είναι κρίσιμη
Ένα δόγμα μπορεί να αναθεωρηθεί. Μια στρατηγική μπορεί να μεταβληθεί ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες και τις διεθνείς ισορροπίες. Ένας νόμος, όμως, δεσμεύει το κράτος που τον θεσπίζει, δημιουργεί διοικητική συνέχεια και εγκαθιστά ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο διεκδικήσεων.
Εάν το τουρκικό Κοινοβούλιο εγκρίνει το σχέδιο του DEHUKAM, η Άγκυρα δεν θα διεκδικεί πλέον περίπου 462.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα θαλάσσιων ζωνών στη Μαύρη Θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο ως γεωπολιτική φιλοδοξία ή ως διαπραγματευτική θέση. Θα τα ενσωματώνει στο εσωτερικό της δίκαιο ως θεσμοποιημένη κρατική αξίωση. Και αυτό μεταβάλλει ουσιαστικά τους όρους της αντιπαράθεσης.
Δεν πρόκειται, συνεπώς, για μια απλή νομική διατύπωση ή για έναν ακόμη συμβολισμό εσωτερικής κατανάλωσης. Πρόκειται για απόπειρα μετατροπής μιας αναθεωρητικής γεωπολιτικής αντίληψης σε κρατική κανονιστική πραγματικότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται τόσο για την τουρκική διοίκηση όσο και για τη διεθνή επιχειρηματολογία της Άγκυρας στο μέλλον.
Στις βασικές του προβλέψεις, το νομοσχέδιο κατοχυρώνει χωρικά ύδατα 12 ναυτικών μιλίων στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο, διατηρώντας παράλληλα το όριο των 6 ναυτικών μιλίων στο Αιγαίο, υπό το επιχείρημα της “ευαίσθητης ισορροπίας”. Με τον τρόπο αυτό, η Τουρκία επιχειρεί να εμφανίσει το Αιγαίο ως ειδική γεωγραφική και πολιτική περίπτωση, εξαιρώντας το ουσιαστικά από τη γενική εφαρμογή του Δικαίου της Θάλασσας.
Η Άγκυρα δεν έχει κυρώσει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Ωστόσο, μέσω της εσωτερικής νομοθεσίας επιχειρεί πλέον να οικοδομήσει μια παράλληλη νομική και πολιτική αφήγηση για τα θαλάσσια δικαιώματα, προσδίδοντάς της θεσμική βαρύτητα, κρατική συνέχεια και δυνητικά διεθνή απήχηση.
Θα πρέπει να κάνουμε μία αναγκαία διευκρίνηση: κανένα κράτος δεν δεσμεύεται αυτομάτως από τον εσωτερικό νόμο τρίτου κράτους. Ο τουρκικός νόμος δεν θα δημιουργήσει, μόνος του, διεθνή έννομη συνέπεια. Η σημασία του δεν είναι νομική με την άμεση έννοια. Είναι πολιτική και αφηγηματική. Δημιουργεί εσωτερική δέσμευση που καθιστά κάθε μελλοντική τουρκική κυβέρνηση δύσκολο να υποχωρήσει χωρίς να αντιμετωπίσει ισχυρές εσωτερικές αντιστάσεις. Δημιουργεί επίσης ένα κανονιστικό πρότυπο: μια εσωτερική νομική γλώσσα που η Άγκυρα θα επιστρατεύει σε κάθε μελλοντική διεθνή διαπραγμάτευση για να παρουσιάζει τις θέσεις της ως “υποχρέωση” και όχι ως επιλογή. Ακριβώς γι' αυτό η διεθνής απάντηση οφείλει να εστιάσει στον αφηγηματικό και πολιτικό χαρακτήρα του βήματος, και όχι μόνο στην τυπική του ασυμβατότητα με το διεθνές δίκαιο.
Τριάντα χρόνια μετά τα Ίμια, η Τουρκία φαίνεται να έχει κατανοήσει ότι η δημιουργία τετελεσμένων δεν απαιτεί κατ' ανάγκην στρατιωτική σύγκρουση. Αρκούν σταδιακές κινήσεις θεσμικής εμπέδωσης. NAVTEX, ερευνητικές άδειες, διπλωματικές διατυπώσεις, χάρτες, μνημόνια και, πλέον, κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες. Η στρατηγική δεν στοχεύει μόνο στον συσχετισμό ισχύος επί του πεδίου, αλλά κυρίως στη σταδιακή μετατόπιση του πλαισίου νομιμοποίησης μέσα στο οποίο διεξάγεται η ίδια η διαφορά.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Άγκυρα δεν επιχειρεί απλώς να διευρύνει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της. Επιχειρεί σταδιακά να μεταβάλει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο παράγεται νομιμοποίηση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική στρατηγική στηρίζεται διαχρονικά στην παραδοχή ότι προηγείται το διεθνές δίκαιο και ακολουθούν η πολιτική και η ισχύς. Η τουρκική στρατηγική λειτουργεί αντίστροφα: πρώτα δημιουργείται πολιτικό και επιχειρησιακό τετελεσμένο, έπειτα εγκαθίσταται διοικητική και θεσμική πρακτική και, στο τέλος, αναζητείται η νομική αφήγηση που θα κανονικοποιήσει το αποτέλεσμα.
Υπό αυτή την έννοια, η “Γαλάζια Πατρίδα” δεν αποτελεί μόνο αναθεωρητική διεκδίκηση θαλάσσιων ζωνών. Αποτελεί απόπειρα μετάβασης από ένα μοντέλο διεθνούς τάξης όπου οι κανόνες προηγούνται της ισχύος σε ένα μοντέλο περιφερειακής κυριαρχίας όπου η ισχύς παράγει σταδιακά νέους κανόνες και νέα “δεδομένα”.
Αυτό εξηγεί γιατί η Τουρκία επενδύει τόσο συστηματικά όχι μόνο σε στρατιωτικά μέσα αλλά και σε χάρτες, NAVTEX, μνημόνια, ερευνητικές άδειες, ακαδημαϊκή παραγωγή, θεσμική γλώσσα και πλέον κοινοβουλευτική νομιμοποίηση. Ο στόχος δεν είναι αποκλειστικά η διεθνής δικαίωση των θέσεών της. Είναι η διεθνής εξοικείωση με αυτές.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πτυχή της τουρκικής στρατηγικής: η σταδιακή μετατόπιση του ορίου μεταξύ του αδιανόητου, του συζητήσιμου και τελικά του πολιτικά διαπραγματεύσιμου.
Η Ελλάδα έχει το δίκαιο με το μέρος της - αλλά αυτό δεν αρκεί
Η ελληνική θέση στηρίζεται σε ένα από τα ισχυρότερα νομικά θεμέλια στη σύγχρονη ιστορία θαλάσσιων διαφορών. Η UNCLOS αναγνωρίζει πλήρη δικαιώματα νησιών - χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ. Οι συμφωνίες οριοθέτησης με Ιταλία και Αίγυπτο αποδεικνύουν ότι νομική συνέπεια και πραγματιστική διπλωματία δεν είναι αντιφατικές.
Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου παρέχει ισχυρό, αλλά όχι αδιαμφισβήτητο έρεισμα. Στις υποθέσεις Ρουμανίας-Ουκρανίας (2009) και Νικαράγουας-Κολομβίας (2012), το δικαστήριο επιβεβαίωσε την αρχή ότι τα νησιά διαθέτουν πλήρη επήρεια ως προς τη γένεση δικαιωμάτων. Ωστόσο - και αυτό συχνά αποσιωπάται - στην υπόθεση Νικαράγουας-Κολομβίας το δικαστήριο εφάρμοσε αρχές αναλογικότητας με τρόπο που περιόρισε σημαντικά στην πράξη την ΑΟΖ κολομβιανών νησιών έναντι της ηπειρωτικής ακτής. Αυτό δεν αναιρεί την ελληνική θέση - η γεωγραφία του Αιγαίου διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη της Καραϊβικής - αλλά σημαίνει ότι η εκτίμηση “το δίκαιο είναι αναμφισβήτητα με το μέρος μας” χρειάζεται στρατηγική εκλέπτυνση. Μια σφαιρική νομική προετοιμασία οφείλει να αντιμετωπίσει και αυτή την πτυχή, ώστε η ελληνική επιχειρηματολογία να μην αιφνιδιαστεί σε ενδεχόμενη δικαστική διαδικασία.
Αλλά, η νομική ορθότητα δεν εκτελείται από μόνη της. Το διεθνές δίκαιο δεν είναι απλώς σύστημα κανόνων - είναι και πεδίο ανταγωνισμού ισχύος, επιρροής και θεσμικής αντοχής. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος έχει ισχυρότερα επιχειρήματα, αλλά ποιος μπορεί να μετατρέψει τη δική του ερμηνεία σε διεθνή πολιτική πραγματικότητα. Και σε αυτό το πεδίο, η Τουρκία έχει επενδύσει συστηματικά. Ακαδημαϊκή παραγωγή μέσω DEHUKAM, νομοθετική τεκμηρίωση, διακλαδικές ασκήσεις τύπου “Mavi Vatan 2026” - ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαμόρφωσης πραγματικότητας.
Η Ελλάδα, αντίθετα, είναι εγκλωβισμένη στη λογική της αποσπασματικής αντίδρασης. Αντιδρά στις NAVTEX, απαντά στις τουρκικές δηλώσεις, στέλνει διπλωματικές διαμαρτυρίες - και μετά επιστρέφει στη ρουτίνα. Αυτός ο “πολιτικός αυτοματισμός” - η τάση να κάνουμε αυτά που κάναμε πάντα, χωρίς να αναλογιστούμε αν εξακολουθούν να επαρκούν - είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε σήμερα.
Θα πρέπει να καταλάβουμε - διότι άκουγα σήμερα τις απόψεις κάποιων διεθνολόγων-βουλευτών της ΝΔ - ότι η διαφορά μεταξύ ενός δόγματος και ενός νόμου είναι ποιοτική. Ως εκ τούτου, η ελληνική απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε φοβική ούτε περιστασιακή. Απαιτείται μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική με τέσσερις παράλληλους άξονες - κατά την άποψή μου.
Α. Θεσμική και νομική αντεπίθεση
Η Αθήνα οφείλει να περάσει από τη λογική της αντίδρασης στη λογική της διαρκούς διεθνούς πρωτοβουλίας. Η ψήφιση ενός τέτοιου νόμου απαιτεί άμεση κοινοποίηση αντίρρησης προς τον ΟΗΕ και τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, με πλήρη νομική τεκμηρίωση των αντιθέσεων προς την UNCLOS και το εθιμικό διεθνές δίκαιο. Παράλληλα, η Ελλάδα χρειάζεται να επιταχύνει τις οριοθετήσεις θαλασσίων ζωνών με όμορα κράτη όπου αυτό είναι εφικτό, αξιοποιώντας ως πρότυπο τις συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο.
Η συγκρότηση μόνιμου μηχανισμού τεκμηρίωσης και αποδόμησης των τουρκικών ισχυρισμών - με συμμετοχή νομικών, διπλωματών και ακαδημαϊκών - αποτελεί πλέον στρατηγική αναγκαιότητα. Αυτός ο μηχανισμός, όμως, δεν μπορεί να παραμείνει αόριστη διακήρυξη. Προϋποθέτει συγκεκριμένες θεσμικές επιλογές: εντάσσεται στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο ΥΠΕΘΑ ή σε ανεξάρτητο ακαδημαϊκό φορέα; Χρηματοδοτείται εθνικά ή μέσω ευρωπαϊκών ερευνητικών προγραμμάτων; Παράγει δημόσια ή εμπιστευτικά πορίσματα; Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι γραφειοκρατικές λεπτομέρειες. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε έναν μηχανισμό που λειτουργεί και σε μία ακόμη επιτροπή που συνεδριάζει.
Μεσοπρόθεσμα, η ελληνική πλευρά οφείλει να εξετάσει σοβαρά την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο ή στο ITLOS, προσδίδοντας θεσμική και διεθνή διάσταση σε μια διαφορά που η Τουρκία επιχειρεί να διαχειριστεί μονομερώς.
Β. Σταθερή αποτρεπτική παρουσία
Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών - από τα Ίμια έως το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις έρευνες του Oruc Reis, αλλά και τις συστηματικές παρενοχλήσεις ερευνητικών και ενεργειακών δραστηριοτήτων στην Ανατολική Μεσόγειο - δείχνει ότι η Άγκυρα αξιοποιεί συστηματικά τη μέθοδο της σταδιακής πίεσης και της ελεγχόμενης έντασης. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αποσυνδέει τη διπλωματία από την επιχειρησιακή αξιοπιστία. Η διατήρηση ισχυρής ναυτικής και αεροπορικής παρουσίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο συνιστά άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και προϋπόθεση πολιτικής αξιοπιστίας. Η αποτρεπτική παρουσία δεν είναι επιθετική πολιτική αλλά πρακτική απόδειξη ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν παραμένουν θεωρητικές διακηρύξεις.
Γ. Περιφερειακές συμμαχίες με στρατηγικό βάθος
Η ελληνική στρατηγική οφείλει να εδραιωθεί πάνω σε ένα σταθερό δίκτυο συνεργασιών με κράτη που συμμερίζονται την ανάγκη σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ψήφιση ενός νόμου για τη “Γαλάζια Πατρίδα” θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο άμεσης κινητοποίησης εντός της ΕΕ, με στόχο την ανάδειξη του αναθεωρητικού του χαρακτήρα.
Η Τουρκία, παρά τη ρητορική στρατηγικής αυτονομίας, παραμένει βαθιά εξαρτημένη από δυτικά κεφάλαια, επενδύσεις, τεχνολογία και αγορές. Αυτή η δομική εξάρτηση συνιστά θεωρητικά μοχλό επιρροής - αλλά με σημαντικούς πρακτικούς περιορισμούς που η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοεί ή να παραβλέπει. Η ίδια εξάρτηση καθιστά πολλές δυτικές κυβερνήσεις και επιχειρήσεις απρόθυμες να ασκήσουν ουσιαστική πίεση στην Άγκυρα. Η Τουρκία παραμένει μέλος NATO με μοναδική γεωστρατηγική θέση, ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί στο μεταναστευτικό και αγορά 85 εκατομμυρίων καταναλωτών. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να λαμβάνει υπόψη αυτή την ασυμμετρία, αντί να υπερεκτιμά την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως αυτονόητη.
Η εμβάθυνση των σχέσεων με τη Γαλλία, την Αίγυπτο και την Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται συγκυριακά, αλλά ως στοιχείο μόνιμης γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής.
Η σχέση με το Ισραήλ, που υπήρξε πυλώνας της τριμερούς συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, χρήζει επανεκτίμησης υπό το πρίσμα των εξελίξεων μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, καθώς η ισραηλινή στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα έχει αποσταθεροποιήσει τις σχέσεις πολλών ευρωπαϊκών και αραβικών εταίρων με το Τελ Αβίβ, επιβάλλοντας στην Αθήνα μεγαλύτερη διπλωματική λεπτότητα ώστε να διατηρήσει ταυτόχρονα την αξιοπιστία της στον αραβικό κόσμο και τη λειτουργική συνεργασία με το Ισραήλ όπου αυτή εξυπηρετεί ελληνικά συμφέροντα.
Δ. Εθνικό αφήγημα με διάρκεια και διεθνή απήχηση
Η Άγκυρα κατάφερε να μετατρέψει τη “Γαλάζια Πατρίδα” από στρατιωτική θεωρία σε στοιχείο συλλογικής εθνικής συνείδησης και εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ένα αντίστοιχο επιθετικό αφήγημα. Χρειάζεται όμως μια συνεκτική και διαρκή στρατηγική δημόσιας διπλωματίας.
Η υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων δεν μπορεί να περιορίζεται σε τεχνικές νομικές αναλύσεις. Ένα αφήγημα με διεθνή απήχηση δεν αρκεί να είναι νομικά ορθό. Οφείλει να είναι πολιτικά ελκυστικό για κοινά που δεν γνωρίζουν τις λεπτομέρειες του Δικαίου της Θάλασσας. Η Ελλάδα έχει ένα αχρησιμοποίητο αφηγηματικό πλεονέκτημα: είναι η μικρότερη χώρα της διαφοράς, κράτος δικαίου, μέλος ΕΕ, που επικαλείται πολυμερείς θεσμούς έναντι μιας χώρας που αρνείται να κυρώσει την UNCLOS και επιδιώκει μονομερή αλλαγή του status quo. Αυτή η ασυμμετρία πρέπει να γίνει το επικοινωνιακό κέντρο βάρους της ελληνικής δημόσιας διπλωματίας σε διεθνή μέσα, think tanks και ακαδημαϊκά δίκτυα. Απαιτείται συνεχής πολιτική, ακαδημαϊκή και διπλωματική παραγωγή επιχειρημάτων που να καθιστούν την ελληνική θέση όχι μόνο νομικά ισχυρή αλλά και γεωπολιτικά κατανοητή. Η εικόνα της Ελλάδας ως κράτους δικαίου και παράγοντα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να υποστηρίζεται με συνέπεια και διάρκεια.
Το ζήτημα της “καλής πίστης” παραμένει κεντρικό. Κάθε φορά που η Ελλάδα επιχειρεί να επενδύσει πολιτικά στον διάλογο, η Τουρκία προχωρά σε μονομερείς κινήσεις που μεταβάλλουν το πεδίο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο διάλογος είναι λανθασμένος. Σημαίνει όμως ότι η καλή πίστη δεν αποδεικνύεται από δηλώσεις και συμβολισμούς, αλλά από τη συμμόρφωση σε κοινά αποδεκτούς κανόνες και διαδικασίες.
Πέρα από τη φοβικότητα: Αποφασιστικότητα και εθνική αξιοπρέπεια
Η Ελλάδα θα πρέπει επιτέλους να απαλλαγεί από τη χρόνια φοβικότητα που διαπερνά σημαντικό μέρος του πολιτικού και διπλωματικού της κατεστημένου. Ο φιλοοθωμανισμός - ή, για να το εκφράσω ελεύθερα, ο ραγιαδισμός - ορισμένων κύκλων που εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στους διαδρόμους της εξουσίας, λειτουργεί ως δηλητήριο που υπονομεύει την εθνική αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα.
Δεν αρκεί η Ελλάδα να έχει δίκιο. Πρέπει να γίνει πιο τολμηρή, πιο αποφασιστική και πιο συνεκτική στην υπεράσπιση του εθνικού χώρου και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Οι Τούρκοι θα είναι εδώ και αύριο - και μεθαύριο. Το δικό μας “αύριο”, ωστόσο, δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένο όσο η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη σε δομικές παθογένειες: τη διαφθορά, τον καιροσκοπισμό, την παράδοση κρίσιμων τομέων της οικονομίας και της δημόσιας ζωής στο έλεος αρπακτικών, την υπογεννητικότητα που λειτουργεί ως δημογραφική βόμβα, και μια γενικευμένη αίσθηση έλλειψης δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας και μακροπρόθεσμης προοπτικής.
Μόνο όταν η ελληνική πολιτεία και η κοινωνία αντιμετωπίσουν με ειλικρίνεια και θάρρος αυτές τις εσωτερικές πληγές, θα μπορέσουν να προβάλουν εξωτερικά την απαιτούμενη στρατηγική ωριμότητα και αποτρεπτική ισχύ. Η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν είναι μόνο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής. Είναι, πρωτίστως, ζήτημα εθνικής συνοχής, αξιοπρέπειας και βούλησης επιβίωσης.
Επίλογος
Η ψήφιση ενός τέτοιου νόμου δεν θα αποτελέσει το τέλος μιας διπλωματικής διαφοράς, αλλά την έναρξη μιας νέας φάσης, στην οποία η Τουρκία θα επιχειρήσει να κανονικοποιήσει διεθνώς αυτό που θα έχει ήδη νομιμοποιήσει στο εσωτερικό της. Το κρίσιμο διακύβευμα για την Ελλάδα δεν αφορά μόνο την υπεράσπιση συγκεκριμένων θαλάσσιων ζωνών. Αφορά τη διατήρηση της χώρας ως παράγοντα στρατηγικής ισορροπίας και θεσμικής σταθερότητας σε μια περιοχή που εισέρχεται σε περίοδο εντονότερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Η Ελλάδα διαθέτει το νομικό υπόβαθρο, τις διεθνείς συμμαχίες και τα επιχειρήματα. Αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική και στρατηγική βούληση - πριν η σταδιακή κανονικοποίηση των τουρκικών διεκδικήσεων δημιουργήσει νέα τετελεσμένα.
Όμως, τί ξέρουμε εμείς; Τα ξέρουν όλα και καλύτερα οι “αυθεντίες” που μας κυβερνούν...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου