Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνοτουρκικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνοτουρκικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Άγκυρα 2026: Συνεργασία ή πολιτικός αυτοματισμός;

 


Η χθεσινή σύγκληση του 6ου - ας πούμε - Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα αποτυπώνει την προσπάθεια των δύο ηγεσιών να περιλάβουν τις μακροχρόνιες διαφορές τους σε ένα αφήγημα ελεγχόμενης συνεργασίας. Η προσπάθεια αυτή, όσο διπλωματική και αν εμφανίζεται, διατηρεί στον πυρήνα της ανέπαφες τις δομικές λογικές που εδώ και δεκαετίες επιβαρύνουν και τις δύο κοινωνίες.

Από τη μία πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε την προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο και την ανάγκη άρσης απειλών· από την άλλη, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε τα προβλήματα “πολύπλοκα αλλά όχι ανυπέρβλητα”. Τα κείμενα συνεργασίας και οι συμφωνίες σε τεχνικούς τομείς - πολιτισμός, τεχνολογία, μεταφορές - μπορούν να αξιολογηθούν θετικά, αλλά λειτουργούν κυρίως ως βαλβίδες αποσυμπίεσης και όχι ως ουσιαστική διαμόρφωση ενός πλαισίου συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης.

Το κύριο εμπόδιο του εγχειρήματος βρίσκεται στο ίδιο το πολιτικό αφήγημα που παρουσιάζει την ένταση ως μόνιμη δυνατότητα και σχεδόν φυσική κατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αυτό το αφήγημα δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην επίλυση διαφορών, αλλά στη διατήρηση ενός ελεγχόμενου φόβου, πολιτικά χρήσιμου και για τις δύο πλευρές. Όσο η όποια ενδεχόμενη σύγκρουση αντιμετωπίζεται ως “μοιραία”, “αναπόφευκτη” και διαρκώς μετατιθέμενη στο απροσδιόριστο μέλλον, τέτοιες συναντήσεις κινδυνεύουν να περιοριστούν στη διαχείριση ενός χρόνιου αδιεξόδου.

Η πραγματική πολιτική τόλμη δεν θα κριθεί από τον αριθμό των συμφωνιών ή των δηλώσεων καλής θέλησης, αλλά από το αν αμφισβητηθεί έμπρακτα η αντίληψη ότι η κρίση αποτελεί φυσικό νόμο και όχι αποτέλεσμα συγκεκριμένων, αναστρέψιμων πολιτικών επιλογών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως πιθανόν θα παρατηρούσε εύστοχα ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ: ουδέν νεώτερο από το Ανατολικό Μέτωπο.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Legality vs Revisionism: A response to “Equitable Maritime Delimitation between Turkey and Greece” / Νομιμότητα έναντι Αναθεωρητισμού: Απάντηση στη “Δίκαιη θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας”

🏴󠁧󠁢󠁥󠁮󠁧󠁿 

The recently published article by Dr. Serhat Süha Çubukçuoğlu, seeks to reconstruct the legal framework that should govern maritime zones between Greece and Turkey, advancing a purportedly “equitable” and “geographically realistic” approach. However, behind the technical terminology and selective citation of case law, the article adopts arguments that are not merely alternative legal interpretations but reiterate core positions of Turkish state revisionism, often in a misleading manner. The methodology of the text does not aim at equitable delimitation but at shifting the discourse from legally recognized entitlements to negotiable “sharing.”

The Invocation of the Alleged 2003 Agreement and the Deliberate Omission of Critical Data

A key feature of the article is its reference to the alleged Greece-Turkey approach of 2003, attributed to the then Greek goverment and presented as evidence that Greece supposedly accepted a differentiated application of law in the Aegean. This reference is misleading. Even if it is accepted that discussions or a draft political agreement took place, they concerned exclusively the breadth of territorial waters in the Aegean (6 vs. 12 nautical miles) and did not include provisions regarding the continental shelf or the Exclusive Economic Zone (EEZ). Omitting this decisive element distorts the legal significance of the example and creates the false impression that Greece had accepted a limitation of the islands’ rights to maritime zones beyond territorial waters.

“Land Dominates the Sea” and the Misuse of a Legal Principle

A central pillar of the article’s argumentation is the invocation of the principle that “land dominates the sea.” As articulated in International Court of Justice (ICJ) jurisprudence, this principle refers to the fact that maritime zones derive from sovereignty over land. It does not support, nor suggest, that a State deprive an insular territory of its maritime entitlements merely because it is situated near or on the geological continental shelf of another State. Nevertheless, the article arbitrarily distorts the principle, claiming that Greek islands east of the 25th meridian “sit on the Turkish continental shelf” and therefore cannot generate maritime zones.

This position is not merely a controversial interpretation; it constitutes a direct violation of Article 121 of the United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS), which accords islands the same rights to the continental shelf and EEZ as mainland coasts, except for rocks explicitly excluded under Article 121(3). Geological continuity of the seabed is not a legal criterion for the existence of rights after the establishment of the 200-nautical-mile rule, as explicitly confirmed in the Libya/Malta case (ICJ, 1985).

The Rejected “Cut-Off” Theory

The proposal to reduce territorial waters to 3 nautical miles east of 25°E does not constitute a technical adjustment but revives a practice repeatedly rejected by international jurisprudence. The logic that islands should not generate maritime zones because they “cut off” another State’s access to the sea is known as the cut-off effect and has been legally deemed unacceptable. In Nicaragua v. Colombia (ICJ, 2012), the Court expressly rejected the notion that the geographic position of islands could nullify their rights, even when adjustments are made for proportionality.

The full or near-complete deprivation of rights due to proximity to another coast has no basis in international practice.

“Grey Zones” as a Political Doctrine, Not a Legal Concept

Particularly problematic is the article’s adoption of the concept of “152 grey zones” and the proposal for their “division.” This terminology does not constitute a neutral academic concept. It derives directly from the official position of the Turkish Ministry of Foreign Affairs, which refers to “islands, islets, and rocks not ceded to Greece.” It is a political doctrine that seeks to create a permanent reservoir of contested Greek sovereingty, despite the fact that the status of Aegean islands has been clearly determined by the Treaties of Lausanne and Paris.

When a journal, affiliated with an academic institution such as Johns Hopkins, employs the term “grey zones” and discusses their division as a purportedly technical solution, it does not engage in neutral theoretical debate. It contributes to legitimizing the core Turkish revisionist position, that there exists a category of Greek territory with disputed sovereignty, potentially subject to future negotiation. This contradicts the fundamental principle of international law that sovereignty precedes delimitation and is not subject to division.

Recapitulation

Equity: is not an independent source of law nor a tool to redistribute sovereignty or entitlements, but a method applied at the final stage of maritime delimitation. Equity does not precede legal entitlements.

Greek-Turkish 2003 Discussions: There is no binding international agreement between Greece and Turkey from 2003. Any informal discussions did not produce opinio juris, cannot be considered state practice, and never addressed the continental shelf or EEZ.

Land Dominates the Sea: Geological continuity is no longer a legal criterion under UNCLOS. The idea that islands “sit on another state’s continental shelf” has no legal basis.

UNCLOS Article 121 and Islands: All islands (except rocks under 121§3) are entitled to territorial sea, continental shelf, and EEZ.

Cut-off Effect: International jurisprudence rejects the notion that the “cut-off” effect nullifies rights, while allowing limited adjustments for proportionality.

Grey Zones: “Grey zones” do not exist under international law.

Sovereignty: precedes delimitation and cannot be subjected to equitable sharing.

Conclusion

Dr. Çubukçuoğlu’s article does not propose an equitable solution, but a revisionist reordering of the legal framework, based on selective application of principles, omission of critical elements, and adoption of terminology originating from state propaganda. The Greek position, in contrast, does not require special treatment. It requires the application of universally recognized international rules: full recognition of legal rights and delimitation based on proportionality and equity, not preemptive deprivation. Any solution founded on the logic of “sharing” sovereignty rather than delimiting entitlements does not constitute compromise but institutionalizes dispute.

 

*

🇬🇷 

Το πρόσφατα δημοσιευμένο άρθρο του Δρ. Serhat Süha Çubukçuoğlu επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το νομικό πλαίσιο που - κατά τον συγγραφέα, θα έπρεπε να διέπει τις θαλάσσιες ζώνες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, προβάλλοντας μια προσέγγιση η οποία αυτοχαρακτηρίζεται ως "δίκαιη" και "γεωγραφικά ρεαλιστική". Πίσω, ωστόσο, από την τεχνική ορολογία και την επιλεκτική επίκληση της διεθνούς νομολογίας, το άρθρο υιοθετεί θέσεις που δεν συνιστούν απλώς εναλλακτική νομική ερμηνεία, αλλά αναπαραγωγή του τουρκικού κρατικού αναθεωρητισμού, με τρόπο συστηματικό και παραπλανητικό. Η μεθοδολογική του στόχευση δεν είναι η επίτευξη δίκαιης οριοθέτησης κατά το διεθνές δίκαιο, αλλά η μετατόπιση της συζήτησης από νομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα σε μια λογική διαπραγματεύσιμης κατανομής.

Η επίκληση της υποτιθέμενης προσέγγισης του 2003 και η αποσιώπηση κρίσιμων στοιχείων

Κομβικό σημείο της επιχειρηματολογίας του άρθρου αποτελεί η αναφορά στη φερόμενη ελληνοτουρκική "προσέγγιση" του 2003, η οποία αποδίδεται στην τότε ελληνική κυβέρνηση και προβάλλεται ως ένδειξη αποδοχής από την Ελλάδα μιας δήθεν διαφοροποιημένης εφαρμογής του διεθνούς δικαίου στο Αιγαίο. Η αναφορά αυτή είναι ουσιωδώς παραπλανητική. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι έλαβαν χώρα διερευνητικές συνομιλίες ή συζητήσεις πολιτικού χαρακτήρα, αυτές αφορούσαν αποκλειστικά το εύρος των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο (6 έναντι 12 ναυτικών μιλίων) και ουδέποτε περιέλαβαν ρυθμίσεις σχετικές με την υφαλοκρηπίδα ή την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η σκόπιμη αποσιώπηση του κρίσιμου αυτού στοιχείου αλλοιώνει τη νομική βαρύτητα του παραδείγματος και δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ότι η Ελλάδα είχε αποδεχθεί περιορισμό των δικαιωμάτων των νησιών πέραν των χωρικών υδάτων, κάτι που ουδέποτε συνέβη.

"Η ξηρά κυριαρχεί επί της θάλασσας" και η καταχρηστική επίκληση της νομολογίας

Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας του άρθρου είναι η επίκληση της αρχής ότι "η ξηρά κυριαρχεί επί της θάλασσας". Στη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η αρχή αυτή σημαίνει ότι οι θαλάσσιες ζώνες αντλούν τη νομική τους βάση από την κυριαρχία επί της ξηράς. Δεν υποδηλώνει ούτε επιτρέπει τη στέρηση θαλάσσιων δικαιωμάτων από νησιωτικό έδαφος λόγω της γεωγραφικής εγγύτητάς του ή της γεωλογικής του σχέσης με την υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους.

Παρά ταύτα, στο άρθρο παραποιείται αυτή η αρχή, υποστηρίζοντας ότι τα ελληνικά νησιά ανατολικά του 25ου μεσημβρινού "εδράζονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα" και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να παράγουν αυτοτελείς θαλάσσιες ζώνες.

Η θέση αυτή δεν συνιστά απλώς αμφιλεγόμενη ερμηνεία, αλλά ευθεία παραβίαση του άρθρου 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο αναγνωρίζει στα νησιά πλήρη δικαιώματα χωρικής θάλασσας, υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, με μοναδική εξαίρεση τους βράχους του άρθρου 121 παρ. 3. Η γεωλογική συνέχεια του βυθού έχει παύσει να αποτελεί νομικό κριτήριο για τη γένεση θαλάσσιων δικαιωμάτων μετά την καθιέρωση του κανόνα των 200 ναυτικών μιλίων, όπως ρητώς επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Λιβύη/Μάλτα (1985).

Η απορριφθείσα θεωρία του "αποκλεισμού"

Η πρόταση περιορισμού των χωρικών υδάτων στα 3 ναυτικά μίλια ανατολικά του 25ου μεσημβρινού δεν συνιστά τεχνική προσαρμογή, αλλά αναβίωση πρακτικής που έχει κατ’ επανάληψη απορριφθεί από τη διεθνή νομολογία. Η άποψη ότι τα νησιά δεν θα πρέπει να παράγουν θαλάσσιες ζώνες επειδή "αποκλείουν" την πρόσβαση άλλου κράτους στη θάλασσα - το λεγόμενο cut-off effect - έχει κριθεί νομικά απαράδεκτη.

Στην υπόθεση Νικαράγουα κατά Κολομβίας (2012), το Δικαστήριο απέρριψε ρητώς την ιδέα ότι η γεωγραφική θέση των νησιών μπορεί να μηδενίσει τα δικαιώματά τους, ακόμη και όταν γίνονται περιορισμένες προσαρμογές για λόγους αναλογικότητας. Η πλήρης ή σχεδόν πλήρης αποστέρηση δικαιωμάτων λόγω εγγύτητας προς άλλη ακτή δεν βρίσκει έρεισμα στη διεθνή πρακτική.

Οι "γκρίζες ζώνες" ως πολιτικό δόγμα

Ιδιαίτερα προβληματική είναι η υιοθέτηση της έννοιας των "152 γκρίζων ζωνών" και η πρόταση περί "διαίρεσής" τους. Ο όρος αυτός δεν συνιστά ουδέτερη ακαδημαϊκή αντίληψη ή έννοια. Περιγράφει την επίσημη ρητορική του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο δόγμα διαρκούς και συστηματικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας, παρά το γεγονός ότι το καθεστώς των νήσων του Αιγαίου έχει καθοριστεί με σαφήνεια από τις Συνθήκες της Λωζάννης και των Παρισίων

Η χρήση του όρου από ακαδημαϊκό περιοδικό συνδεδεμένο με πανεπιστημιακό ίδρυμα, όπως το Johns Hopkins, δεν συνιστά αμερόληπτη θεωρητική προσέγγιση. Αντιθέτως, συμβάλλει στη νομιμοποίηση του τουρκικού αναθεωρητισμού, σύμφωνα με τον οποίο υφίσταται ελληνικό έδαφος αμφισβητούμενης κυριαρχίας. Η θέση αυτή αντιβαίνει στη θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου ότι η κυριαρχία προηγείται της οριοθέτησης και δεν αποτελεί αντικείμενο διαίρεσης ή "συνεκμετάλλευσης".

Συμπερασματικές επισημάνσεις

* Η "ευθυδικία" δεν αποτελεί αυτοτελή πηγή δικαίου ούτε μηχανισμό ανακατανομής κυριαρχίας ή δικαιωμάτων, αλλά μέθοδο εφαρμοζόμενη στο τελικό στάδιο της θαλάσσιας οριοθέτησης.

Δεν υφίσταται δεσμευτική διεθνής συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας από το 2003. Τυχόν άτυπες συζητήσεις δεν παρήγαγαν opinio juris, δεν μπορούν να θεωρηθούν κρατική πρακτική και ουδέποτε αφορούσαν την υφαλοκρηπίδα ή την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η γεωλογική συνέχεια δεν συνιστά πλέον νομικό κριτήριο υπό το ισχύον δίκαιο της θάλασσας. Η αντίληψη ότι νησιά «εδράζονται στην υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους» στερείται νομικής βάσης.

Όλα τα νησιά, πλην των βράχων που εμπίπτουν στο άρθρο 121 παρ. 3, δικαιούνται χωρική θάλασσα, υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η διεθνής νομολογία απορρίπτει την άποψη ότι το λεγόμενο "cut-off effect" μπορεί να αναιρεί θαλάσσια δικαιώματα, επιτρέποντας μόνον περιορισμένες προσαρμογές για λόγους αναλογικότητας.

* Οι λεγόμενες "γκρίζες ζώνες" δεν υφίστανται στο διεθνές δίκαιο.

* Η κυριαρχία προηγείται της οριοθέτησης και δεν αποτελεί αντικείμενο "δίκαιης κατανομής".

Επίλογος

Το άρθρο του Δρ. Çubukçuoğlu δεν προτείνει μια πραγματικά δίκαιη λύση, αλλά εκφράζει μια αναθεωρητική ερμηνεία του νομικού πλαισίου, βασισμένη σε επιλεκτική εφαρμογή αρχών, αποσιώπηση κρίσιμων στοιχείων και υιοθέτηση ορολογίας που προέρχεται από επίσημη τουρκική κρατική προπαγάνδα. Η ελληνική θέση, αντίθετα, δεν απαιτεί ειδική μεταχείριση. Απαιτεί την εφαρμογή των καθολικά αναγνωρισμένων διεθνών κανόνων: πλήρη αναγνώριση των νομικών δικαιωμάτων και οριοθέτηση με βάση την αναλογικότητα και την ευθυδικία, και όχι προληπτική στέρησή τους. Οποιαδήποτε λύση θεμελιώνεται στη λογική του "μοιράσματος" της κυριαρχίας αντί της οριοθέτησης δικαιωμάτων δεν συνιστά συμβιβασμό, αλλά θεσμοποιεί τη διαφορά.

 

 *

 

 

References:

1. R.R. Churchill & A.V. Lowe, The Law of the Sea 3rd ed. (Manchester Univ. Press 1999).

2. D. Rothwell & T. Stephens, The International Law of the Sea 2nd ed. (Hart 2016).

3. B.J.C. McGrath, The Legal Regime of Islands in International Law (Brill | Nijhoff 2018).

4. Cihat Yaycı, Doğu Akdeniz’in Paylaşım Mücadelesi ve Türkiye 1st ed. (Kırmızı Kedi Yayınevi 2020).

5. Serhat Süha Çubukçuoğlu, Turkey’s Naval Activism: Maritime Geopolitics and the Blue Homeland Concept 1st ed., Palgrave Studies in Maritime Politics and Security (Palgrave Macmillan 2023).

6. Angelos Syrigos & Thanos Dokos, Atlas of Greek-Turkish Relations (Kathimerini, n.d.).

7. Serhat Süha Çubukçuoğlu, “Rethinking Equitable Maritime Delimitation between Türkiye and Greece,” SAIS Review (Jan. 2026).

8. J.C. Daughton, “Equity in Maritime Boundary Delimitation,” Tul. J. Int’l & Comp. L. (2025).

9. C.H. Schofield, “Equity and Delimitation,” Int’l J. Marine & Coastal L. 32 (2017): 1–28.

10. Juan Luis Suárez de Vivero & Juan Carlos Rodríguez Mateos, “Maritime Europe and EU Enlargement: A Geopolitical Perspective,” Marine Policy 30, no. 2 (2006): 167–72, https://doi.org/10.1016/j.marpol.2004.11.002.

11. Çiğdem Göksel et al., “An Analysis of the Aegean Coastline Using Remotely Sensed Imagery,” Int’l Symposium on Remote Sensing and Integrated Technologies (1999): 361–68.

12. Stephen A. Gallota, “A 12-NM Greek Territorial Sea: Is Transit Passage Safe?” U.S. Naval War College (May 18, 2001), https://apps.dtic.mil/sti/tr/pdf/ADA393368.pdf.

13. Christos Rozakis, “What Greece Had Agreed with Turkey under Simitis,” eKathimerini (Athens, Oct. 31, 2025), https://www.ekathimerini.com/opinion/1285311/what-greece-had-agreed-with-turkey-under-simitis/.

14. Ifri, “Mavi Vatan (‘Blue Homeland’): The Origins, Influences, and Limits of an Ambitious Doctrine for Turkey” (Apr. 2021).

15. Center for International Maritime Security, “The Mavi Vatan Doctrine and Blue Homeland Anthem: Turkey’s Maritime Worldview” (2021).

16. War on the Rocks, “Blue Homeland: The Politics Behind Turkey’s New Maritime Strategy” (June 2020).

17. Nikos Tsafos, “Getting East Med Energy Right,” Commentary, Center for Strategic and International Studies (CSIS) (Oct. 26, 2020), https://www.csis.org/analysis/getting-east-med-energy-right.

18. Cem Gürdeniz, “Amiral Cem Gürdeniz: Türkiye Derhal MEB İlan Etmeli,” VeryansınTV (Oct. 5, 2021), https://www.veryansintv.com/turkiye-derhal-meb-ilan-etmeli.

19. Wikipedia, s.v. “Aegean dispute,” https://tinyurl.com/juvz5z7r.

20. İnönü Vakfı, “Lozan Barış Antlaşması Tam Metni” (2025), https://www.ismetinonu.org.tr/lozan-baris-antlasmasi-tam-metni/.

21. Christos Moissidis, “On the internationalization of Turkish revisionism”, Political Approach blog (Oct. 2022), https://cmoiss.blogspot.com/2022/10/blog-post_13.html

22. Continental Shelf (Libyan Arab Jamahiriya/Malta), Judgment, ICJ Rep. 1985, p. 13.

23. Territorial and Maritime Dispute (Nicaragua v. Colombia), Judgment, ICJ (Mar. 17, 2022).

24. Maritime Delimitation in the Black Sea (Romania v. Ukraine), Judgment, ICJ (Feb. 3, 2009).

25. North Sea Continental Shelf Cases (Federal Republic of Germany/Denmark; Federal Republic of

26. Germany/Netherlands), Judgment, ICJ Rep. 1969, p. 3.

27. Maritime Delimitation and Territorial Questions between Qatar and Bahrain (Qatar v. Bahrain), Judgment, ICJ Rep. 2001, p. 40.

 



Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Καλή πίστη με απειλή πολέμου

 

 

Λίγο πριν από τη γνωστοποίηση της ημερομηνίας συνάντησης του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο από την τουρκική προεδρία, κύκλοι του τουρκικού υπουργείου Άμυνας διέρρεαν στον τουρκικό Τύπο την επίσημη απάντηση της Άγκυρας στις πρόσφατες δηλώσεις του Έλληνα υπουργού Άμυνας και τις τοποθετήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού για το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, καθώς και για την προσήλωση της Αθήνας στους κανόνες του διεθνούς δικαίου στην προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας.

Η Τουρκία επανέλαβε για ακόμη μία φορά τη διαφωνία της με τις ελληνικές θέσεις, υποστηρίζοντας ότι “μονομερείς” ενέργειες δεν συνάδουν - κατά την άποψή της - με το ισχύον διεθνές νομικό πλαίσιο, χωρίς βέβαια να διευκρινίζει ποιο είναι αυτό το “διεθνές νομικό πλαίσιο”.

Η ανακοίνωση της Τουρκίας, η οποία σημειωτέον δεν έχει καταγραφεί ή δημοσιοποιηθεί επίσημα από το Υπουργείο Άμυνας της χώρας, τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή, διατυπώθηκε ως εξής:

Η στάση της χώρας μας απέναντι στις δηλώσεις Ελλήνων πολιτικών σχετικά με την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο Πέλαγος στα 12 ναυτικά μίλια είναι σαφής. Ως Τουρκία, υποστηρίζουμε ότι μια δίκαιη, ισότιμη και σύμφωνη με τις αρχές του διεθνούς δικαίου κατανομή θαλάσσιας δικαιοδοσίας στο Αιγαίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από αμοιβαίο διάλογο και καλή πίστη. Οι μονομερείς ενέργειες, ισχυρισμοί και δηλώσεις της Ελλάδας, οι οποίες αγνοούν τις υφιστάμενες διαφορές και παραβιάζουν τα δικαιώματα της τουρκικής πλευράς, είναι αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο και απαράδεκτες. Οι δηλώσεις αυτές δεν παράγουν καμία νομική συνέπεια για τη χώρα μας. Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, στο πλαίσιο της αντίληψης της “Γαλάζιας Πατρίδας”, συνεχίζουν με αποφασιστικότητα και σταθερότητα την αποστολή τους για την προστασία κάθε δικαιώματος και συμφέροντος της χώρας μας στις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της.

Η αξιολόγηση της τουρκικής αυτής αντίδρασης από την ελληνική πλευρά - και κυρίως από αναλυτές και δημοσιογράφους - δεν είναι η ενδεδειγμένη. Ούτε λίγο ούτε πολύ, όλοι μας λένε ότι εντάσσεται στο συνήθη κύκλο δηλώσεων και αντιδηλώσεων. Ωστόσο, από την ανακοίνωση προκύπτουν δύο βασικά ερωτήματα: Πρώτον, γιατί επέλεξε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας να τοποθετηθεί αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Δεύτερον, γιατί η αντίδραση προήλθε από το Υπουργείο Άμυνας και όχι από το Υπουργείο Εξωτερικών ή την Προεδρία της Δημοκρατίας;

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Άγκυρα φαίνεται να επιχειρεί να στείλει μηνύματα σε πολλαπλούς αποδέκτες: στο εσωτερικό της κοινό, στο ΝΑΤΟ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Αθήνα, ενώ παράλληλα θέτει το ζήτημα της διαφορετικής αντίληψης σε ένα πλαίσιο αποτροπής και στρατιωτικής ετοιμότητας.

Η επιλογή του Υπουργείου Άμυνας είναι επίσης στρατηγική: μετατοπίζει συνειδητά οποιαδήποτε διαφορά από το διπλωματικό στο αποτρεπτικό πεδίο, ενεργοποιεί συμβολικά τις Ένοπλες Δυνάμεις και υποβαθμίζει τον διάλογο σε καθαρά τυπική διαδικασία.

Η περαιτέρω ανάλυση του κειμένου αποκαλύπτει επιμέρους επιδιώξεις:

  • Επιχειρεί να ακυρώσει τον νομιμοποιητικό λόγο των ελληνικών πολιτικών (βλέπε Υπουργό Εθνικής Άμυνας) και να υποβαθμίσει τον ρόλο του Έλληνα πρωθυπουργού.
  • Προσπαθεί να μετατρέψει το κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση έως τα 12 μίλια σε ζήτημα διαπραγμάτευσης.
  • Θέτει όρους και προϋποθέσεις για οποιαδήποτε συζήτηση.
  • Αποποιείται την ευθύνη για την όποια ένταση, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως την πλευρά που “δημιουργεί προβλήματα”.
  • Επικαλείται γενικά και αόριστα νόμιμα και ηθικά δικαιώματα χωρίς να τα εξειδικεύει.
  • Συνδέει τη στρατιωτική της ισχύ με το εθνικό της ιδεολόγημα και αφήνει ανοικτή την απειλή χρήσης βίας αν κι εφόσον η Ελλάδα “τολμήσει” να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. 

Και επειδή οι τούρκοι μιλούν για “καλή πίστη” θα πρέπει να επισημανθεί ότι - πράγματι, η επίλυση διαφορών προϋποθέτει θεμελιωδώς την τήρηση της αρχής της καλής πίστης. Η ιστορική εμπειρία και οι σύγχρονες εξελίξεις θέτουν υπό αμφισβήτηση κατά πόσον η Τουρκία έχει ποτέ επιδείξει τέτοια καλή πίστη.

Μπορεί η συστηματική πρόκληση στρατιωτικών και διπλωματικών επεισοδίων στο Αιγαίο και αλλού όπως στα χερσαία μας σύνορα στον Έβρο κατά το πρόσφατο παρελθόν να ερμηνευτεί ως ένδειξη καλής πίστης;

Είναι η διατήρηση ενός casus belli απέναντι στη νόμιμη άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας συμβατή με τις αρχές της ειρηνικής επίλυσης διαφορών; Παρομοίως, μπορούν οι απόπειρες δημιουργίας faits accomplis - μέσω παραβιάσεων του εναέριου χώρου, εργαλειακής εκμετάλλευσης των μεταναστευτικών ροών ή μονομερών μέτρων αντίθετων στο καθιερωμένο διεθνές δίκαιο - να θεωρηθούν εκδηλώσεις καλής πίστης;

Η καλή πίστη δεν αποτελεί ρητορική ή διακηρυκτική δέσμευση· αποδεικνύεται μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες. Ο σεβασμός στις διεθνείς συνθήκες, η αποφυγή απειλών και προκλήσεων, η γνήσια συμμετοχή σε διάλογο χωρίς καταναγκασμό και η τήρηση κανόνων που δεσμεύουν όλα τα κράτη συνιστούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Ελλείψει αυτών, οποιαδήποτε επίκληση διαλόγου καθίσταται κενή περιεχομένου, ενώ η ευθύνη για το όποιο αδιέξοδο βαρύνει το μέρος που προτάσσει την κλιμάκωση έναντι της συμμόρφωσης με το διεθνές δίκαιο.

Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα της καλής πίστης δεν είναι απλώς θεωρητικό ή ηθικό. Συνιστά πρακτική προϋπόθεση για οποιαδήποτε νόμιμη, δίκαιη και νομικά θεμελιωμένη επίλυση της όποιας διαφοράς. Χωρίς αποδεικτέα τήρηση της καλής πίστης, η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και των αρχών της ισότητας καθίσταται αδύνατη, ενώ ο ίδιος ο διάλογος κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την προώθηση μονομερούς πλεονεκτήματος, αντί για την επίτευξη λύσης.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ίμια 1996: Όταν η Ελλάδα δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της


Η κρίση των Ιμίων παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και οδυνηρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ήταν μια δοκιμασία που ανέδειξε τα όρια της πολιτικής, της διπλωματικής και της στρατιωτικής ικανότητας της χώρας μας, εξελίχθηκε σε τραγωδία και έφερε στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, βαθιά και διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. Σε κρίσιμες στιγμές αποκαλύφθηκαν η πολιτική ανεπάρκεια, η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και η θεσμική αδυναμία να καλυφθούν αυτή η έλλειψη και αυτή η ανεπάρκεια, με καθοριστικό τον ρόλο του τότε πρωθυπουργού, του υπουργού των Εξωτερικών και του υπουργού Εθνικής Άμυνας να αδυνατούν να υπερασπιστούν έμπρακτα την εθνική μας κυριαρχία, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε ευθέως.

Η αδιαμφισβήτητη ελληνική κυριαρχία και η κατασκευή των “γκρίζων ζωνών”

Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που διατύπωσε αργότερα η Τουρκία, τα Ίμια βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό αναντίρρητη ελληνική κυριαρχία, όπως αυτή καθορίζεται σαφώς από τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και κυρίως από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), με την οποία η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα “εν πλήρει κυριαρχία” ολόκληρη τη Δωδεκάνησο μαζί με τις παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες.

Πριν από το 1996, η ελληνική κυριαρχία στα Ίμια ήτα αναγνωρισμένη σε διεθνείς χάρτες, επίσημα έγγραφα, διπλωματικές αλληλογραφίες και στην ίδια τη μακροχρόνια και αδιαμφισβήτητη άσκηση κυριαρχίας. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών επινοήθηκε εκ των υστέρων από την Άγκυρα ως εργαλείο αναθεωρητισμού και διπλωματικής πίεσης, και εμείς, ακόμη και σήμερα, ανόητα και ακατανόητα της προσδίδουμε νομιμοποίηση με την αναπαραγωγή της - βλέπε Μακάριος Λαζαρίδης, ΝΔ, Βουλή των Ελλήνων, Ιανουάριος 2026.

Η Τουρκία κατασκεύασε γεγονότα με σκηνοθετική μαεστρία, προκειμένου να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά της Ελλάδας και τα βρήκε απογοητευτικά αδύναμα. Αντί για αποφασιστικότητα, συνάντησε φοβικότητα. πολιτική φοβικότητα.

Η πολιτική και στρατιωτική διαχείριση της κρίσης - Πρόσωπα και ευθύνες

Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης αποδείχθηκε ανίκανος να διαχειριστεί μια κρίση εθνικής σημασίας όχι απλώς σε επίπεδο τακτικών χειρισμών, αλλά κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής αντίληψης. Αντί να χαράξει μια σαφή εθνική γραμμή και να τραβήξει ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές, επέλεξε να διαχειριστεί τον προσωπικό του φόβο και το πολιτικό κόστος.

Ο υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος απέτυχε να υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις. Η διπλωματία χρησιμοποιήθηκε ως μηχανισμός εκτόνωσης. Η αποδοχή της φόρμουλας “no ships, no flags, no troops” αν και από ορισμένους θεωρήθηκε “αξιοπρεπής” συμβιβασμός, δεν ήταν παρά σιωπηρή αποδοχή της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και εδραίωση της λογικής των γκρίζων ζωνών.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο συντονισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, καθιστώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις χωρίς καθοδήγηση. Η ασάφεια των εντολών και η έλλειψη ενιαίου επιχειρησιακού πλαισίου οδήγησαν σε πλήρη ακινησία, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Ακόμη κι αν διαφωνεί ή απορρίπτει κανείς αυτές τις αξιολογήσεις, οφείλει να παραδεχτεί ότι η διαχείριση της κρίσης από τα τρία αυτά συγκεκριμένα πρόσωπα είναι αμφιλεγόμενη. Τα γεγονότα δείχνουν σαφώς ότι ελήφθησαν αποφάσεις που επηρέασαν την εξέλιξη της κρίσης, ωστόσο η αξιολόγηση της ικανότητας και της αποτελεσματικότητάς τους παραμένει ζήτημα υποκειμενικό. Η προσωπική κρίση του καθενός διαμορφώνεται από παράγοντες όπως η πολιτική του τοποθέτηση, η ιστορική γνώση, η πρόσβαση σε πληροφορίες ή η εκτίμηση για το τι συνιστά επιτυχία ή αποτυχία. Εγώ δεν καταγράφω την ιστορία. Την άποψή μου εκφράζω σύμφωνα με όσα γνωρίζω και με ό,τι αισθάνομαι. Και συνεχίζω...

Τούρκοι καταδρομείς πάτησαν σε ελληνικό έδαφος, η ελληνική σημαία αποσύρθηκε υπό “… αδιευκρίνιστες” συνθήκες, και ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού συνετρίβη, παρασύροντας στον θάνατο τους αξιωματικούς Χριστόδουλο Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκο και Έκτορα Γιαλοψό. Εκείνο το βράδυ, η Ελλάδα δεν έχασε απλώς ένα ελικόπτερο και τρεις αξιωματικούς· έχασε την αυτοπεποίθησή της, το ηθικό της, την εθνική της αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ χάσαμε την ψυχή μας!

Η κυβέρνηση επέλεξε τον δρόμο της “αποκλιμάκωσης πάση θυσία”, μετατρέποντας μια εθνική πρόκληση σε στρατηγική υποχώρηση. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, παρότι επιχειρησιακά έτοιμες και αποφασισμένες να εκτελέσουν το καθήκον τους, καθηλώθηκαν από μια ηγεσία που δεν είχε ούτε σχέδιο, ούτε θάρρος, ούτε αποφασιστικότητα.

Στο σηνμειό αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι και ο Α/ΓΕΕΘΑ φέρει σοβαρές ευθύνες για τη σύγχυση και την αποδιοργάνωση που επικράτησαν κατά τη διαχείριση της κρίσης. Οι ευθύνες αυτές δεν περιορίζονται μόνο σε επιμέρους χειρισμούς. Εκ των υστέρων προκύπτει ότι δεν υπήρχε προκαθορισμένο πλαίσιο αντιμετώπισης ενός τέτοιου σεναρίου. Σε κάθε περίπτωση, είτε η στρατιωτική ηγεσία δεν παρείχε στην πολιτική ηγεσία πλήρη, σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα της κατάστασης, είτε αποδέχθηκε πολιτικές αποφάσεις χωρίς να προβάλει την αναγκαία και θεσμικά επιβεβλημένη στρατιωτική αντίρρηση.

Όπως πιθανόν γίνεται κατανοητό, στρατιωτική ισχύς χωρίς σχέδιο και πολιτική βούληση εκμηδενίζεται.

Οι συνέπειες της κρίσης των Ιμίων και η διαρκής τουρκική αμφισβήτηση

Τριάντα χρόνια μετά, το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Το χρονικό των Ιμίων αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της τουρκικής στρατηγικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Οι υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου, οι παράνομες NAVTEX, οι αξιώσεις περί αποστρατικοποίησης και το τουρκολιβυκό μνημόνιο ακόμη, εδράζονται στην ίδια λογική: η Ελλάδα δεν θα αντιδράσει δυναμικά. Η Τουρκία έμαθε το 1996 ότι μπορεί να δημιουργεί τετελεσμένα με χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Εμείς, αντίθετα, φαίνεται ότι δεν διδαχθήκαμε τίποτα.

Η δημοσιογραφική έρευνα ως τώρα δεν κατάφερε και πολλά. Όσοι από τους πρωταγωνιστές παραμένουν εν ζωή, αποφεύγουν να αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα και αρνούνται κάθε ευθύνη. Φάκελοι παραμένουν κλειστοί, μισοφαγωμένοι από τον σκόρο και τη σκόνη. Καθοριστικής σημασίας αποφάσεις δεν εξηγήθηκαν ποτέ επαρκώς και, αντί για αυτοκριτική, επιλέχθηκε η ανακατασκευή της μνήμης... Ένα, όμως, είναι βέβαιο: η πολιτική ηγεσία της εποχής προσέφερε κάκιστες υπηρεσίες στην πατρίδα, εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες, σε ηθική και πατριωτική ανεπάρκεια, καθώς και σε διαχειριστική ανικανότητα.

Υπάρχει και μία ακόμη δυσάρεστη βεβαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, γνώριζαν ότι επίκειται τουρκική στρατιωτική ενέργεια στο Αιγαίο και δεν έπραξαν τίποτα ουσιαστικό για να την αποτρέψουν. Αντιθέτως, λειτούργησαν ως “διαμεσολαβητής ίσων αποστάσεων”, εξισώνοντας τον θύτη με το θύμα. Για την Ελλάδα, αυτό δεν ήταν κάτι νέο. Ήταν μια επανάληψη της ιστορίας. Όπως συνέβη και στην Κύπρο. Επιπλέον, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες έκτοτε, η αμερικανική παρέμβαση δεν αποκατέστησε το status quo ante ξεκάθαρα υπέρ της Ελλάδας.

Σύμφωνα με όσους υπερασπίζονται τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης το 1996, η κρίση των Ιμίων εκτυλίχθηκε σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, όπου οποιαδήποτε στρατιωτική αντίδραση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και γενικευμένη ελληνοτουρκική σύρραξη. Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα, παρά το δίκαιο των θέσεών της, δεν διέθετε την πολυτέλεια ενός πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες για την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και τη διεθνή της θέση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο εσωτερικής πολιτικής αστάθειας και διεθνούς ρευστότητας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Κατά τη λογική αυτή, η επιλογή της αποκλιμάκωσης, έστω και με επώδυνους συμβιβασμούς, θεωρείται πράξη ευθύνης και όχι δειλίας, και δημιούργησε χώρο για διπλωματικές πρωτοβουλίες και διεθνή παρέμβαση, στοχεύοντας στην αποτροπή ενός πολέμου που θα μπορούσε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο οδηγώντας τη χώρα σε περιπέτειες χωρίς σαφή στρατηγικό όφελος.

Ιστορική αποτίμηση και οι συνέπειες των επιλογών

Η Ιστορία ούτε ξαναγράφεται, ούτε ξεχνάει. Τα έργα του καθενός είναι εκεί, αδιάψευστοι μάρτυρες των επιλογών που έγιναν και της πολιτικής νοοτροπίας που τις υπαγόρευσε. Η “μικρά πλην έντιμος Ελλάς” οδηγήθηκε σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Γιατί; διότι για τους πολιτικούς μας ινστρούχτορες η διπλωματία και η πολιτική αποτελούν πεδίο συμβιβασμών και τακτικισμών, ακόμα και εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε την αλήθεια: η Ελλάδα, ακόμη και όταν διαθέτει ισχύ, δεν διαθέτει πάντα τη βούληση να την χρησιμοποιήσει.

Όμως, η εθνική κυριαρχία δεν είναι δεδομένη. Απαιτεί σαφή προσανατολισμό και στρατηγική, αποφασιστική ηγεσία, επιχειρησιακή εγρήγορση και προβολή ισχύος επί του πεδίου. Δεν αρκούν τα λόγια, οι δηλώσεις ή οι συμβολισμοί. Η πατρίδα μας έχει πληρώσει βαρύ τίμημα για τη δειλία, την ατολμία και την ανικανότητα ορισμένων, και η Ιστορία δεν συγχωρεί! Σε κάθε ιστορική στιγμή, σε κάθε ευκαιρία καλούμαστε να δείξουμε ποιοι είμαστε και πώς επιτρέπουμε να μας καθορίζουν οι περιστάσεις.

Η Ελλάδα των Ιμίων ήταν μια χώρα που, εκείνη τη νύχτα, δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της και εμεις αποδειχθήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Το αυτονόητο δεν είναι πρόκληση

 

illustration by christosmoiss

Η απάντηση στο καταληκτικό ερώτημα της προηγούμενης ανάρτησης είναι αρνητική - για να κάνω και την απαραίτητη σύνδεση. Και είναι αρνητική, διότι η ενασχόληση με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε κάθε επίπεδο, είναι πρωτίστως ζήτημα αντίληψης.

Κάθε φορά που η Ελλάδα υπενθυμίζει τα αυτονόητα, η Άγκυρα αντιδρά σαν να πρόκειται για αιφνιδιασμό. Οι προχθεσινές δηλώσεις του Νίκου Δένδια δεν ήταν ούτε απειλή ούτε πρόκληση. Ήταν μια ψύχραιμη υπενθύμιση μιας θεμελιώδους αρχής: τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν απαιτούν άδεια για να ασκηθούν.

Η επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια δεν είναι ελληνική “ιδιοτροπία”. Είναι δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και ασκείται από τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών παγκοσμίως. Το να παρουσιάζεται αυτό ως “πρόκληση” λέει περισσότερα για εκείνον που το καταγγέλλει παρά για εκείνον που το ασκεί.

Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η πραγματική πηγή έντασης στο Αιγαίο είναι το casus belli που διατηρεί η Τουρκία εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Πρόκειται για μια θεσμοθετημένη απειλή πολέμου απέναντι σε ένα απολύτως νόμιμο δικαίωμα ενός άλλου κράτους.

Η ελληνική στάση είναι ξεκάθαρη: διάλογος, ναι· διάλογος υπό απειλή, όχι. Η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται υπό καθεστώς εκβιασμού, ούτε αναστέλλει δικαιώματα για να κατευνάσει αναθεωρητισμούς. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει ειλικρινής συζήτηση όσο η μία πλευρά διατηρεί στο τραπέζι τη χρήση βίας ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.

Αν η Τουρκία επιθυμεί πράγματι σταθερότητα και συνεργασία, η λύση είναι εξίσου ξεκάθαρη: άρση του casus belli, ρητή δέσμευση στους διεθνείς κανόνες που η ίδια επικαλείται κατά το δοκούν και έναρξη διαλόγου αποκλειστικά επί της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, με τελικό κριτή το Διεθνές Δικαστήριο.

Όποιος πιστεύει στο δίκαιο δεν φοβάται το δικαστήριο.
Όποιος πιστεύει στις απειλές φοβάται τον κανόνα.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

NAVTEX και γεωπολιτικό παιχνίδι

 



Τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων - τέτοιες μέρες ήταν - το Αιγαίο εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την επιμονή της Τουρκίας να δημιουργεί τετελεσμένα. Οι πρόσφατες τουρκικές NAVTEX μακράς διάρκειας δεν είναι απλές ανακοινώσεις προς ναυτιλλομένους. Πρόκειται για την εφαρμογή μιας ευρύτερης στρατηγικής που επιδιώκει να παγιώσει την αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, μετατρέποντας ένα εργαλείο ασφάλειας σε μέσο γεωπολιτικής πίεσης.
 
Αν κάτι μάθαμε από την κρίση των Ιμίων, είναι ότι οι κρίσεις στο Αιγαίο δεν ξεσπούν ξαφνικά. Χτίζονται σταδιακά, μέσα από πρακτικές “χαμηλής έντασης” που επιχειρούν να κανονικοποιήσουν την αμφισβήτηση. Σήμερα, οι NAVTEX λειτουργούν ως σύγχρονη εκδοχή αυτής της τακτικής, με γραμμές και δεσμεύσεις στη θάλασσα. Δεν χρειάζονται ούτε σημαίες - για να τις πάρει ο άνεμος - ούτε βράχοι για αναρρίχηση, ούτε κατσίκες για βοσκή.
 
Γιατί, λοιπόν, πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν πρέπει να το αφήνουμε να περνάει στα ψιλά;
 
Η Τουρκία χρησιμοποιεί τις NAVTEX για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δρα νόμιμα, αφού η NAVTEX είναι διεθνώς αναγνωρισμένη διαδικασία. Μέσω αυτών επιχειρεί να προωθήσει τα δικά της νομικά και πολιτικά επιχειρήματα για τα όρια στο Αιγαίο, χωρίς να χρειάζεται διπλωματική συμφωνία με την Ελλάδα. 
 
Επιπλέον, η έκδοσή τους λειτουργεί ως πλατφόρμα νομιμοποίησης εντός του ΝΑΤΟ, καθώς παρουσιάζονται ως τυπική στρατιωτική δραστηριότητα, ενώ στην πραγματικότητα αμφισβητούν κυριαρχικά δικαιώματα συμμαχικής χώρας. Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία επιχειρεί να δείξει ότι δεν παραβιάζει διεθνείς κανόνες, ενώ ταυτόχρονα κανονικοποιεί την αμφισβήτηση ελληνικών νησιών.
 
Η έκδοση αντι-NAVTEX απαντά σε επίπεδο αναγγελίας, αλλά λύνει άραγε το πρόβλημα;

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Τι πραγματικά είπε ο Ακίλα Σάλεχ για το τουρκολιβυκό μνημόνιο


Τις τελευταίες ώρες διαβάζω πλήθος αναλύσεων και σχολίων που αποτιμούν θετικά την πρόσφατη συνέντευξη του προέδρου της λιβυκής Βουλής, Ακίλα Σάλεχ, στο Λιβυκό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναφορικά με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, τις ελληνολιβυκές σχέσεις και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;

Σύμφωνα με “Το Βήμα”, ο Ακίλα Σάλεχ “αμφισβητεί τη νομική ισχύ της συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης και μιλά για νέο πλαίσιο διαπραγματεύσεων στην Ανατολική Μεσόγειο”. Η διατύπωση αυτή εύλογα δημιούργησε την εντύπωση ότι ο Λίβυος αξιωματούχος αποδίδει στην ελληνική προσέγγιση τον χαρακτήρα μιας πιο ρεαλιστικής οδού επίλυσης. 

Ωστόσο, τα φαινόμενα - ή, για να είμαι ακριβέστερος, τα λεγόμενά του - μάλλον απατούν. Στον λόγο του Ακίλα Σάλεχ διακρίνω το γνώριμο μοτίβο της τουρκικής επιχειρηματολογίας, σε μια πιο “ευέλικτη” και διφορούμενη μορφή. Δεν πρόκειται για κάτι ασυνήθιστο στη διπλωματική πρακτική των μουσουλμάνων, με την ασάφεια να λειτουργεί συχνά ως εργαλείο πίεσης και να θεωρείται διαπραγματευτικό κεφάλαιο.

Ο Σάλεχ γνωρίζει καλά τον ρόλο του και τα όρια της επιρροής του στη λιβυκή πολιτική σκηνή. Γνωρίζει επίσης τη θέση της χώρας του στη διπλωματική σκακιέρα και τη σχετική ισχύ των βασικών παικτών στην περιοχή: της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Τουρκίας. 

Ποιο είναι, λοιπόν, το πραγματικό αντίκρισμα των δηλώσεών του;

Πρώτον, δεν αμφισβητούν στρατηγικά τις τουρκικές θέσεις. Αντιθέτως, κινούνται εντός του ίδιου πλαισίου, απλώς χωρίς την ευθύτητα της Άγκυρας, καθώς μια ανοιχτή ταύτιση θα οδηγούσε σε περαιτέρω διπλωματική απομόνωση. 

Δεύτερον, επιχειρούν - έστω έμμεσα - να ασκήσουν πίεση προς την ελληνική πλευρά, μεταφέροντας τη συζήτηση από το πεδίο της νομιμότητας στο πεδίο της διαπραγμάτευσης.

Τρίτον, αναδεικνύουν τη “λογική” του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου ως αντικείμενο διαλόγου και όχι ως ζήτημα που κλείνει με βάση το διεθνές δίκαιο. 

Και τέταρτον, αποφεύγουν κάθε συγκεκριμένη δέσμευση. Το υπονοούμενο είναι σαφές: “όλα βρίσκονται στο τραπέζι”.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το διαχρονικό πρόβλημα για την ελληνική διπλωματία. Η Ελλάδα προσεγγίζει τα ζητήματα πρωτίστως νομικά. Η Τουρκία - και αρκετοί περιφερειακοί δρώντες - τα προσεγγίζουν διαπραγματευτικά. Και πράττουν αναλόγως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. 

Τί μας είπε, τελικά, ο Ακίλα Σάλεχ; Όχι ότι το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο. Όχι ότι αποδέχεται την ελληνική νομική επιχειρηματολογία αλλά, τίποτε δεν θεωρείται οριστικό και ότι όλα μπορούν να επαναδιατυπωθούν μέσα από μια διαδικασία διαπραγμάτευσης στην οποία “χωρούν όλοι”.

Συμπερασματικά, ο στόχος του στρατοπέδου Χαφτάρ δεν φαίνεται να είναι η ακύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου, αλλά η έμμεση νομιμοποίησή του μέσω μιας αναδιαπραγμάτευσης των όρων του. Και αυτό καλό είναι να το γνωρίζουμε.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2024

Tουρκία: Ρεβανσιστικές θέσεις, δικαιοδοσία και στρατηγική στο ζήτημα των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου του Αιγαίου Πελάγους

γράφει ο Πολυχρόνης Ναλμπάντης

Το παρόν άρθρο αναλύει τις ρεβανσιστικές θέσεις της Τουρκίας στη διαμάχη για την έκταση των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου του Αιγαίου Πελάγους στο πλαίσιο των διμερών σχέσεων με την Ελλάδα, που διαμορφώνονται από τις θέσεις αναφορικά με την ερμηνεία του διεθνούς δικαίου. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2024/11/05/tourkia-rebansistikes-theseis/

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2023

Κι όμως...

... το ζητούμενο δεν είναι "η διατήρηση των ήρεμων νερών στο Αιγαίο". Αν αυτό είναι το σημείο εκκίνησης των συνομιλιών σε κάθε επίπεδο και σε κάθε ευκαιρία από την ελληνική πλευρά τότε, πολύ φοβάμαι, η ελληνική διπλωματία εξακολουθεί να βαδίζει σε δρόμους που δεν βγάζουν πουθενά...


 

Κυριακή 14 Μαΐου 2023

Ένα πρόχειρο και σύντομο σχόλιο για τις εκλογές στην Τουρκία

 


Παρακολουθώ κι ακούω τις αναλύσεις των διαφόρων τηλε-ειδικών, που παρελαύνουν σχεδόν καθημερινά από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες και όλοι, μα όλοι, εκκινούν από την ίδια αφετηρία: από την θεωρία μιας «βαθιά διχασμένης» Τουρκίας, που θέλει επιτέλους ν’ ανασάνει…

Η τουρκική κοινωνία δεν είναι διχασμένη. Ακόμη περισσότερο; Γνωρίζει τι θέλει. Οι κούρδοι δεν αποτελούν εθνοτικό στοιχείο του περιθωρίου, αλλά στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι ενταγμένοι στον βασικό «εθνικό» κορμό και αυτοί, δεν ψηφίζουν το λεγόμενο φιλοκουρδικό κόμμα. Οι δε τούρκοι με ευρωπαϊκό προφίλ, δεν ξεπερνούν το 10% του συνολικού πληθυσμού, αν το φτάνουν καν αυτό το ποσοστό! Ίσως, ο πιο δόκιμος τρόπος διερεύνησης του εκλογικού σώματος στην γειτονική μας χώρα να είναι το μέγεθος της δυναμικής που έχουν κατά περίπτωση τα επιμέρους συνθετικά του υποσύνολα. Για παράδειγμα το ηλικιακό, το οικονομικό ή το πολιτισμικό.

Ο πρόεδρος Ερντογάν, παρέλαβε μια κατεστραμμένη χώρα από την κεμαλική ελίτ και έδωσε ψωμί στους πολίτες. Σε όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως, παρά τις όποιες διακρίσεις. Διακρίσεις που δεν θα εξαλειφθούν ποτέ, ακόμη και αν αλλάξει η πολιτική κατάσταση κάποια στιγμή. Οι σημερινοί σαραντάρηδες, έφυγαν από τα σπίτια τους ξυπόλυτοι και σήμερα βγάζουν περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν. Δεν ξεχνάνε.

Ο πρόεδρος Ερντογάν, είναι ένας άνθρωπος που δεν δίστασε να συνεργαστεί με τρομοκράτες, να κλέψει, να καταχραστεί, να σκοτώσει και να φυλακίσει κόσμο, να κυνηγήσει ανελέητα ακόμη και φίλους και συνοδοιπόρους Ωστόσο, ισχυροποίησε την χώρα και την θωράκισε με μια νοοτροπία η οποία, μπορεί στην δική μας αντίληψη να μοιάζει και να είναι νοσηρή εντούτοις, για τους τούρκους είναι απόλυτα λογική, έστω κι αν είχε κι έχει ένα κόστος σε δικαιώματα που για τις δυτικές κοινωνίες είναι δεδομένα.  

Ο Κιλιτσντάρογλου από την άλλη, κατά την άποψή μου, έχασε στο σημείο εκείνο που επέλεξε να αφήσει για λίγο στην άκρη την οικονομία και να αντιπολιτευτεί τον τούρκο πρόεδρο με τα εθνικά θέματα, επιχειρώντας να αναδείξει την αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας ως προνομιακό χώρο της κεμαλικής πολιτικής σκέψης. Μόλις είδες ότι δεν του βγαίνει, επέστρεψε ξανά στα της οικονομίας. Η Τουρκία δεν χρειάζεται έναν Κιλιτσντάρογλου και οι τούρκοι το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά.

Ιμάμογλου. Μου είναι αδιανόητος ο τρόπος που «διαβάζουμε» τον «φίλο» δήμαρχο. Η αλήθεια είναι πως φταίει και το μητσοτακέϊκο γι’ αυτό σε μεγάλο βαθμό. Ο ίδιος είναι η χειρότερη εκδοχή του Ερντογάν - τα έχω γράψει κατά το παρελθόν, και αργά ή γρήγορα θα δούμε τι λέω και τι εννοώ. Η μόνη τους διαφορά είναι στον τρόπο με τον οποίο πολιτεύονται. Στην εικόνα. Και η εικόνα είναι ικανή να υπερκαλύψει το όποιο περιεχόμενο…

Σε ό,τι αφορά στους υπόλοιπους ηγέτες της ενωμένης – χαχαχα – αντιπολίτευσης, όλοι αυτοί μαζί κι ο καθένας μόνος του, δεν διαθέτει ισχυρό κοινωνικό έρεισμα.

Η θρησκεία. Παρότι – κυρίως οι νέοι τούρκοι – σε μεγάλο βαθμό δηλώνουν άθεοι, το Ισλάμ παραμένει στον πυρήνα της κοινωνικής και πολιτικής τους σκέψης και όλα γυρνούν γύρω από αυτό.

Η Τουρκία δεν είναι μία ειδική περίπτωση. Είναι διαφορετική. Και δεν μπορούμε να σχηματίζουμε άποψη με τα δικά μας μέτρα και σταθμά.

Στο ερώτημα που οι δημοσιογράφοι διαρκώς θέτουν για το ποιος μας συμφέρει περισσότερο; Ερντογάν ή Κιλιτσντάρογλου; η απάντηση θα πρέπει να είναι πως δεν μας αφορά καθόλου το ποιος. Η Τουρκία έχει μία συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα που ακολουθεί. Έχει συγκεκριμένες βλέψεις, συγκεκριμένες φιλοδοξίες, τις έχει καταστήσει γνωστές και δουλεύει πάνω σε αυτές αδιάφορα από πρόσωπα και κόμματα.

Εν κατακλείδι, θα κερδίσει τις εκλογές εκείνος που έχει δουλέψει σκληρά για την νίκη. Όλοι υποψιαζόμαστε ποιος είναι αυτός…

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2023

Η φαντασιοπληξία ενός λαοπλάνου


Συχνά πυκνά ο πρόεδρος Ερντογάν αναφέρεται στο πρόσωπο του Αντνάν Μεντερές, προσδίδοντάς του μάλιστα σχεδόν μυθικές διαστάσεις που δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική αλήθεια ούτε κατ’ ελάχιστον. Ο Μεντερές, υπήρξε πρωθυπουργός της Τουρκίας και συνιδρυτής του Δημοκρατικού Κόμματος (DP), το οποίο επέτυχε σαρωτική νίκη στις εκλογές του 1950 έναντι του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP). Παρόμοια νίκη φαντασιώνεται, επιθυμεί, επιδιώκει και σχεδιάζει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις επερχόμενες εκλογές κι από ό,τι φαίνεται, δεν θα υπάρχει κανείς και τίποτε που να μπορεί να του την στερήσει.  

Το αξιοσημείωτο για το Δημοκρατικό Κόμμα και τον Μεντερές, δεν είναι η αμφισβήτηση της κυριαρχίας των κεμαλιστών στην πολιτική ζωή της χώρας· άλλωστε, σχεδόν το σύνολο των μελών του κόμματος προερχόταν από τις τάξεις του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, παρά η ενεργοποίηση, η συμπόρευση και τελικά η νομιμοποίηση του ισλαμικού παράγοντα στα πολιτικά πράγματα, για πρώτη φορά από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η ιδεολογική σύζευξη τουρκικού εθνικισμού και Ισλάμ δεν συντελέσθηκε κατά τις δεκαετίες του ‛70 και του ‛80 - όπως πολλοί λανθασμένα υποστηρίζουν, αλλά πολύ νωρίτερα.

Για την ιστορία, το 1960, ο Αντνάν Μεντερές συνελήφθη μετά από στρατιωτικό πραξικόπημα και μαζί με τον πρόεδρο Τζελάλ Μπαγιάρ κι άλλους υπουργούς της κυβερνήσεώς του, οδηγήθηκε σε πολύμηνη δίκη κατηγορούμενος για πλείστα αδικήματα, μεταξύ των οποίων και για το οργανωμένο πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Τελικά, καταδικάστηκε τετράκις σε θάνατο δι' απαγχονισμού κι εκτελέστηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1961 στη νήσο Ιμραλί στη θάλασσα του Μαρμαρά.

Γιατί όμως ο πρόεδρος Ερντογάν ταυτίζει εαυτόν με τον Μεντερές;

Ο ισλαμισμός δεν υπήρξε ποτέ απών από την πολιτική ζωή της Τουρκίας και πάντοτε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εφαρμόστηκε συμπληρωματικά ή και ανατρεπτικά για την κεμαλική ιδεολογία. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να ισχυριστούμε πως ο εθνολαϊκισμός των κεμαλιστών λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής στην ανάπτυξη του ισλαμοφασιστικού κινήματος, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα, αν αναλογιστούμε την ανικανότητά τους να αρθρώσουν πειστικό πολιτικό λόγο.

Σε ό,τι αφορά στον ίδιο τον Μεντερές, η κατανόηση και η συνεννόηση με θιασώτες του ισλαμιστικού κινήματος από τη μία και ο συντηρητισμός της τουρκικής κοινωνίας από την άλλη, δημιούργησε την ψευδαίσθηση πως δημοκρατία και Ισλάμ μπορούν να συνυπάρξουν, διαμορφώνοντας έτσι ένα νέο υβριδικό περιβάλλον κοινωνικής διαχείρισης και πολιτικής διακυβέρνησης, που διευκόλυνε τον ισλαμισμό στην διοχέτευσή του και προς τα δεξιά και προς τα αριστερά,.

Ως διακύβευμα παρέμενε και παραμένει πάντα η διασφάλιση (και η ερμηνεία) της τουρκικής ταυτότητας καθώς, δεν είναι δεδομένη ακόμη και σήμερα! Αυτή η πολιτική παράμετρος ήταν και είναι ασύμβατη με τον κεμαλισμό στην αυθεντική του εκδοχή κι εκεί εντοπίζεται το σημείο στο οποίο οι κεμαλιστές τώρα, όπως ακριβώς και τότε, χάνουν το παιχνίδι...

Αν και αναπόφευκτη αναγκαιότητα ο κεμαλισμός για την γειτονική μας χώρα, εκ των υστέρων μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι οι κληρονόμοι του δεν φάνηκαν αντάξιοι της αποστολής τους. Έτσι, ο ισλαμισμός παράλληλα με τον εθνικισμό και τον λαϊκισμό και με ρευστά τα όρια ανάμεσά τους, κατέστη ο κύριος φορέας του τουρκικού πολιτικού πολιτισμού.  

Διαχρονικά, το ισλαμιστικό κίνημα επέδειξε κι επιδεικνύει ιδιαίτερη αντοχή κι ευελιξία. Εξακολουθεί να συνιστά μία δυναμική κι ελκυστική πολιτική πρόταση κυρίως για τα πιο παραδοσιακά, λαϊκά και θρησκευόμενα κοινωνικά στρώματα απ’ όπου αντλεί δυνάμεις.

Διέβρωσε σταδιακά τον πυρήνα της κεμαλικής ιδεολογίας περί εθνικής ομοιογένειας, επιτέθηκε με μένος σε κάθε τι «ξένο» κι έθεσε ως στόχο του την «καθαρότητα» από κάθε επιμέρους εθνολογικό, γλωσσικό, πολιτιστικό ή θρησκευτικό στοιχείο, αναδεικνύοντας το Ισλάμ ως το απόλυτο κριτήριο ταυτοτικού προσδιορισμού.

Οτιδήποτε μη τουρκικό και μη μουσουλμανικό είναι ξένο, και στο φαντασιακό των τούρκων ισλαμιστών έχει λάβει διαστάσεις εθνικού κινδύνου! Αντίληψη που εξηγεί τη συμπεριφορά των τούρκων αξιωματούχων απέναντι σε φίλους κι εχθρούς, τη γλώσσα του καφενείου, τις απειλές, την προκλητικότητα και τον φανατισμό του παράλογου.

Ο πρόεδρος Ερντογάν - και μόνον αυτός - ενσωματώνει και τις τρεις αυτές παραμέτρους στην λογική και την ρητορική του με τρόπο αδιαμφισβήτητο κι αδιαπραγμάτευτο, γι’ αυτό και κανένα πρόσωπο και καμία πολιτική δύναμη δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί στα ίσια - κατά το κοινώς λεγόμενο - μαζί του.

Παρενθετικά, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε πως η μόνη διέξοδος είναι η ίδια η δημοκρατία ωστόσο, κανείς τούρκος πολιτικός τη δεδομένη στιγμή πλην ίσως του Σελαχατίν Ντεμιρτάς δεν είναι πραγματικός δημοκράτης. Η Τουρκία δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει και να διαχειριστεί στις αξίες και τις αρχές που διέπουν όλον τον ελεύθερο και δημοκρατικό κόσμο. Η Τουρκία, δεν επιθυμεί την δημοκρατία.

 

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Εθνολαϊκισμός, ισλαμισμός, δημοκρατία: ψευτοδιλήμματα κι αυταπάτες των γειτόνων μας

 


Το γεγονός της αποδοκιμασίας του καθεστώτος Ερντογάν από ένα μεγάλο ποσοστό των Τούρκων πολιτών, δεν σημαίνει ουδόλως ότι ο τουρκικός λαός στο σύνολό του απορρίπτει ή τουλάχιστον αμφισβητεί το αφήγημα περί εθνικής και θρησκευτικής ανα(σ)τάσεως ή το επεκτατικό ιδεώδες που προβάλλεται ως ιστορικά και ηθικά δίκαιο και νομικά βάσιμο, έστω κι αν βλάψει στο μέλλον τα συμφέροντα της Τουρκίας αυτή η θεώρηση των πραγμάτων η οποία, δεν έχει ούτε χρώμα ούτε πρόσημο.

Στην Ελλάδα ─μια και είμαστε υποχρεωμένοι να ασχολούμαστε διαρκώς με τους γείτονες─ λίγοι γνωρίζουν κι ακόμη λιγότεροι κατανοούν, πώς ακριβώς είναι δομημένη στο θεωρητικό πεδίο η πολιτική ζωή στη γειτονική μας χώρα. Και δικαιολογημένα, αφού η σχετική βιβλιογραφία και η αρθρογραφία είναι πολύ περιορισμένη.

Παρά λοιπόν τις αναγνωρίσιμες κι ολίγον αυθαίρετες ταμπέλες «δεξιά» (ισλαμιστές, εθνικιστές, συντηρητικοί) και «αριστερά» (κεμαλιστές, δημοκρατικοί, προοδευτικοί κ.λπ.) που χρησιμοποιούνται κι από εμάς κι από τους ίδιους τους Τούρκους ανάλογα, η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία ήταν, είναι και θα είναι και στο μέλλον, ο εθνολαϊκισμός. Σε όποια από τις έξι διαφορετικές του παραλλαγές. Στην πραγματικότητα, είναι αδόκιμο να ομιλούμε για Δεξιά κι Αριστερά στην Τουρκία.

Κάποια στιγμή ίσως κριθεί χρήσιμη η μελέτη αυτών των παραλλαγών και η συγκρουσιακή δυναμική ανάμεσά τους διότι, ναι, υπάρχει κι αυτή· ωστόσο, για την ώρα, ας έχουμε υπόψη μας ότι σε κάθε «κρίσιμη περίοδο» και σύμφωνα πάντα με την επικρατούσα αντίληψη, το συντηρητικό κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας μπορεί κι οφείλει να κάνει συμβιβασμούς ενώ το προοδευτικό της κομμάτι, παρά τις αποστάσεις που θέλει να κρατά κυρίως από την ισλαμική παράδοση, έχει την υποχρέωση να βρίσκει σημεία τομής ώστε και τα δύο ιδεολογικά ρεύματα να μπορούν όχι μόνον να συναντώνται αλλά και να συνεργούν.

Έχει ειπωθεί κατ’ επανάληψη και λανθασμένα ─όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά─ ότι κατά τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80, επιχειρήθηκε η συστηματική σύζευξη τουρκικού εθνικισμού και Ισλάμ.

Ο ισλαμισμός δεν ήταν ποτέ απών από τα πολιτικά πράγματα της χώρας. Πάντοτε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο λειτουργούσε συμπληρωματικά κι ενίοτε ανατρεπτικά σε κάθε πολιτική και κοινωνική διεργασία. Από την άλλη, ο εθνολαϊκισμός των κεμαλιστών μέσα από το πέρασμα του χρόνου, λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής της δύναμης του ισλαμοφασισμού στην Τουρκία κι εμείς, δεν ήμασταν σε θέση ούτε να το δούμε, ούτε να το αξιολογήσουμε αυτό. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα!

Αν μη τι άλλο, ο πρόεδρος Ερντογάν επέτυχε εκεί που απέτυχαν όλοι οι προηγούμενοι ισλαμιστές: στην παγιοποίηση μιας εκδοχής του Ισλάμ, της τουρκικής του εκδοχής, διεισδύοντας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, επιτυγχάνοντας τη μεταβολή της φυσιογνωμίας της μεσαίας και της ανώτερης τάξης, των πιο μορφωμένων και των πιο προνομιούχων κοινωνικών ομάδων δηλαδή, που αντιλαμβάνονται πλέον εκείνο που εμείς ονομάζουμε νέο-οθωμανισμό (αν και οι ίδιοι δεν αποδέχονται αυτόν τον όρο), ως δίκαιο και νόμιμο «εθνικό» αγώνα ενάντια σε εκείνες τις «δυνάμεις» (πολιτικές/θρησκευτικές/οικονομικές κι άλλες) που επιθυμούν μία αδύναμη και πλήρως ελεγχόμενη Τουρκία. Σε αυτή την αντίληψη η ενωμένη αντιπολίτευση (sic!) δεν έχει τίποτε να αντιπροτείνει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού εκφράζει τα ίδια κι ακόμη περισσότερα…

Για να πω την αλήθεια, είχα μεγάλες προσδοκίες από την αντιπολίτευση, κυρίως από το ρεπουμπλικανικό κόμμα. Έχοντας κάνει τα τελευταία χρόνια ατέλειωτες συζητήσεις με φίλους, μέλη και στελέχη του, μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ─λανθασμένα προφανώς─, ότι η καλλιέργεια ενός πιο δημοκρατικού φρονήματος θα αποτελούσε προτεραιότητα και ίσως, μεγαλύτερη επένδυση για το μέλλον. Όμως, η δημοκρατία, όπως εμείς την κατανοούμε και εννοούμε, είναι terra incognita για τους Τούρκους. Κι ό,τι είναι άγνωστο, θεωρείται επικίνδυνο… Έτσι, για την αντιπολίτευση, ο εθνολαϊκισμός συνιστά τη μόνη ενδεδειγμένη οδό.

Επιπλέον, όσο κι αν θέλουν να κρατούν αποστάσεις, το Ισλάμ δεν επιτρέπει κανένα απολύτως περιθώριο διάστασης. Ιδίως σήμερα. Τόσο για το εσωτερικό όσο και για το εξωτερικό. Όπου δηλαδή η γειτονική μας χώρα έχει απλώσει τα πόδια της.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

Περί διεθνοποίησης του τουρκικού αναθεωρητισμού

 

Ας μην γελιόμαστε. Ο τουρκικός αναθεωρητισμός νομιμοποιήθηκε από τις δικές μας φοβίες, την υποχωρητικότητα, τις αστοχίες μας, την απουσία σχεδίου και συντονισμού των πολιτικών δυνάμεων της πατρίδας μας… από τον πολιτικό μας “πολιτισμό”. Πιθανόν, να μην γινόταν διαφορετικά.

Να μην λησμονούμε ποτέ τη διάσταση Ανατολής - Δύσης σε ό,τι αφορά νοοτροπία κι αντίληψη. Αυτή η διάσταση αυξάνει μέρα με τη μέρα μέσα από το πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων καθώς, δεν εντοπίζεται μόνον στις όποιες εδαφικές βλέψεις και διεκδικήσεις που ανέκαθεν προέβαλε η γειτονική μας χώρα, ούτε και περιορίζεται στην επιρροή και την ισχύ ή τα όποια ενδεχόμενα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποδώσει η περιοχή μας. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο κόσμους είναι πολιτισμική. Φτάνει να παρατηρήσει κανείς την φρασεολογία που χρησιμοποιείται και από τις δύο πλευρές, για να διαπιστώσει ότι το ζήτημα είναι πιο σύνθετο απ’ όσο φαίνεται.

Η Τουρκία είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα

Το πρόβλημα όμως, είναι η Τουρκία. Και τί μας λέει; Μας δηλώνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι δεν δεσμεύεται από καμία συμφωνία, καμία συνθήκη και καμία συνεννόηση εφόσον αυτή δεν εξυπηρετεί τους στόχους και τα συμφέροντά της. Δεν σέβεται ούτε εχθρούς, ούτε φίλους· εκμεταλλεύεται την ευρωπαϊκή ανεπάρκεια κι απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο. Καταφέρεται εναντίον του ελληνισμού με φτηνή γλώσσα, ψεύδη, συκοφαντίες και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς αλλά και με πολιτικές που κινούνται μακράν και πέραν κάθε νομιμότητας ή λογικής. Σημειωτέον, όταν ομιλούμε περί νομιμότητας αλλιώς την εννοεί η Δύση και αλλιώς η Ανατολή και μάλιστα, καθεστώτα όπως εκείνα της Ρωσίας, της Τουρκίας ή του Ιράν κ.λπ.

Όσοι γνωρίζουμε τους τούρκους και τον τρόπο που εκφράζονται και συμπεριφέρονται - ακόμη και μεταξύ τους, κυρίως μεταξύ τους - δεν δοκιμάζουμε την παραμικρή έκπληξη. Αντίθετα, έκπληξη προκαλεί η επιμονή κάποιων συγκεκριμένων προσώπων και κύκλων στην χώρα μας στην διατήρηση μιας παθητικής - “ψύχραιμη” την ονομάζουν - στάσης που, αντί να διορθώνει κάπως τα πράγματα, προμηθεύει με περισσότερη καύσιμη ύλη τον τουρκικό παροξυσμό. Στον αντίποδα, έχουμε και τις υστερικές πολεμικές ιαχές κάποιων άλλων λες και τώρα ήρθε η ώρα να πάρουμε την Πόλη…

Έτσι όμως δεν γίνεται εξωτερική πολιτική. Δεν είναι αυτός ο ενδεδειγμένος τρόπος διασφάλισης των εθνικών μας συμφερόντων. Κι όλοι όσοι γράφουμε ή ομιλούμε δημόσια κι εκφραζόμαστε κατά την αντίληψή μας, πριν οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να αναλογιστούμε εάν πράγματι βοηθούμε και υποστηρίζουμε την εθνική προσπάθεια με τους λόγους και τα γραπτά μας.

Ωστόσο, η γειτονική μας χώρα έχει επιλέξει τον δρόμο της. Κι αν φαίνεται ότι λειτουργεί βάσει σχεδίου, μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει την πραγματικότητα. Από την στιγμή που αισθάνθηκε ότι μπορεί, προβάλλει αξιώσεις και διεκδικεί έναν ρόλο που δεν είναι ανάλογος ούτε των δυνατοτήτων της, ούτε της ιστορίας της, ούτε του πολιτισμού της. Δοκιμάζει κάθε δυνατή εναλλακτική έτσι, ώστε επαληθευθεί το αφήγημα της “μεγάλης” και “σημαντικής” Τουρκίας.

Τί την έκανε να αισθανθεί “δυνατή”; Ανίκανες ευρωπαϊκές ηγεσίες, η ασυνεννοησία μεταξύ τους σε πλήθος ζητημάτων, η άνοδος της ακροδεξιάς και η αυξανόμενη ισλαμοφοβία στον ευρωπαϊκό χώρο, το πλεονέκτημα που της παραχώρησαν Τραμπ-ρεπουμπλικάνοι, η αποχώρηση των αμερικανών και των συμμάχων τους από το Αφγανιστάν, τα ρωσικά σχέδια έναντι της Ουκρανίας και η αλληλοκατανόηση με τη Μόσχα, η απρόσκοπτη διείσδυσή της στην Αφρική, η χρησιμότητά της στο ενεργειακό πεδίο, το μεταναστευτικό/προσφυγικό, ο πλούτος του Αιγαίου και της Μεσογείου… όλα αυτά κι ακόμη περισσότερα, τροφοδότησαν τις φαντασιώσεις της τουρκικής ισλαμιστικής και εθνολαϊκιστικής ελίτ που διέκρινε το περιθώριο ανάπτυξης μια αναθεωρητικής πολιτικής χαμηλού κόστους. Τώρα, πόσο “χαμηλό” θα είναι αυτό το κόστος μένει να το δούμε.

Πάντως, ο τουρκικός ρεβιζιονισμός δεν έχει στο επίκεντρό του μόνο την Ελλάδα. Οι βλέψεις και οι επιδιώξεις της Τουρκίας δεν περιορίζονται σε εμάς. Εμείς όμως στεκόμαστε εμπόδιο σε αυτές τις επιδιώξεις. Κι όπως πολύ ορθά το περιέγραψε με λίγες λέξεις ο Δρ. Νικ. Ντάσιος σε πρόσφατο άρθρο του στην Huffington Post: “ο ελληνισμός στην παρούσα συγκυρία (και για ακόμη μια φορά) μετατρέπεται σε σύνορο του Δυτικού κόσμου έναντι του Ασιατικού δεσποτισμού”.

Διεθνείς σχέσεις και όροι επικοινωνίας

Όμως, ας πάμε στην ουσία του θέματος ή έστω, στην πιο σημαντική του παράμετρο. Οι διεθνείς σχέσεις αν και στην δομή τους έχουν κάποιες σταθερές που είναι αποδεκτές και ακολουθούνται από όλους εντούτοις, μεταβάλλονται, αναπτύσσονται και εξελίσσονται διαρκώς. Κι εκεί είναι που πάσχουμε ως χώρα. Αυτό πρέπει να είναι για εμάς το ζητούμενο!

Η Ελλάδα, ακόμη και τώρα, επιμένει στην χρήση εργαλείων και στην εφαρμογή πρακτικών που θεωρούνται από παρωχημένες και άχρηστες ως εξαιρετικά επικίνδυνες, εφόσον δεν καταφέρνουν να λύνουν προβλήματα ή να δημιουργούν ευκαιρίες στο βαθμό που θα ήθελε κανείς. Πρέπει κάποια στιγμή και μάλιστα γρήγορα να τελειώνουμε με το “μύκονοςςςςς”, συρτάκι, σουβλάκι, φουστανέλα, “nick the greek” και τα τοιαύτα. Ούτε και το χαρτί του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και πνεύματος είναι πλέον αρκετό. Κι αν αυτή δεν είναι η αλήθεια, αυτή την εικόνα βγάζουμε προς τα έξω και δεν μας βοηθά καθόλου.

Τί περιμένουμε ή τί άλλο θα πρέπει να συμβεί για να αναθεωρήσουμε επιτέλους - κι εμείς με τη σειρά μας, τον τρόπο που προωθούμε τις διεθνείς μας σχέσεις και ασκούμε την εξωτερική μας πολιτική; Είναι ή δεν είναι αντικειμενικός μας σκοπός η διασφάλιση της κυριαρχίας μας, των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων αλλά και η ασφάλεια και η ευημερία μας;

Ας παρατηρήσουμε τι συμβαίνει γύρω μας. Όλες οι χώρες αργά ή γρήγορα καλούνται να διαχειριστούν ζητήματα που θεωρούνταν λίγο ως πολύ λυμένα. Νέοι συσχετισμοί δημιουργούνται διαρκώς και επιδιώκουν την νομιμοποίησή τους όχι απαραίτητα με την ισχύ αλλά, όλο και πιο συχνά, με όρους marketing και πρακτικές merchandising.

Εμείς βέβαια, έχοντας την Τουρκία δίπλα μας, είμαστε μάλλον άτυχοι. Αλλά, αν μη τι άλλο, οι όροι του εμπορίου απέκτησαν νέο νόημα και νέο περιβάλλον εφαρμογής, δημιουργώντας ένα χαοτικό μείγμα προθέσεων, στόχων, αντιλήψεων, ερμηνειών αξιώσεων και ναι, αιτιάσεων που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος εξαιτίας πολλών παραγόντων, μεταξύ αυτών, της άγνοιας, της ανεπάρκειας και την μετριότητας που είναι δεδομένες στην ευρωπαϊκή πολιτική ζωή - μιλώντας πάντα για τα του οίκου μας!  Έτσι, κράτη, λαοί, θεσμοί, οργανισμοί μετατράπηκαν σε καταναλωτές - και μάλιστα, δίχως καταναλωτική συνείδηση!

Η Τουρκία, πέραν της καθημερινά επαναλαμβανόμενης φτηνής ρητορικής, των προσβολών και των απειλών που εξαπολύει με κάθε ευκαιρία, έχει επιδοθεί σε έναν μεγάλο αγώνα δυσφήμισης και εξαναγκασμού (μας) κι επενδύει στην ψυχραιμία - με ή χωρίς εισαγωγικά - που εμείς επιδεικνύουμε. Και βρίσκει ευήκοα ώτα, όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο ή παράλογο. Προφανώς, το ζήτημα δεν είναι μόνον γεωπολιτικό…

Γιατί λοιπόν τα καταφέρνει εφόσον έχει άδικο; Μήπως δεν επικοινωνούμε τις θέσεις μας και τις απόψεις μας με τρόπο αποτελεσματικό; Μήπως οι όροι με τους οποίους επιδιώκουμε αυτήν την επικοινωνία είναι κάπως ξεπερασμένοι;      

Από την άλλη, δεν μπορούμε να επαναπαυόμαστε εσαεί στους αγώνες της ομογένειας και την καλή πίστη δυο-τριών-πέντε-δέκα γερουσιαστών στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ή στην κατανόηση και συμπαράσταση φίλων κι εταίρων εδώ στην Ευρώπη, όταν κάποιοι αυτούς επενδύουν στην πολεμική μηχανή της Τουρκίας· εναντίον μας δηλαδή!

Θυμάμαι - δεν πάει πολύς καιρός, την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να σηκώνει padiera rossa για την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και να απειλεί με επιβολή κυρώσεων την Ρωσία, την ίδια ώρα και στιγμή που η Τουρκία επιτίθονταν στην Ελλάδα (Έβρος, Μάρτιος 2020). Κυρώσεις δεν υπήρξαν ποτέ και ούτε θα υπάρξουν αν κι εφόσον εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε την εδαφική μας ακεραιότητα.

Στο τέλος-τέλος, μήπως θα πρέπει να αρχίσουμε να διατυπώνουμε μία σειρά ερωτημάτων που θα βοηθήσουν τη διεθνή κοινότητα να δει ό,τι δεν βλέπει ή δεν θέλει να δει; για παράδειγμα, πόσο αξιόπιστη είναι η Τουρκία και πώς; Διασφαλίζει τα συμφέροντα του ελεύθερου και δημοκρατικού κόσμου; Πώς; Να μάθουμε επιτέλους, πόσο στρατηγική είναι τελικά η θέση της και πως μας εξυπηρετεί; - αν μας εξυπηρετεί…  

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

Φετουλάχ Γκιουλέν: το Ισλάμ δεν είναι ακόμη σε θέση να αντιπαρατεθεί με τη Δύση


 
Μεγάλη η επιτυχία της τηλεόρασης του Alpha χθες. Δεν λέω. «Συνέντευξη-κόλαφος του Γκιουλέν για τον Ερντογάν» ο τίτλος… κάπου αλλού διάβασα: «βαρυσήμαντο μήνυμα του Γκιουλέν προς τους Έλληνες» ή «παρέμβαση Γκιουλέν στα ελληνοτουρκικά»… γενικά, «το έχουμε» με τους τίτλους. Όπως λέει κι ο σοφός λαός μας: «Όλοι θέριζαν κι η Γιαννούλα άσπριζε.»
 
Ας σοβαρευτούμε κάποια στιγμή. Και κυρίως οι δημοσιογράφοι που δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Ο Φετουλάχ Γκιουλέν δεν μας έστειλε κανένα «βαρυσήμαντο μήνυμα», ούτε και επιχείρησε την όποια παρέμβαση στα ελληνοτουρκικά. Παραχώρησε μία συνέντευξη σε έναν ελληνικό τηλεοπτικό σταθμό, γνωρίζοντας εκ προοιμίου ότι θα τύχει ευρείας κάλυψης/εκμετάλλευσης από τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης καθ’ ό,τι, και σύμφωνα πάντα με το επίσημο αφήγημα της Τουρκίας, η Ελλάδα εκπαιδεύει στρατιές …τρομοκρατών και ο ίδιος χαρακτηρίζεται τρομοκράτης! 
 
Δύο πράγματα θέλησε να επιτύχει: α) να υπενθυμίσει ότι εντός της Τουρκίας εξακολουθεί να υπάρχει ένας παράπλευρος πολιτικός/θρησκευτικός πόλος με ισχυρό κοινωνικό έρεισμα που δεν επιθυμεί περιπέτειες και β) να βάλει χαλινάρι σε όλους εκείνους (ισλαμιστές και εθνολαϊκιστές) που, παρά την απέχθειά τους για το AKP και την σημερινή ηγεσία της χώρας, συντάσσονται με τον Τούρκο πρόεδρο, εκφράζοντας τις ίδιες ακραίες απόψεις και προβάλλοντας ακόμη πιο εξτρεμιστικές βλέψεις για την «μεγάλη» πλην αδικημένη Τουρκία που φαντασιώνονται και στον ξύπνιο τους ακόμη.
 
Αυτό σημαίνει πως ο τουρκικός ισλαμισμός αρχίζει να αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο των σχεδίων του - αυτή τη δεδομένη χρονική περίοδο - και δοκιμάζει βήματα υποχώρησης. Το κακό είναι ότι ο πολιτικός του βραχίονας έχει χάσει την μπάλα κατά το κοινώς λεγόμενο, δεν αντιλαμβάνεται που μπορεί να οδηγηθούν τα πράγματα και για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ποια γρανάζια και ποιοι μηχανισμοί θα λειτουργήσουν ανασταλτικά στην ανοησία. Προσέξτε: ΜΟΝΟ ανασταλτικά.
 
Ας έχουμε υπόψη μας ότι Γκιουλέν κι Ερντογάν δεν εκπροσωπούν δύο διαφορετικές εκδοχές ή δύο διαφορετικές «σχολές σκέψης» εντός του εθνικιστικού/ισλαμιστικού πεδίου. Και οι δύο προέρχονται από την συντηρητική δεξιά, μοιράζονται τις ίδιες αξίες και τους ίδιους πόθους κι έχουν σχεδόν ταυτόσημη αντίληψη περί Ισλάμ. Κατά συνέπεια… άνθρακες ο θησαυρός.
 
Προσωπικά, δίνω μεγαλύτερη σημασία στα όσα λέει δημόσια χωρίς φόβο και χωρίς να κρύβεται η επικεφαλής του HDP, παρά στις δηλώσεις ενός φανατικού ισλαμιστή που δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να σκοτώσει την μάνα του για χάρη του Ισλάμ.

 

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

77η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών: Η αξιοπρεπής στάση του ελληνισμού απέναντι στις προκλήσεις και τις απειλές της Τουρκίας

 

Επιχειρώντας μία πρώτη εκτίμηση και συγκρίνοντας τις ομιλίες Ερντογάν - Μητσοτάκη / Αναστασιάδη στην Ολομέλεια των Ηνωμένων Εθνών, δεν μπορώ παρά να σημειώσω πριν από οτιδήποτε άλλο το οφθαλμοφανές: το χάσμα - δηλαδή - που χωρίζει το ελληνικό πνεύμα από τον τούρκικο χαρακτήρα. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.facebook.com/christos.moissidis/posts/10228281283478569

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2022

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι η Τουρκία


Υπάρχει πλέον ικανός αριθμός εμπεριστατωμένων άρθρων κι αναλύσεων, και σε έντυπη και ηλεκτρονική έκδοση, αναφορικά με τα αποτελέσματα της Συνόδου του ΝΑΤΟ στην Μαδρίτη. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν συμμερίζονται τις εκτιμήσεις της ελληνικής κυβέρνησης κι απορρίπτουν την θετική αποτίμηση της Αθήνας για ό,τι αφορά στο πεδίο των ελληνοτουρκικών κι ευρωτουρκικών σχέσεων. Στην συνέχεια θα εξηγηθεί το γιατί. Προηγουμένως όμως, ας θυμηθούμε με ποιο σκεπτικό μετέβησαν στην Μαδρίτη Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός, για να επαναβεβαιώσει την προσήλωσή της Ελλάδας στους ευρωατλαντικούς δεσμούς, την υποστήριξή της στην διεύρυνση της Συμμαχίας αλλά και για να απαντήσει σε τυχόν προκλήσεις της τουρκικής πλευράς – όπως στελέχη της ΝΔ και συστημικά μέσα ενημέρωσης είχαν επιμελώς φροντίσει να προκαταλάβουν την ελληνική κοινή γνώμη, το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της Συνόδου.

Ο Τούρκος Πρόεδρος, για να αναδείξει την Τουρκία ρυθμιστή των ευρωπαϊκών θεμάτων.

Και οι δύο επέτυχαν τον αντικειμενικό τους σκοπό. Από εκεί και ύστερα, ο δρόμος της διεύρυνσης δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Η ασφάλεια της Ευρώπης παραμένει ζητούμενο και το νέο στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ; Με δεδομένη την αδυναμία των ευρωπαϊκών ηγεσιών να διακρίνουν εγκαίρως απειλές, πραγματικές απειλές! και να αξιολογούν το είδος και το μέγεθος των προκλήσεων που παρουσιάζονται μπροστά τους κάθε φορά, μας επιτρέπεται να ομιλούμε από τώρα για μία μεγάλη αποτυχία. 

Σουηδία – Φινλανδία – Τουρκία 

Αν μη τι άλλο, η Τουρκία θα ήθελε κάτι καλύτερο από ένα γενικόλογο κείμενο σαν κι αυτό που τελικά υπεγράφη από τους Υπουργούς Εξωτερικών των τριών χωρών. Δηλαδή, της Τουρκίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας. Εντούτοις, η υπογραφή ενός μνημονίου κατανόησης και συνεργασίας δεν ήταν το ζητούμενο στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου. Γι’ αυτό και η στάση των Τούρκων ήταν μάλλον χλιαρή.

Από την άλλη, τα χαμόγελα των ευρωατλαντιστών περίσσευαν κι οι διαβεβαιώσεις περί ενός «έντιμου» συμβιβασμού τύπου win-win ή ...kazan-kazan, κατά την προσφιλή έκφραση του Τούρκου Προέδρου στη γλώσσα του, έδιναν κι έπαιρναν. «Ξεπεράστηκε ο σκόπελος». «Πρυτάνευσε η λογική» και οι «συμμαχικοί δεσμοί είναι πιο ισχυροί από ποτέ».

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το ΝΑΤΟ δεν επιθυμεί ένα μέλλον χωρίς την Τουρκία. Μια  σειρά χωρών από τις Η.Π.Α. και τη Μεγάλη Βρετανία, μέχρι την Ισπανία και την Ιταλία μα, ακόμη και  η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, δεν αντιλαμβάνονται την Τουρκία ως «συστημική πρόκληση», παρά την έως τώρα συνολική συμπεριφορά της και τις έντονα ευδιάκριτες διαφορές σε πολιτικό, πολιτισμικό, αξιακό και ιδεολογικό επίπεδο. Έτσι, είναι πάντοτε διατεθειμένες να κάνουν υποχωρήσεις και να επιδιώκουν συμβιβασμούς, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζουν ένα μίνιμουμ σταθερότητας κι ασφάλειας. Πάνω και πέρα απ’ όλα σημασία έχει η επικαιροποίηση του αφηγήματος της «συνοχής» και της «συνεννόησης»…

Δεν πρόλαβε ο Πρόεδρος Ερντογάν να επιστρέψει στην Τουρκία κι ευθύς αμέσως επανέλαβε - με την γνωστή αυθάδη ρητορική του - εκβιασμούς και απειλές, απαιτώντας εφαρμογή των συμφωνηθέντων, όπως τα εννοεί και τα ερμηνεύει η τουρκική ηγεσία, προκαλώντας εκ νέου πονοκέφαλο στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αφού, ο δρόμος μέχρι τη επικύρωση της ένταξης Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ από το τουρκικό κοινοβούλιο θα είναι μακρύς.

Οι απαντήσεις της φινλανδικής Προεδρίας και του Υπουργού Δικαιοσύνης της Σουηδίας σε αυτές τις απαιτήσεις, καταδεικνύουν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο αυτή την διαφορά ερμηνείας την οποία κι επισημαίνουμε και παράλληλα, επαληθεύονται για πολλοστή φορά όλοι όσοι έχουν κατ’ επανάληψη εκφράσει την άποψη ότι, η Άγκυρα όχι μόνον δεν σέβεται την υπογραφή της αλλά, κι ερμηνεύει συμφωνίες, συνθήκες και μνημόνια συνεργασίας μέσα από το πρίσμα των δικών της "ευαισθησιών", φιλοδοξιών κι επιδιώξεων.

Όμως, αυτό το γνωρίζουν όλοι! Συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής κυβέρνησης. Το γνωρίζει και ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ ο οποίος,
μόνο που δεν δακρύζει κάθε φορά που προφέρει το όνομα της γειτονικής μας χώρας. Γι’ αυτό και παρουσιάστηκε και προτάθηκε προς τα ενδιαφερόμενα μέρη ένα κείμενο επιτηδευμένα γενικόλογο ώστε, Σουηδία και Φιλανδία να νιώθουν ικανοποιημένες μέσα από ασάφειες και κενά, η δε Τουρκία, να εξακολουθεί να έχει την ευχέρεια των αξιώσεών της.

Οι αξιώσεις του τουρκικού παράγοντα κι οι αυταπάτες μας

Η στάση της Τουρκίας στην Μαδρίτη δεν ήταν παρά μία κίνηση τακτικισμού καθώς, και σύμφωνα πάντα με την τουρκική θεώρηση, κάθε συμφωνία μπορεί και ερμηνεύεται κατά το δοκούν. Άρα, ποιά ερμηνεία θα υπερισχύει κατά περίπτωση; Εκείνη των Σουηδών και των Φιλανδών ή των Τούρκων;

Στην ουσία τώρα. Η Τουρκία γνωρίζει πολύ καλά ότι στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. το εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο λειτουργούν ως δικλείδες ασφαλείας, ώστε όλοι να απολαμβάνουν της προστασίας του Νόμου, πολίτες ή μη. Άρα, το διακύβευμα δεν αφορά σε απελάσεις ή στις όποιες νομικές υποχωρήσεις στα όρια του «ανεκτού». Άλλο είναι το θέμα. Η Τουρκία αποκτά λόγο στα νομικά πράγματα των δύο αυτών χωρών - κατά συνέπεια, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δικαίως θα αναρωτηθείτε: μα, δεν συμβαίνει ήδη; Συμβαίνει. Έχουμε πλήθος τούρκων και ισλαμιστών «ακτιβιστών» και τουρκοϊσλαμιστικών κομμάτων και οργανώσεων που για λόγους «πολιτικής ορθότητας» μπορούν και δραστηριοποιούνται εντός - και πολλές εκτός -  θεσμικού πλαισίου στο εσωτερικό των χωρών της Ε.Ε. όμως, είναι η πρώτη φορά που ευρωπαϊκές χώρες υποχρεώνονται να αποδεχτούν την συμμετοχή και τον έλεγχο της Τουρκίας στο νομοθετικό τους έργο.

Επιπλέον, με την συναίνεσή τους, ανοίγει ο δρόμος για συμμετοχή της Τουρκίας στις πολιτικές ασφάλειας κι άμυνας της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης της όποιας διευκόλυνσης συμμετοχής της στο έργο της PESCO.

Κάποια στιγμή, πρέπει να τελειώνουμε με τις όποιες αυταπάτες μας και να θέσουμε ευθέως πολύ συγκεκριμένα και σοβαρά ερωτήματα στους εταίρους μας. Ευρωπαίους και νατοϊκούς:

Από πού κι ως που μία ασιατική χώρα, μία ισλαμιστική χώρα, μια κατοχική δύναμη, μια χώρα με παρουσία σε εμπόλεμες ζώνες και ενεργή εμπλοκή σε συγκρούσεις που δεν εξυπηρετούν τα ευρωατλαντικά συμφέροντα και πολλές φορές στρέφονται κατά αυτών· με παθητική στάση στην ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, με συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες, με παρεμβάσεις στο εσωτερικό άλλων χωρών· μια χώρα που αποδεδειγμένα υποστήριξε κι εξακολουθεί να υποστηρίζει το ισλαμικό κράτος - ό,τι κι αν έχει απομείνει αυτό· μια χώρα που αμφισβητεί συνθήκες και συμφωνίες που η ίδια έχει υπογράψει, που καταπατά κάθε έννοια δικαίου, που δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, που αμφισβητεί την εδαφική ακεραιότητα κυρίαρχων χωρών, απειλεί την ασφάλειά τους κι επιβουλεύεται τον πλούτο τους… αυτή η χώρα μπορεί να συμμετέχει στις πολιτικές άμυνας κι ασφάλειας στον ευρωπαϊκό χώρο; Μπορεί να είναι κομμάτι του ελεύθερου, δημοκρατικού και πολιτισμένου κόσμου και να απολαμβάνει οικονομικών κι άλλων προνομίων; Μπορεί να εξοπλίζεται με ευρωπαϊκά όπλα; Μπορεί να έχει λόγο και ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα;

Αυτήν την (ανανεωμένη) εικόνα θέλει να βγάλει προς τα έξω η Ευρωαντλαντική Συμμαχία; Αυτές είναι οι αξίες κι οι αρχές της; Με αυτόν τον χαρακτήρα θα εγγυηθεί την «ελευθερία», την «δημοκρατία», την «ειρήνη», την «δικαιοσύνη» και την «ευημερία»… στο όνομα των οποίων δρα ή καλείται να δράσει οπουδήποτε στον κόσμο;

Δεν βλέπουν οι νατοϊκοί και οι Ευρωπαίοι - κυρίως οι δεύτεροι, τί κρύβεται στις «ανησυχίες» και στις «ευαισθησίες» των Τούρκων;

Η απάντηση είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες των ευρωπαϊκών και νατοϊκών χωρών, αδυνατούν να αντικατοπτρίσουν στους σχεδιασμούς και τις αποφάσεις τους ό,τι σκέπτονται και ό,τι επιθυμούν στην πλειοψηφία τους οι πολίτες τους. Σχεδόν σε όλα τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών άμυνας κι ασφάλειας.  

Η «πολιτική μπίζνα» αγνοεί αυτή τη πραγματικότητα κι ως εκ τούτου, η Τουρκία εξακολουθεί να θεωρείται αναγκαίος και σημαντικός εταίρος. Η Τουρκία όμως έχει επιλέξει στρατόπεδο. Και το στρατόπεδο αυτό δεν είναι το συμμαχικό!

Αν το ΝΑΤΟ επιθυμεί να διακρίνει απειλές και προκλήσεις, μάλλον θα πρέπει να κοιτάξει στο εσωτερικό του. Αν οι ευρωπαϊκοί λαοί επιθυμούν να είναι ελεύθεροι και ασφαλείς θα πρέπει να λάβουν τα μέτρα τους απέναντι στην Τουρκία, όσο είναι ακόμη νωρίς.