Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωπολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεωπολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η μονομερής λογική της Τουρκίας έναντι της συλλογικής προσέγγισης της Ελλάδας / Turkey’s unilateral approach vs. Greece’s collective security vision


🇬🇷 Η στάση Αθήνας και Άγκυρας στην Κύπρο, ιδιαίτερα υπό το βάρος των πρόσφατων εξελίξεων, αναδεικνύει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις για το τι συνιστά πραγματική ασφάλεια στο νησί και την Ανατολική Μεσόγειο κατ’ επέκταση.

Ο Νίκος Δένδιας υπογράμμισε ότι ζητούμενο είναι η ασφάλεια όλων των νόμιμων κατοίκων της μεγαλονήσου, ανεξαρτήτως κοινότητας. Η διατύπωση αυτή αντανακλά μια πρακτική αντίληψη που εντάσσει τη σταθερότητα και την προστασία της κυπριακής κοινωνίας - στο σύνολό της - σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κρατικής νομιμότητας, αμυντικής θωράκισης και διεθνούς υποστήριξης, χωρίς εξαιρέσεις, αστερίσκους ή επικαλυπτόμενα συμφέροντα.

Από την ελληνική οπτική, η βιώσιμη ασφάλεια ενός πλήρως αναγνωρισμένου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να στηρίζεται σε καθεστώτα επιτήρησης ή σε εξωτερικές “εγγυήσεις”, αλλά στην κυριαρχία, στην έμπρακτη αποτροπή απειλών και στην ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας και της συμμαχικής αλληλεγγύης, ώστε η Κύπρος να μην βρεθεί ποτέ απομονωμένη.

Στον αντίποδα, η τουρκική αντίδραση - με την ανάπτυξη έξι μαχητικών F-16 και συστημάτων αεράμυνας στα κατεχόμενα ως “εγγυήτρια δύναμη” για την αποκλειστική προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας - επιβεβαιώνει τη μονομερή λογική της Άγκυρας. Αντί να ενταχθεί σε ένα σχήμα συνολικής ασφάλειας για το σύνολο του νησιού, η Τουρκία αναπαράγει τη λογική της διχοτόμησης και διατηρεί στρατιωτική παρουσία που λειτουργεί ως συνεχής μηχανισμός επιτήρησης - ουσιαστικά ομηρίας, στα κατεχόμενα, αποκλείοντας κάθε θεσμική πρόβλεψη συλλογικής προστασίας.

Η αντίθεση αυτή δεν περιορίζεται στο επίπεδο της ρητορικής. Προδίδει μια βαθιά απόκλιση στρατηγικής κουλτούρας. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει την ασφάλεια ως συλλογικό αγαθό όλων των Κυπρίων και την εντάσει οργανικά στο ευρωπαϊκό και δυτικό πλαίσιο ασφάλειας. Η Τουρκία, αντίθετα, την περιορίζει στην έννοια της “εγγύησης” για μία και μόνο κοινότητα, αγνοώντας συστηματικά την ανάγκη για ενιαία, θεσμικά κατοχυρωμένη αρχιτεκτονική ασφάλειας σε όλη την Κύπρο.

Η Άγκυρα δεν έχει διατυπώσει, ούτε υπαινιχθεί, οποιαδήποτε πρόθεση ενσωμάτωσης της στρατιωτικής της παρουσίας σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο συλλογικής άμυνας. Αντιθέτως, επιμένει στο παρωχημένο μονομερές εγγυητικό καθεστώς, ερμηνεύοντάς το με τρόπο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Η σημασία αυτής της στάσης καθίσταται πιο εμφανής στο ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό. Η Τουρκία διατηρεί ανοικτούς - και σε ορισμένες περιπτώσεις ενισχυμένους - διαύλους συνεργασίας με το Ιράν σε πολλαπλά μέτωπα, από τη Συρία έως τον Καύκασο και τις ενεργειακές ισορροπίες της Μέσης Ανατολής, παρά τις ευθείες συγκρούσεις της Τεχεράνης με τη Δύση, το Ισραήλ και σημαντικούς συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.

Αυτή η παράλληλη συνύπαρξη με μια δύναμη σε συστημική αντιπαράθεση με το δυτικό στρατόπεδο ενισχύει τις αμφιβολίες για το κατά πόσο η Τουρκία συμμερίζεται πράγματι τις θεμελιώδεις αξίες, αρχές και στρατηγικές προτεραιότητες που διέπουν την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική κοινότητα.

Η πρόσφατη ανάπτυξη μαχητικών στα κατεχόμενα συνιστά απόδειξη της αδυναμίας ένταξης της Τουρκίας σε συλλογικά ευρωπαϊκά εγχειρήματα ασφάλειας και άμυνας καθώς και στις όποιες πρωτοβουλίες στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αντίθεση αντίληψης Αθήνας και Άγκυρας στην Κύπρο λειτουργεί ως βαρόμετρο της ευρύτερης στρατηγικής απόκλισης ανάμεσα στην Τουρκία και τη Δύση. Σε μια περίοδο αυξανόμενης περιφερειακής αστάθειας, η απόκλιση αυτή καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμη, τη στιγμή που οι διεθνείς συνθήκες απαιτούν μεγαλύτερη σύγκλιση αντιλήψεων, θεσμών και αξιών μεταξύ συμμάχων.

Η τουρκική αντίληψη παραμένει ασύμβατη με τη φιλοσοφία της συλλογικής ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας.

***

🇬🇧 Athens and Ankara’s positions on Cyprus, especially in light of recent developments, reveal two completely opposing views of what real security on the island - and in the Eastern Mediterranean more broadly - actually means.

Nikos Dendias has stressed that the priority is the security of all lawful residents of the island, regardless of community. This approach reflects a practical perspective that places the stability and protection of Cypriot society as a whole within a broader framework of state legitimacy, defense, and international support, without exceptions, caveats, or conflicting interests.

From the Greek point of view, sustainable security for a fully recognized EU member state cannot rest on surveillance systems or external “guarantees.” It depends on sovereignty, practical deterrence of threats, and strengthening both defense capabilities and allied support, so that Cyprus is never left isolated.

Turkey, by contrast, has responded by deploying six F-16 fighter jets and air defense systems in the occupied areas, claiming to act as a “guaranteeing power” solely for the Turkish Cypriot community. This reinforces Ankara’s unilateral logic. Instead of being part of a comprehensive security framework for the whole island, Turkey repeats the logic of division, maintaining a military presence that functions as constant surveillance - effectively a form of hostage-taking - while ignoring any institutional framework for collective protection.

This difference is not rhetorical; it reflects a deep gap in strategic culture. Greece sees security as a collective good for all Cypriots, embedding it organically within the European and Western security framework. Turkey, on the other hand, reduces the idea of “guarantee” to a single community, systematically ignoring the need for a unified, institutionally anchored security system across the island.

Ankara has neither expressed nor hinted at any intention to integrate its military presence into a broader European framework for collective defense. On the contrary, it persists with its outdated unilateral guarantee regime, interpreting it in ways that directly contradict international law and UN Security Council resolutions.

The importance of this stance becomes even clearer in the broader geopolitical context. Turkey keeps open - and in some cases strengthened - channels of cooperation with Iran across multiple fronts, from Syria to the Caucasus and energy issues in the Middle East, despite Iran’s direct confrontations with the West, Israel, and key NATO allies.

This parallel alignment with a country in systemic opposition to the West raises serious doubts about whether Turkey truly shares the fundamental values, principles, and strategic priorities that underpin the European and Euro-Atlantic community.

The recent deployment of fighter jets in the occupied areas confirms Turkey’s inability to participate effectively in collective European security and defense initiatives, as well as in EU strategic autonomy efforts.

The divergence in how Athens and Ankara see and act on Cyprus serves as a barometer of the wider strategic gap between Turkey and the West. In a time of increasing regional instability, this gap becomes even more critical, just when international conditions demand greater alignment of views, institutions, and values among allies.

Turkey’s approach remains incompatible with the philosophy of collective European defense and security.

 

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Κυπριακή Θαλασσογραφία


Κανονικά, αν η Τουρκία ήταν σοβαρό κράτος, αντί να εκνευρίζεται με την Ελλάδα που προσπαθεί - με όσα μέσα διαθέτει - να υπερασπιστεί την επικράτειά της και τον ελληνισμό απέναντι σε κάθε απειλή, από όπου κι αν προέρχεται, θα έπρεπε να ανησυχεί με την απόφαση των "εταίρων" και "συνεταίρων" της, Ισπανίας και Ιταλίας (μαζί με Ολλανδία, Γαλλία κ.λπ.), να στείλουν ναυτικές δυνάμεις στην Κύπρο για να υπερασπιστούν ευρωπαϊκό έδαφος, επικαλούμενες τις ευρωπαϊκές συνθήκες περί αλληλεγγύης και συνδρομής.

Θα έπρεπε να εξοργίζεται με αυτή την έμπρακτη υπενθύμιση ότι η ευρωπαϊκή κυριαρχία δεν είναι αφηρημένη έννοια, ούτε διαπραγματεύσιμη ζώνη γκρίζων ερμηνειών και ημι-παραχωρήσεων.

Για χρόνια η τουρκική στρατηγική βασίστηκε στην υπόθεση ότι η Ευρώπη θα αρκείται σε ανακοινώσεις, σε εκκλήσεις για "αυτοσυγκράτηση" και σε ανούσιες "εκφράσεις ανησυχίας". Ότι η πραγματική αποτροπή θα παρέμενε υπόθεση διαχειρίσιμων τρίτων - λ.χ. Αμερικανών. Όταν όμως χώρες χωρίς άμεσο γεωγραφικό συμφέρον, όπως η Ισπανία, η Ιταλία ή η Ολλανδία, αποφασίζουν να στείλουν φρεγάτες για να δηλώσουν παρουσία στην Κύπρο, η εξίσωση αλλάζει ριζικά. Ο χώρος των μονομερών ελιγμών και των τετελεσμένων στην Ανατολική Μεσόγειο στενεύει επικίνδυνα. Και αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε να αντιμετωπιστεί με απειλές ή μπλόφες.

Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί η εκκωφαντική αφωνία των Βρυξελλών. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση - ως θεσμός - είναι ανύπαρκτη αυτή τη στιγμή. Ανύπαρκτοι και οι γραφειοκράτες της που κρύβονται... όπως ακριβώς τους αξίζει.

Με κάθε συμπεριφορά και στάση τους επιβεβαιώνουν αυτό που όλοι μας βλέπουμε και αναγνωρίζουμε χρόνια τώρα: η ΕΕ έχει καταντήσει ένας οργανισμός απολύτως άχρηστος. Μια ξεπερασμένη, παρωχημένη φιλοδοξία - όχι ιδέα πια, αλλά κακέκτυπο. Ένας ψευδαισθητικός οραματισμός που τελικά δημιούργησε πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα έλυσε. Το μόνο που καταφέρνει να κάνει σωστά; επαγγελματική αποκατάσταση χιλιάδων αργόσχολων κηφήνων και ανάδειξη ηγετών μέσα από κλιμάκια υπαλληλικής ιεραρχίας β’ και γ’ διαλογής.

Στην πραγματικότητα, η ύπαρξή της και μόνο προσβάλλει κάθε έννοια πολιτισμού και κάθε έννοια δικαίου και ασφάλειας. Αν μια ένωση κρατών αδυνατεί να προστατεύσει το έδαφός της, αναμένοντας από τα κράτη-μέλη της να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, τότε δεν είναι πια ένωση. Είναι απλώς ένα ακριβό σκηνικό για φωτογραφίσεις κορυφής.

Και η Τουρκία; Ας συνεχίσει να μετράει τα πλοία που δεν είναι δικά της στην περιοχή. Ας συνεχίσει να υπολογίζει ότι η Ευρώπη θα μένει στα λόγια. Μόνο που αυτή τη φορά τα πλοία είναι εκεί και δεν είναι μόνο ελληνικά. Και είναι εκεί όχι για να διαπραγματευτούν αλλά για να υπενθυμίσουν ότι το ευρωπαϊκό έδαφος δεν είναι ανοιχτός στόχος.

Η φίλη Τουρκία ας συνεχίσει να παίζει με τις νερομπογιές της.

 

 

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Διπλή Προσέγγιση: Η Ευρώπη αντιδρά σε κρίσεις αλλά αδυνατεί στο Κυπριακό

Η άμεση και πολυεπίπεδη κινητοποίηση ευρωπαϊκών χωρών μετά την επίθεση που εξαπολύθηκε από το έδαφος του Λιβάνου κατά της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι - αν μη τι άλλο - αναδεικνύει μια Ευρώπη ικανή να λειτουργεί με ταχύτητα και συντονισμό, όταν εκτιμά ότι διακυβεύεται η περιφερειακή της σταθερότητα. Στρατιωτικά μέσα τέθηκαν σε κινητοποίηση και επιφυλακή από χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η Ιταλία προχώρησε σε διπλωματικό διάβημα προς τον Ιρανό πρέσβη. Παράλληλα, πολιτικοί δίαυλοι ενεργοποιήθηκαν χωρίς καθυστέρηση, με σαφή στόχο την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης. Το μήνυμα είναι διττό: αφενός ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αντιλαμβάνονται την Ανατολική Μεσόγειο ως περιοχή στρατηγικού ενδιαφέροντος και αφετέρου ότι, υπό προϋποθέσεις, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μπορεί πράγματι να έχει απτό περιεχόμενο.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, προκαλεί αναπόφευκτα τη σύγκριση με το διαχρονικό ζήτημα της παρουσίας τουρκικών κατοχικών δυνάμεων στο βόρειο τμήμα της κυπριακής επικράτειας. Από την εισβολή του 1974, το νησί παραμένει διαιρεμένο, με την Τουρκία να διατηρεί στρατεύματα σε έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έως τώρα ευρωπαϊκή αντίδραση στο Κυπριακό ζήτημα υπήρξε κυρίως πολιτική και διπλωματική, περιοριζόμενη σε δηλώσεις συμπαράστασης, επαναβεβαίωση αρχών και στήριξη των διαπραγματεύσεων υπό τα Ηνωμένα Έθνη, χωρίς να εκδηλώνεται ουσιαστική στρατηγική συνέπεια και χωρίς να τίθεται σε λειτουργία ένας ενεργός αποτρεπτικός μηχανισμός απέναντι στην παράνομη κατοχή.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις δεν έγκειται μόνο στη φύση των απειλών, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ιεραρχούνται. Στην περίπτωση της επίθεσης με drones, η απειλή εκλαμβάνεται ως άμεση, εξωγενής και δυνητικά επεκτάσιμη σε ευρύτερη περιφερειακή σύρραξη. Ως εκ τούτου, η ενεργοποίηση αντανακλαστικών συλλογικής ασφάλειας ήταν σχεδόν αυτονόητη. Αντιθέτως, η τουρκική εισβολή και κατοχή έχει παγιωθεί επί δεκαετίες κι έχει καταστεί ζήτημα που, αν και νομικά και πολιτικά προβληματικό, θεωρείται διαχειρίσιμο. Η ίδια η χρονική διάρκεια της εκκρεμότητας στην επίλυσή του φαίνεται να έχει μειώσει την αίσθηση του επείγοντος.

Η σύγκριση δεν αποσκοπεί στην εξίσωση διαφορετικών περιστάσεων. Η Βρετανική Βάση στο Ακρωτήρι παραμένει στρατηγική εγκατάσταση με ιδιαίτερη σημασία για το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή παρουσία στην περιοχή. Αντιστοίχως, το Κυπριακό εντάσσεται σε ένα περίπλοκο πλέγμα διαπραγματεύσεων, ισορροπιών και διεθνών δεσμεύσεων. Η αντίστιξη αυτή αναδεικνύει μια ασυμμετρία, καθώς όταν η απειλή θεωρείται νέα και δυνητικά αποσταθεροποιητική για ευρύτερα συμφέροντα, η ευρωπαϊκή αντίδραση επιταχύνεται, ενώ σε περίπτωση χρόνιας παραβίασης της εδαφικής ακεραιότητας κράτους-μέλους, η διαχείριση μετατίθεται σχεδόν αποκλειστικά στο διπλωματικό πεδίο.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν οι δύο περιπτώσεις είναι ταυτόσημες, αλλά αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να επιδείξει μεγαλύτερη στρατηγική συνέπεια. Η ιδιότητα της Κύπρου ως κράτους-μέλους δημιουργεί προσδοκίες ότι η αρχή της αλληλεγγύης δεν θα περιορίζεται σε ρητορική υποστήριξη. Παρά τις όποιες ρήτρες αμοιβαίας συνδρομής και αλληλεγγύης που στηρίζουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το περιεχόμενό τους εξαρτάται από την πολιτική βούληση των κρατών-μελών και από τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται κάθε φορά το “κοινό συμφέρον”.

Η Ανατολική Μεσόγειος έχει αποκτήσει αυξημένη σημασία λόγω ενεργειακών διαδρομών, θαλάσσιας ασφάλειας και μεταναστευτικών ροών. Σε αυτό το περιβάλλον, η Κύπρος δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ιστορικής εκκρεμότητας, αλλά κρίκος σε μια αλυσίδα περιφερειακών ισορροπιών. Η ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας καλείται να απαντήσει στο κατά πόσο μπορεί να παραμένει επιλεκτικά ενεργή, παραμένοντας δυναμική σε περιπτώσεις αιφνίδιας κρίσης, αλλά επιφυλακτική σε χρόνιες συγκρούσεις που αφορούν άμεσα κράτος-μέλος.

Η παρούσα συγκυρία υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν είναι στατική ούτε αυτονόητη. Η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, όχι μόνο λόγω γεωγραφίας, αλλά ως δοκιμασία αξιοπιστίας της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας. Αν η Ένωση επιδιώκει να λειτουργεί ως γεωπολιτικός παράγοντας με συνεκτική στρατηγική, οφείλει να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στην άμεση αντίδραση σε νέες απειλές και στη διαχρονική διαχείριση εκκρεμών συγκρούσεων.

Η σύγκριση, τελικά, φωτίζει περισσότερο τη φύση της ευρωπαϊκής πολιτικής παρά τις επιμέρους κρίσεις. Η ικανότητα υπάρχει. Ζητούμενο παραμένει η συνέπεια στην εφαρμογή της.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Η Ευρώπη παρακολουθεί, η Ελλάδα ακολουθεί: η κρίση του Ιράν και η έλλειψη στρατηγικής

Την ώρα που οι πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν κλιμακώνονται, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αρκείται σε γενικόλογες εκκλήσεις και διαχειριστικές τοποθετήσεις, επιβεβαιώνοντας την πολιτική της αμηχανία και τη δομική της αδυναμία να λειτουργήσει ως αυτόνομος στρατηγικός δρων. Σε μια κρίση που ήδη επανακαθορίζει τις ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή και επηρεάζει άμεσα τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, η απουσία ουσιαστικής διπλωματικής παρέμβασης καθιστά την Ευρώπη απλώς θεατή των γεγονότων.

Για την ιστορία του πράγματος, προχθές, σε έκτακτη τηλεδιάσκεψη, οι υπουργοί Εξωτερικών της Ε.Ε., με δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου Kaja Kallas, κάλεσαν σε “μέγιστη αυτοσυγκράτηση” - άραγε τί σημαίνει αυτή τη στιγμή κάτι τέτοιο;, τόνισαν την ανάγκη προστασίας των Ευρωπαίων πολιτών και των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και προειδοποίησαν για τους κινδύνους από ενδεχόμενη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία έχουν ήδη κλείσει οι Φρουροί της Επανάστασης! Παρ’ όλα αυτά, καμία ενεργή πρωτοβουλία δεν υιοθετήθηκε, ούτε στρατιωτική, ούτε πολιτική, ούτε διπλωματική.

Τα κράτη-μέλη εμφανίζουν διαφορετικές προσεγγίσεις.Ο Emmanuel Macron ζήτησε έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, προτάσσοντας τον διάλογο, ενώ ο Friedrich Merz φαίνεται πιο εναρμονισμένος με τις ΗΠΑ, με επίκεντρο τον έλεγχο του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γερμανία συγκαταλέγεται στις χώρες της Ε.Ε. με στενές οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με το Ιράν… ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Από την άλλη, ο Pedro Sánchez καταδίκασε τις μονομερείς επιδρομές, υπενθυμίζοντας τους κινδύνους για τη διεθνή ασφάλεια ενώ, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen επανέλαβε ότι η διπλωματία παραμένει η μόνη βιώσιμη λύση, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη για “αξιόπιστη μετάβαση” στο Ιράν και τη στήριξη των - σε ελεύθερη απόδοση - “φιλελεύθερων” φιλοδοξιών του ιρανικού λαού, παρ’ ότι η ίδια αγνοεί τις πραγματικές επιδιώξεις και προσδοκίες της ιρανικής κοινωνίας! Αυτές οι διαφοροποιήσεις δείχνουν ότι η Ένωση παραμένει κατακερματισμένη και χωρίς ενιαία στρατηγική με περίοπτη θέση στο περιθώριο των εξελίξεων.

Με την κρίση να εξαπλώνεται και τη Hezbollah να εξαπολύει επιθέσεις στο έδαφος του Ισραήλ αλλά και στην Κύπρο, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται μουδιασμένοι, διχασμένοι, χωρίς συνοχή και χωρίς ουσιαστική στρατηγική αυτονομία - παρά τις επανειλημμένες σχετικές διακηρύξεις. Στην πράξη, η Ευρώπη επιχειρεί να διαχειριστεί τις συνέπειες, όπως η ενεργειακή ασφάλεια και επάρκεια, η άνοδος του κόστους του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, καθώς και ο επαναπατρισμός των Ευρωπαίων πολιτών. Τίποτε περισσότερο.

Μέσα σε όλα αυτά, η απόφαση της Ελλάδας να στείλει άμεσα στη Μεγαλόνησο τις φρεγάτες “Κίμων” και “Ψαρά” μαζί με δύο ζεύγη F-16, υπό το πρόσχημα της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά με κύριο στόχο τη στήριξη των βρετανικών δυνάμεων, αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα την έλλειψη αυτοδύναμης ευρωπαϊκής πολιτικής. Αντί για μια στρατηγική επιλογή που θα ενίσχυε τη θέση της χώρας μας στο ευρωπαϊκό και περιφερειακό πλαίσιο, πολύ φοβάμαι, η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να περιορίζεται σε κινήσεις συμπληρωματικές προς τις αποφάσεις τρίτων, χωρίς σαφή τεκμηρίωση στρατηγικού οφέλους ή ενσωμάτωση σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή ή περιφερειακή πολιτική. Το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο η Ελλάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει την κρίση προωθώντας μια πιο ενιαία ευρωπαϊκή αμυντική στάση, αντί να περιορίζεται σε διμερείς ή συμμαχικές δράσεις. Μόλις χθες, άλλωστε, συζητούσαμε για την ανάγκη επίδειξης γεωπολιτικής διορατικότητας...

 

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ιράν υπό πίεση, Τουρκία υπό απειλή


Καθώς οι επιχειρήσεις ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του ιρανικού καθεστώτος συνεχίζονται, αξίζει να έχουμε υπόψη ότι η χώρα που ανησυχεί περισσότερο από τις τρέχουσες εξελίξεις είναι η Τουρκία. Μια ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν θα μπορούσε να διαταράξει την εύθραυστη περιφερειακή ισορροπία ισχύος, η οποία σήμερα επιτρέπει στην Άγκυρα να ελίσσεται ανάμεσα σε ανταγωνιστικά μπλοκ.

Για τη γειτονική μας χώρα, το σημερινό ιρανικό καθεστώς αποτελεί έναν προβλέψιμο - αν και ανταγωνιστικό - παράγοντα, με τον οποίο έχει μάθει να συνυπάρχει στη Συρία, το Ιράκ και τον Καύκασο. Μια ενδεχόμενη φιλοδυτική στροφή της Τεχεράνης θα μείωνε δραστικά τη γεωπολιτική αξία της Άγκυρας για τη Δύση (ή έναντι αυτής), περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών και τη διαπραγματευτική της ισχύ. Παράλληλα, ακόμα και μια περιορισμένη χρονικά αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να εντείνει τις ανησυχίες της για το κουρδικό στοιχείο στο εσωτερικό και στα σύνορά της, ενώ δεν αποκλείεται να προκαλέσει και νέες προσφυγικές ροές.

Επιπλέον, τα ενεργειακά και εμπορικά συμφέροντα της Τουρκίας θα εισέλθουν σε φάση αυξημένης αβεβαιότητας. Ό,τι και αν συμβεί τελικά στην Τεχεράνη, η Άγκυρα θα αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει την εξωτερική της πολιτική και να αναπροσαρμόσει τις ισορροπίες της ανάμεσα στη Δύση, τη Ρωσία και τον ευρύτερο περιφερειακό της περίγυρο.

Αυτός ο επαναπροσδιορισμός και αυτή η αναπροσαρμογή μας αφορούν άμεσα. Οφείλουμε, λοιπόν, να επιδείξουμε όχι μόνο προσοχή, αλλά και γεωπολιτική διορατικότητα και ενεργητική διπλωματία, ενισχύοντας σταθερά τον ρόλο μας ως πυλώνα σταθερότητας και αξιοπιστίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Η Ευρώπη στο περιθώριο: Ανικανότητα, ψευδαισθήσεις και γραφειοκρατική αυτοϊκανοποίηση


 
Στη δική μου αντίληψη, η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, που διεξάγεται αυτές τις ημέρες, αποκαλύπτει ξανά - σε μια κουραστική επανάληψη - εκείνο που όλοι γνωρίζουμε αλλά ελάχιστοι τολμούν να πουν δημόσια: η Ευρώπη είναι ανίκανη να ηγηθεί, να επηρεάσει τον κόσμο μας, να προσφέρει ασφάλεια, όραμα και προοπτική. Αδυνατεί να προστατεύσει, να δημιουργήσει ή να διαμορφώσει και να καθοδηγήσει πολιτικά, οικονομικά, διπλωματικά ή πολιτισμικά, εγκλωβισμένη σε μια νοοτροπία χαμηλού επιπέδου δημοσιουπαλληλίας και τεχνοκρατισμού.

Οι “ιστορικές” στιγμές μάς έχουν ήδη προσπεράσει κι εμείς έχουμε συμβιβαστεί με μια γραφειοκρατική αυτοϊκανοποίηση που τόσο εύστοχα είχε επισημάνει ο Νάιτζελ Φάρατζ, 15 χρόνια πριν, απευθυνόμενος στον τότε πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου: “Δεν θέλω να γίνω αγενής, αλλά έχετε το χάρισμα μιας βρεγμένης πατσαβούρας και την εμφάνιση ενός χαμηλόβαθμου τραπεζικού υπαλλήλου”. Αυτή είναι, δυστυχώς, η εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και φτάσαμε σήμερα (χθες) στο σημείο ο Γερμανός καγκελάριος να μιλά για το “τέλος των βεβαιοτήτων” και να περιγράφει την τρέχουσα κατάσταση ασφάλειας ως ριζικά αλλοιωμένη. Αλήθεια, ποιός μας έφτασε εδώ; Ποιός μας πούλησε φαντασιώσεις περί ειρήνης, προόδου, ανάπτυξης, αυτονομίας, αξιοπρέπειας και κυριαρχίας;

Μήπως οι ηγεσίες της Ευρώπης δεν πέρασαν δεκαετίες μελετώντας οικονομικά γραφήματα και δημοσκοπήσεις αντί για χάρτες στρατηγικής και ροές ισχύος; Μήπως αυτές οι ηγεσίες δεν προτίμησαν το βολικό ψέμα της “ασφάλειας χωρίς κόστος”; Μήπως αυτές οι ηγεσίες δεν έκρυβαν το κεφάλι τους σαν τη στρουθοκάμηλο, ενώ οι ευρωπαϊκοί λαοί έβλεπαν προοδευτικά τις ζωές τους να κινδυνεύουν, τα κράτη τους να χάνουν την ασφάλειά τους και την αυτονομία τους;

Αυτοί οι Ευρωπαίοι ηγέτες επέλεξαν συνειδητά να δημιουργούν ψευδαισθήσεις, αντί να προετοιμάζονται - και να μας προετοιμάζουν - για τον σκληρό κόσμο που φαινόταν να έρχεται. Προτίμησαν τις “επιτροπές”, τα “δελτία τύπου” και τις “διαδικασίες”. Κάθε κρίση αντιμετωπιζόταν ως ευκαιρία για επικοινωνιακή διαχείριση, όχι για αποφασιστική δράση.

Όταν η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα, η αντίδραση ήταν καθυστερημένη και αμυντική. Στην Ουκρανία, η “αποφασιστικότητα” ήρθε μόνο μετά τον αιφνιδιασμό. Για την Κύπρο, παραμένει παθητική χωρίς ουσιαστική παρέμβαση. Και όταν οι ΗΠΑ μας είπαν ξεκάθαρα ότι δεν θα είναι μόνιμος εγγυητής της ασφάλειάς μας, η Ευρώπη αντέδρασε σαν μαθητούδι.

Η γραφειοκρατία έχει εξελιχθεί σε υπαρξιακό μας πρόβλημα. Η Ε.Ε. πιστεύει ότι η ισχύς παράγεται μέσω πλαισίων, επιτροπών και ανακοινώσεων. Η ισχύς όμως παράγεται με βούληση, αποφάσεις και θάρρος σύγκρουσης αν χρειάζεται, όταν χρειάζεται. Σε ό,τι η Ευρώπη αποτυγχάνει συστηματικά δηλαδή.

Και οι ηγέτες μας, παραμένουν ανίκανοι και ανεπαρκείς. Το χειρότερο; Εξακολουθούν να βλέπουν τη μεταψυχροπολεμική περίοδο σαν παιδικό παραμύθι. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι ο κόσμος μας έχει ήδη προχωρήσει χωρίς αυτούς. Φτάνει μόνο να ακούσει κανείς τις κατά καιρούς δηλώσεις της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ή της Κάγια Κάλλας (τον Αντόνιο Κόστα δεν τον λαμβάνω καν υπόψη μου) για να κατάλάβει που έχουμε μπλέξει και με ποιους!

Η Ευρώπη που φανταζόμασταν; Η Ευρώπη που θέλαμε; Δεν υπήρξε ποτέ...

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Γάιδαροι σέρνουν τα ευρωπαϊκά έλκυθρα στη Γροιλανδία

 

illustration by: Peter Schrank

Ο τρόπος που η Ε.Ε. και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες χειρίζονται (και) το ζήτημα της Γροιλανδίας είναι αποκαλυπτικός της ανεπάρκειας των θεσμών και της ανικανότητας των προσώπων να αντιμετωπίσουν κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα με αποφασιστικότητα και στρατηγικό όραμα.

Αυτή η ανεπάρκεια και αυτή η ανικανότητα καλούνται να αντιπαρατεθούν με την ωμή, κυνική, παρανοϊκή προσέγγιση Τραμπ, σύμφωνα με την οποία τα πάντα αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα “αγοράς”, εκβιασμού ή επίδειξης ισχύος.

Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ αντιμετωπίζει τη Γροιλανδία ως real estate και όχι ως κρίσιμο κόμβο διεθνούς σταθερότητας, η Ευρώπη θα όφειλε να αντιδράσει με σαφήνεια και αποφασιστικότητα. Αντί γι’ αυτό, οι Ευρωπαίοι ηγέτες κρύβονται πίσω από προσεκτικά διατυπωμένες ανακοινώσεις, αποφεύγοντας να πουν το προφανές: ότι ο ευρωπαϊκός χώρος δεν είναι διαπραγματεύσιμος και ότι η ασφάλεια και οι πόροι του δεν μπορούν να εξαρτώνται από τις εμμονές ενός ανόητου.

Η δε “ατλαντική συμμαχία” χρησιμοποιείται ως άλλοθι αδράνειας και όχι ως εργαλείο ισότιμης πολιτικής στάσης. Έτσι, η ΕΕ καθίσταται ανίκανη να υπερασπιστεί ακόμη και τα αυτονόητα.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο Τραμπ και η πολιτική του λογική — αν υπάρχει ίχνος λογικής! Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει ηγέτες με πολιτικό ανάστημα. Δεν διαθέτει θεσμούς με μηχανισμούς διασφάλισης.

Χωρίς στρατηγική αυτονομία στην πράξη και χωρίς τη βούληση να συγκρουστεί όταν απειλούνται τα συμφέροντά της - κάτι που παρατηρούμε διαρκώς για τις περιπτώσεις της Ελλάδος και της Κύπρου - η ΕΕ θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει. Έως ότου διαλυθεί εκ των ων συνετέθη καθώς, αν οι Ευρωπαίοι δεν λειτουργούν ως Ευρωπαίοι, δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Η Ιστορία γράφεται με αίμα και η παρακμή με αναρτήσεις


Η Ιστορία γράφεται με αίμα και η παρακμή με αναρτήσεις. Και η αλήθεια είναι ότι η νεότερη Ιστορία των ΗΠΑ έχει πράγματι γραφτεί με αίμα: από τη Χιλή, τη Γουατεμάλα, τη Νικαράγουα, τη Γρενάδα και τον Παναμά, μέχρι τη Γιουγκοσλαβία, τη Λιβύη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Βιετνάμ. Εξίσου αληθές είναι ότι η παρακμή της Ευρώπης αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στη στάση των ηγεσιών της απέναντι σε κάθε κρίση - και αποτυπώνεται ακόμη πιο εύγλωττα στη χθεσινοβραδινή ανάρτηση στο Facebook του Έλληνα πρωθυπουργού.

Τί ακριβώς έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Έσπευσε να προσδώσει πολιτική νομιμοποίηση στις αήθεις, καταχρηστικές και παράνομες ενέργειες των ΗΠΑ απέναντι σε μια κυρίαρχη χώρα, με το πρόσχημα της διακίνησης ναρκωτικών. Στην απέλπιδα προσπάθειά του να εναρμονιστεί με τη διακυβέρνηση Τραμπ - ή, για να το πω πιο καθαρά, με μια ντροπιαστική έκφραση υποτέλειας - ο Έλληνας πρωθυπουργός επιδοκιμάζει πρακτικές που υπονομεύουν το διεθνές δίκαιο, εκθέτει για πολλοστή φορά τη χώρα μας και διακινδυνεύει τα δίκαια και τα συμφέροντα του ελληνισμού στο μέλλον, ευθυγραμμιζόμενος με επιλογές ωμής ισχύος που, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφορούν ούτε την ασφάλεια ούτε τα πραγματικά συμφέροντα της Ελλάδας, αλλά εξυπηρετούν ξένες επιδιώξεις και γεωπολιτικούς τυχοδιωκτισμούς. 

Το ζήτημα ήταν και είναι ο Νικολάς Μαδούρο; Όχι, βέβαια. Το ζήτημα ήταν και είναι η “λύτρωση” των Βενεζουελάνων από έναν στυγνό δικτάτορα; Ασφαλώς όχι. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ο πλούτος της Βενεζουέλας και του λαού της. Θα πρέπει να είμαστε πιο υποψιασμένοι από εδώ και στο εξής. Όποιος εξακολουθεί να μιλά για “δημοκρατία” και “ανθρωπισμό” χωρίς να κατονομάζει τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από κάθε πρόθεση ή ενέργεια, είναι απλά υποκριτής. Η δε οποιαδήποτε αναφορά στο διεθνές δίκαιο - το καταλάβαμε όλοι αυτό, θέλω να πιστεύω - δεν είναι παρά ένα ρητορικό σχήμα κενού περιεχομένου, που επιστρατεύεται κατά περίπτωση. Άλλοτε για να δικαιολογήσει και άλλοτε για να αγνοηθεί επιδεικτικά, όταν στέκεται εμπόδιο στα σχέδια κάποιων ισχυρών.

Δυστυχώς, αυτή είναι η ποιότητα της εξωτερικής μας πολιτικής. Μια πολιτική που απαξιώνει την εικόνα της χώρας και υπονομεύει τις διεθνείς της σχέσεις.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Το φάντασμα της G-2

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

 

 

Στις 30 Οκτωβρίου, οι πρόεδροι Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ συναντήθηκαν στη Νότια Κορέα. Πριν από τις συνομιλίες, ο Τραμπ έκανε μια δημοσίευση στο Truth Social τονίζοντας «Η G-2 ΘΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΙ ΣΥΝΤΟΜΑ!». Αυτό το φαινομενικά πρόχειρο σχόλιο, φέρει βαρύ ιστορικό φορτίο. 
 
Σηματοδοτεί την επιστροφή - τουλάχιστον ρητορικά - μιας ιδέας που κάποτε προτάθηκε και απορρίφθηκε τόσο από την Ουάσινγκτον όσο και από το Πεκίνο: μια «Ομάδα των Δύο», Κίνας και ΗΠΑ που θα διαχειρίζονται από κοινού τις παγκόσμιες υποθέσεις.
 
Η ιδέα της G-2 εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2005 από τον C. Fred Bergsten (οικονομικό σύμβουλο του Χένρι Κίσινγκερ) και πήρε υπόσταση την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, όταν οι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αναζητώντας σταθερότητα, κάλεσαν το Πεκίνο να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη διάσωση της παγκόσμιας οικονομίας. Διανοούμενοι και αξιωματούχοι (μεταξύ των οποίων και ο Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι, ο ιστορικός Νιλ Φέργκιουσον, ο πρώην πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Ρόμπερτ Ζέλικ κλπ ) πρότειναν την ευρύτερη ιδέα μιας «G-2»: η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο ως κοινοί διαχειριστές της παγκόσμιας τάξης.
 
Ωστόσο, η Κίνα δεν ενδιαφερόταν. Καθοδηγούμενη από την αρχή του taoguang yanghui - διατήρηση χαμηλού προφίλ, δηλαδή κρύψε το ταλέντο σου και άφησε τον χρόνο να περνάει - το Πεκίνο εκείνη την εποχή ήταν επιφυλακτικό απέναντι στην παγκόσμια ηγεσία. Η εστίασή του παρέμεινε εγχώρια: η διατήρηση της ταχείας ανάπτυξης, η διατήρηση της κοινωνικής σταθερότητας και η αποφυγή επαχθών εξωτερικών δεσμεύσεων. Ο τότε πρωθυπουργός Ουέν Ζιαμπάο απέρριψε ρητά αυτό το ενδεχόμενο. «Κάποιοι λένε ότι οι παγκόσμιες υποθέσεις θα διαχειρίζονται αποκλειστικά από την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Νομίζω ότι αυτή η άποψη είναι αβάσιμη και λανθασμένη», δήλωσε το 2009. «Είναι αδύνατο για μερικές χώρες ή μια ομάδα μεγάλων δυνάμεων να επιλύσουν όλα τα παγκόσμια ζητήματα. Η πολυπολικότητα και η πολυμέρεια αντιπροσωπεύουν τη μεγαλύτερη τάση και τη βούληση των ανθρώπων».
 
Αλλά και η Ουάσινγκτον επίσης, δίσταζε για διαφορετικούς λόγους: η αντιμετώπιση της Κίνας ως ισότιμου εταίρου διακινδύνευε την ταχύτατη ανύψωση της παγκόσμιας θέσης του Πεκίνου. Η G-2, λοιπόν, ήταν μια δυτική πρόταση από κάποιους κύκλους, αλλά όχι ένα πολιτικό σχέδιο.
 
Αυτή η εικόνα άλλαξε από τον Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος ανέλαβε την εξουσία το 2012 και σταδιακά εγκατέλειψε το αξίωμα που ίσχυε από την εποχή του Τενγκ Σιάο Πινγκ. Ο Σι πρόβαλε μια Κίνα που δεν ήταν πλέον ικανοποιημένη με το να είναι αποδέκτης κανόνων, αλλά πρόθυμη να διαμορφώσει την παγκόσμια διακυβέρνηση. Η πρότασή του για ένα «νέο είδος σχέσεων μεγάλων δυνάμεων» ήταν ουσιαστικά ως ιδέα του Πεκίνου, παρόμοια με την G-2. Υποστήριζε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως ίσοι, να αποφεύγουν την αντιπαράθεση και να συνεργάζονται για τη σταθεροποίηση της διεθνούς τάξης. Ήταν ουσιαστικά μια G-2 με κινεζικά χαρακτηριστικά.
 
Αλλά τότε, η Ουάσινγκτον δεν ενδιαφερόταν. Η κυβέρνηση Ομπάμα δίσταζε να υιοθετήσει γλώσσα που υπονοούσε ισότητα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, προτιμώντας να παρουσιάσει το Πεκίνο ως «υπεύθυνο ενδιαφερόμενο μέρος» σε μια τάξη πραγμάτων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, παρά ως συν-διαχειριστή. Χωρίς την αμερικανική υποστήριξη, η ιδέα του Σι ξεθώριασε και εξαφανίστηκε αθόρυβα.
 
Μέχρι σήμερα, η έννοια της G-2 φαινόταν ξεπερασμένη. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας επιδεινώθηκαν ραγδαία κατά την πρώτη προεδρία του Τραμπ και ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της προεδρίας Μπάιντεν. Οι ΗΠΑ παρουσίασαν την Κίνα ως τον κύριο στρατηγικό αντίπαλό τους, περιορίζοντας τις ροές τεχνολογίας, ενισχύοντας τις συμμαχίες στην Ασία και προειδοποιώντας για τις φιλοδοξίες του Πεκίνου.
 
Το Πεκίνο, από την πλευρά του, προώθησε την Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», εμβάθυνε τους δεσμούς με τη Ρωσία και τόνισε τις δικές του παγκόσμιες πρωτοβουλίες, όπως τα πλαίσια Παγκόσμιας Ανάπτυξης και Παγκόσμιας Ασφάλειας. Η αμοιβαία καχυποψία κυριάρχησε. Μακράν από το να σκέφτονται την κοινή ηγεσία, οι δύο υπερδυνάμεις φαινόταν κλειδωμένες σε μια μακροπρόθεσμη αντιπαλότητα.
 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αναβίωση του όρου G-2 από τον Τραμπ το 2025 είναι αξιοσημείωτη. Η παρουσίαση της συνάντησής του με τον Σi ως συνάντησης «G-2» σηματοδοτεί, τουλάχιστον, την αναγνώριση της Κίνας ως ισότιμης.
 
Υποδηλώνει όμως μια επιθυμία για μια διμερή συμφωνία, στην οποία η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο διαχειρίζονται από κοινού τις παγκόσμιες υποθέσεις; Πρόκειται για άλλη μια ρητορική ακροβασία του Αμερικανού προέδρου; Μήπως αποτελεί μια προσωρινή βάση για μια συναλλακτική πολιτική, από αυτές που αρέσουν στον Ντόναλντ Τραμπ;
 
Για το Πεκίνο, αυτή η εξέλιξη είναι ευπρόσδεκτη. Σε αντίθεση με το 2008, όταν η Κίνα απέφευγε την παγκόσμια ηγεσία, ο Σι σήμερα την αγκαλιάζει. Η αναγνώρισή της από τον Τραμπ ως μέρος μιας G-2, θα αποτελούσε μια συμβολική επικύρωση του καθεστώτος της Κίνας ως μεγάλης δύναμης, κάτι που η κινεζική ηγεσία δεν κρύβει ότι το επιθυμεί.
 
Ωστόσο, ο εκπρόσωπος της Κίνας Γκούο Τζιακούν δήλωσε ότι, όπως επεσήμανε ο Σι κατά τη διάρκεια της συνάντησης, η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να εμπλακούν σε θετικές αλληλεπιδράσεις στην περιφερειακή και διεθνή σκηνή. Ο κόσμος σήμερα αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις και η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν από κοινού να επιδείξουν την ευθύνη τους ως μεγάλες δυνάμεις και να συνεργαστούν για να επιτύχουν πιο σημαντικά, πρακτικά και ωφέλιμα πράγματα και για τις δύο χώρες και για τον κόσμο.
 
Ο Γκούο Τζιακούν τόνισε ότι η Κίνα ακολουθούσε πάντα μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική ειρήνης. Ως η μεγαλύτερη αναπτυσσόμενη χώρα, εταίρος του Κινήματος των Αδεσμεύτων και μέλος του Παγκόσμιου Νότου, η Κίνα στάθηκε πάντα στο πλευρό της συντριπτικής πλειοψηφίας των αναπτυσσόμενων χωρών και θα συνεχίσει να εφαρμόζει γνήσιο πολυμερισμό, να συνεργάζεται με όλες τις χώρες για τη διασφάλιση του πολυμερούς εμπορικού συστήματος με τον ΠΟΕ στον πυρήνα του, να τηρεί τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τους βασικούς κανόνες των διεθνών σχέσεων, να προωθεί έναν δίκαιο και εύτακτο πολυπολικό κόσμο και μια συμπεριληπτική οικονομική παγκοσμιοποίηση και να εισάγει περισσότερη βεβαιότητα και σταθερότητα στον κόσμο.
 
Σε γενικές γραμμές, είναι πολύ νωρίς για να γίνουν εκτιμήσεις για τις εξελίξεις και ο ένοικος του Λευκού Οίκου δεν φημίζεται για τη σταθερότητα των απόψεων του.

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Αξίες και συμφέροντα στο ίδιο τσουβάλι

 



Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά διότι, στο τέλος-τέλος θα ξεχάσουμε κι αυτά που γνωρίζουμε. Η Τουρκία είναι τόσο ευρωπαϊκή χώρα όσο και το Καζακστάν! Αυτό, ως απάντηση στον Τούρκο πρόεδρο και σε κάθε Ευρωπαίο που βλέπει στην Τουρκία μία αναγκαιότητα της ευρωπαϊκής ηπείρου στο πλαίσιο των γενικότερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Η αλήθεια είναι πως όσο κι αν η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιαστεί ως γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, παραμένει βαθιά ριζωμένη σε ένα διαφορετικό ιστορικό, πολιτισμικό και πολιτικό υπόβαθρο. Η γεωγραφία μπορεί να προσφέρει σύνορα και χάρτες, μα δεν χαράζει νοοτροπίες.

Η Ευρώπη, ως ενιαίος χώρος και ως ιδέα, δεν είναι απλώς μια ήπειρος· είναι ένα σύνολο αξιών που διαμορφώθηκαν μέσα από αιώνες σύγκρουσης και στοχασμού. Η Τουρκία θέλει να βρίσκεται μέσα στην Ευρώπη για τα όποια οφέλη μπορεί να απολαμβάνει χωρίς όμως υποχρεώσεις. Και όσο εμείς, ως Ευρωπαίοι, θα κάνουμε τα στραβά μάτια χάριν συμφερόντων, τόσο θα βαθαίνει το ρήγμα ανάμεσα στις αξίες που υποτίθεται πως υπερασπιζόμαστε.

Η χθεσινή στάση του καγκελάριου στης Γερμανίας και η προχθεσινή του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας αποδεικνύουν - αν μη τι άλλο - την αποτυχία της χριστιανοδημοκρατίας και της βρετανικής εργατικής παράδοσης - αντίστοιχα, στα ζητήματα που άπτονται της ασφάλειας και της ευημερίας μας.

Η δε στάση αυτών των δύο χωρών αλλά και της Ισπανίας και της Ιταλίας - σε μικρότερο βαθμό και της Γαλλίας, δείχνουν, μάς δείχνουν πως η Ευρώπη μας, με το έτσι θέλω κάποιων συγκεκριμένων ιδεοληψιών και αντιλήψεων, μετατρέπεται γοργά και σταθερά σε μία ένωση γεωπολιτικής σκοπιμότητας.

Να γιατί χρόνια τώρα, κάποιοι από εμάς ομιλούν για υπαρξιακό ζήτημα! Να γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοεί πλέον τον εαυτό της, σύμφωνα με την μητσοτακική αντίληψη που τη θέλει να υπάρχει με γνώμονα συμφέροντα άλλων που ελάχιστα την αφορούν μόνο και μόνο για την ικανοποίηση της ψευδαίσθησης του ανήκειν...

Το ζήτημα λοιπόν είναι βαθιά πολιτισμικό, ουδόλως οικονομικό και αφορά στην ταυτότητά μας και στον αξιακό μας προσανατολισμό.

Η Χριστιανοδημοκρατία στη Γερμανία και η βρετανική εργατική παράδοση, υπήρξαν για πολλές δεκαετίες οι βασικοί άξονες της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης. Σήμερα ωστόσο, συνιστούν όχι μέρος, αλλά το πρόβλημα αυτό καθ’ αυτό, καθώς οι ιδεολογικές τους ρίζες αδυνατούν να ανταποκριθούν στις συνθήκες ενός νέου κόσμου που δεν καθορίζεται από τα μεταπολεμικά δίπολα και τις βεβαιότητες του εικοστού αιώνα. Ο τυφώνας Τραμπ, ο πόλεμος στην Ουκρανία, το αιματοκύλισμα στην Γάζα… επιπλέον (στο εσωτερικό), η άνοδος του λαϊκισμού, η επιστροφή του αυταρχισμού, η διάχυτη αίσθηση ανασφάλειας, η οικονομική αβεβαιότητα, η απουσία οράματος, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις ενός πολιτικού λόγου δίχως πραγματικό περιεχόμενο… ποιά Ευρώπη; πού είναι η Ευρώπη; και το φλέγον θέμα είναι η πώληση πολεμικού υλικού σε έναν “σύμμαχο” που απεργάζεται την δυστυχία μας; που μας απειλεί; που πιστεύει σε ό,τι εμείς έχουμε απορρίψει;

Για να είμαι ειλικρινής, πολύ αμφιβάλλω για την επιτυχή ολοκλήρωση αυτών των συμφωνιών αλλά, θα το συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2025

Η νέα φάση του πολέμου Ισραήλ-Ιράν

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς


Σε πολιτικό επίπεδο, η επίθεση των ΗΠΑ στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, διαμόρφωσε νέα δεδομένα στη Μέση Ανατολή, αλλά από τη πρώτη στιγμή έκρυβε παγίδες.

Η παγίδα στην οποία θα μπορούσε να πέσει μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς η Ουάσιγκτον, ήταν απλή, αλλά ίσως ήταν αποτελεσματική. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://geoeurope.org/2025/06/25/i-nea-fasi-tou-polemou-israil-iran/

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025

Πόλεμος Ινδίας-Πακιστάν: στρατιωτική και επικοινωνιακή σύγκρουση

γράφει ο Κώστας Κουρτίδης

https://geoeurope.org/wp-content/uploads/2024/01/chess-board-1838696_640-1.jpg 

Από τις 6 έως τις 10 Μαΐου 2025, ο κόσμος παρακολούθησε την σύντομη, αλλά έντονη σύγκρουση μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν. Ήταν μια σύγκρουση που, σε μεγάλο βαθμό, παίχτηκε τόσο στο πεδίο της επικοινωνίας και της διαχείρισης της πληροφορίας όσο και στο πεδίο της μάχης. Και οι δύο χώρες δήλωσαν νικήτριες, πείθοντας τα δικά τους ακροατήρια και τμήματα της διεθνούς κοινότητας ότι επικράτησαν. Ο πόλεμος εξελίχθηκε σε παγκόσμιο θέαμα, με το ερώτημα «ποιος κέρδισε» να καθορίζεται κυρίως από την αποτελεσματικότητα της επικοινωνιακής στρατηγικής της κάθε πλευράς, παρά από οποιοδήποτε σαφές στρατιωτικό αποτέλεσμα. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://geoeurope.org/2025/06/15/polemos-indias-pakistan-stratiotiki/

Δευτέρα 5 Μαΐου 2025

Μεγάλες Δυνάμεις: Ιστορικά παραδείγματα διαπραγματεύσεων

γράφει ο Νάσος Πετράκης

Η Ρωσία, η Αγγλία και η Αυστρία ασχολούνται με το «Ανατολικό Ζήτημα», Γελοιογραφία (1878)
Η Ρωσία, η Αγγλία και η Αυστρία ασχολούνται με το «Ανατολικό Ζήτημα», Γελοιογραφία (1878)

Τα δύο διαφορετικά ιστορικά παραδείγματα που παρατίθενται, για τον τρόπο που οι Μεγάλες Δυνάμεις προωθούν τα συμφέροντα τους, αφορούν τόσο τις πρώην Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης, όσο και την πρώην ΕΣΣΔ.Ωστόσο, η πρόσφατη ιστορία δείχνει ότι και σήμερα οι ΗΠΑ και η Ρωσία κινούνται με την ίδια λογική. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://geoeurope.org/2025/04/09/megales-dynameis-istorika-paradeigmata/

 

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Οι προτάσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία

γράφει ο Μανώλης Μουράτογλου


Από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, υπήρξαν συνομιλίες και σχέδια για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Η εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας ή η ένταξή της στο ΝΑΤΟ είναι τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο, η Κίνα, η Βραζιλία, η Ουκρανία και η Ρωσία έχουν υποβάλει προτάσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://geoeurope.org/2025/04/24/oi-protaseis-gia-ton-termatismo-tou-polemou/

 

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

Τουρκία: Επιχειρήσεις στην «Γκρίζα Ζώνη» και η εμπλοκή της Ελλάδας

γράφει ο Δρ. Πολυχρόνης Κ. Ναλμπάντης


 Το κείμενο αναλύει τον όρο «γκρίζα ζώνη» και τις δραστηριότητές της, καθώς και τις επιχειρήσεις «γκρίζας ζώνης» της Τουρκίας στη Συρία αλλά και στην Ελλάδα και παραθέτει προτάσεις για την αντιμετώπιση των υπόψη απειλών από τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΕΔ). Διαβάστε τη συνέχεια εδώ:  https://www.geoeurope.org/2025/02/01/tourkia-epixeiriseis-stin-gkriza-zoni/

 

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2025

Στρατηγική σύμπτυξη |

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

Λίγες ημέρες πριν τελειώσει το 2024, πέθανε ο Τζίμυ Κάρτερ, 39ος πρόεδρος των ΗΠΑ, από το 1979 έως το 1981, σε ηλικία 100 ετών.

Πολλά έχουν γραφτεί για τη προεδρία του Τζίμυ Κάρτερ και τις αλλαγές που επέφερε στις πολιτικές των ΗΠΑ. Ωστόσο, αυτό που είναι το πιο σημαντικό, είναι να προσδιοριστεί το στρατηγικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτούργησε ο Τζίμυ Κάρτερ. Μπορούμε να προσδιορίσουμε αυτό το πλαίσιο ως μια στρατηγική σύμπτυξη, έναν στρατηγικό εξορθολογισμό της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ στο διεθνές σύστημα, η οποία είχε πληγεί από την υπερέκταση των περασμένων δεκαετιών. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2025/01/05/stratigiki-symptyxi/

 

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2025

Η Σύνοδος των BRICS στο Καζάν

γράφει ο Παύλος Χριστόπουλος


Η Διακήρυξη του Καζάν της 16ης Συνόδου Κορυφής της ομάδας BRICS, είναι ένα μεγάλο έγγραφο με 134 σημεία. Μια παρόμοια Διακήρυξη που υιοθετήθηκε στη Σύνοδο Κορυφής των BRICS στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής τον Αύγουστο του 2023, είχε μόνο 94 σημεία. Πριν από αυτή, η Διακήρυξη που υιοθετήθηκε στο Πεκίνο τον Ιούλιο του 2022, περιλάμβανε μόνο 75 σημεία. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2024/12/03/i-synodos-ton-brics-sto-kazan/

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024

Κινήσεις περιορισμού της Ρωσίας

γράφει ο Ανδρέας Καραντζής

Η στρατηγική απερισκεψία των μικρών χωρών της Βαλτικής και της Σκανδιναβίας έχει φτάσει στο σημείο να μιλά ανοιχτά για «προληπτική» επίθεση κατά της Ρωσίας.

Ο Άντρος Μερίλο, διοικητής των Εσθονικών Ενόπλων Δυνάμεων, δήλωσε ότι το Ταλίν και το Ελσίνκι επεκτείνουν τη συνεργασία τους στη θαλάσσια άμυνα, συμπεριλαμβανομένων «συγκεκριμένων σχεδίων» για το πλήρες κλείσιμο της Βαλτικής Θάλασσας στα ρωσικά πλοία, εάν χρειαστεί. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ:  https://www.geoeurope.org/2024/10/22/kiniseis-periorismou-tis-rosias/

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2024

Οι νεοσυντηρητικοί στις ΗΠΑ

γράφει ο Κώστας Κουρτίδης


Επιβεβαιώνοντας τις προοπτικές ότι μια νίκη της Κάμαλα Χάρις είναι πιθανή στην Αμερική, οι στενότεροι συνεργάτες των Ρεπουμπλικανών νεοσυντηρητικών έχουν ταχθεί στο πλευρό της. Έτσι, η Washington Post έγραψε: «Περισσότεροι από 200 συνεργάτες του Μπους, του Μακέιν και του Ρόμνεϊ υποστηρίζουν την Χάρις».

Αλλά και ο Τραμπ πρέπει επίσης να είναι επιφυλακτικός, με τους νεοσυντηρητικούς που προφανώς έμειναν μαζί του. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2024/09/11/oi-neosyntiritikoi-stis-ipa/

Σάββατο 20 Ιουλίου 2024

Οι κινήσεις της Μόσχας στην Άπω Ανατολή

 γράφει ο Ανδρέας Καρατζής

Οι κρατικές επισκέψεις του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν στη Βόρεια Κορέα και στο Βιετνάμ, πραγματοποιήθηκαν λίγο μετά την επίσημη επίσκεψη στην Κίνα, την οποία ο Ρώσος ηγέτης επισκέφθηκε πρώτη. Μετά το Πεκίνο, ο Βλαντιμίρ Πούτιν επισκέφθηκε επίσης τη Λευκορωσία και το Ουζμπεκιστάν. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2024/07/02/oi-kiniseis-tis-mosxas-stin-apo-anatoli/