Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Η Ευρώπη στο περιθώριο: Ανικανότητα, ψευδαισθήσεις και γραφειοκρατική αυτοϊκανοποίηση


 
Στη δική μου αντίληψη, η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, που διεξάγεται αυτές τις ημέρες, αποκαλύπτει ξανά - σε μια κουραστική επανάληψη - εκείνο που όλοι γνωρίζουμε αλλά ελάχιστοι τολμούν να πουν δημόσια: η Ευρώπη είναι ανίκανη να ηγηθεί, να επηρεάσει τον κόσμο μας, να προσφέρει ασφάλεια, όραμα και προοπτική. Αδυνατεί να προστατεύσει, να δημιουργήσει ή να διαμορφώσει και να καθοδηγήσει πολιτικά, οικονομικά, διπλωματικά ή πολιτισμικά, εγκλωβισμένη σε μια νοοτροπία χαμηλού επιπέδου δημοσιουπαλληλίας και τεχνοκρατισμού.

Οι “ιστορικές” στιγμές μάς έχουν ήδη προσπεράσει κι εμείς έχουμε συμβιβαστεί με μια γραφειοκρατική αυτοϊκανοποίηση που τόσο εύστοχα είχε επισημάνει ο Νάιτζελ Φάρατζ, 15 χρόνια πριν, απευθυνόμενος στον τότε πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου: “Δεν θέλω να γίνω αγενής, αλλά έχετε το χάρισμα μιας βρεγμένης πατσαβούρας και την εμφάνιση ενός χαμηλόβαθμου τραπεζικού υπαλλήλου”. Αυτή είναι, δυστυχώς, η εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και φτάσαμε σήμερα (χθες) στο σημείο ο Γερμανός καγκελάριος να μιλά για το “τέλος των βεβαιοτήτων” και να περιγράφει την τρέχουσα κατάσταση ασφάλειας ως ριζικά αλλοιωμένη. Αλήθεια, ποιός μας έφτασε εδώ; Ποιός μας πούλησε φαντασιώσεις περί ειρήνης, προόδου, ανάπτυξης, αυτονομίας, αξιοπρέπειας και κυριαρχίας;

Μήπως οι ηγεσίες της Ευρώπης δεν πέρασαν δεκαετίες μελετώντας οικονομικά γραφήματα και δημοσκοπήσεις αντί για χάρτες στρατηγικής και ροές ισχύος; Μήπως αυτές οι ηγεσίες δεν προτίμησαν το βολικό ψέμα της “ασφάλειας χωρίς κόστος”; Μήπως αυτές οι ηγεσίες δεν έκρυβαν το κεφάλι τους σαν τη στρουθοκάμηλο, ενώ οι ευρωπαϊκοί λαοί έβλεπαν προοδευτικά τις ζωές τους να κινδυνεύουν, τα κράτη τους να χάνουν την ασφάλειά τους και την αυτονομία τους;

Αυτοί οι Ευρωπαίοι ηγέτες επέλεξαν συνειδητά να δημιουργούν ψευδαισθήσεις, αντί να προετοιμάζονται - και να μας προετοιμάζουν - για τον σκληρό κόσμο που φαινόταν να έρχεται. Προτίμησαν τις “επιτροπές”, τα “δελτία τύπου” και τις “διαδικασίες”. Κάθε κρίση αντιμετωπιζόταν ως ευκαιρία για επικοινωνιακή διαχείριση, όχι για αποφασιστική δράση.

Όταν η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα, η αντίδραση ήταν καθυστερημένη και αμυντική. Στην Ουκρανία, η “αποφασιστικότητα” ήρθε μόνο μετά τον αιφνιδιασμό. Για την Κύπρο, παραμένει παθητική χωρίς ουσιαστική παρέμβαση. Και όταν οι ΗΠΑ μας είπαν ξεκάθαρα ότι δεν θα είναι μόνιμος εγγυητής της ασφάλειάς μας, η Ευρώπη αντέδρασε σαν μαθητούδι.

Η γραφειοκρατία έχει εξελιχθεί σε υπαρξιακό μας πρόβλημα. Η Ε.Ε. πιστεύει ότι η ισχύς παράγεται μέσω πλαισίων, επιτροπών και ανακοινώσεων. Η ισχύς όμως παράγεται με βούληση, αποφάσεις και θάρρος σύγκρουσης αν χρειάζεται, όταν χρειάζεται. Σε ό,τι η Ευρώπη αποτυγχάνει συστηματικά δηλαδή.

Και οι ηγέτες μας, παραμένουν ανίκανοι και ανεπαρκείς. Το χειρότερο; Εξακολουθούν να βλέπουν τη μεταψυχροπολεμική περίοδο σαν παιδικό παραμύθι. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι ο κόσμος μας έχει ήδη προχωρήσει χωρίς αυτούς. Φτάνει μόνο να ακούσει κανείς τις κατά καιρούς δηλώσεις της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ή της Κάγια Κάλλας (τον Αντόνιο Κόστα δεν τον λαμβάνω καν υπόψη μου) για να κατάλάβει που έχουμε μπλέξει και με ποιους!

Η Ευρώπη που φανταζόμασταν; Η Ευρώπη που θέλαμε; Δεν υπήρξε ποτέ...

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Άγκυρα 2026: Συνεργασία ή πολιτικός αυτοματισμός;

 


Η χθεσινή σύγκληση του 6ου - ας πούμε - Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα αποτυπώνει την προσπάθεια των δύο ηγεσιών να περιλάβουν τις μακροχρόνιες διαφορές τους σε ένα αφήγημα ελεγχόμενης συνεργασίας. Η προσπάθεια αυτή, όσο διπλωματική και αν εμφανίζεται, διατηρεί στον πυρήνα της ανέπαφες τις δομικές λογικές που εδώ και δεκαετίες επιβαρύνουν και τις δύο κοινωνίες.

Από τη μία πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε την προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο και την ανάγκη άρσης απειλών· από την άλλη, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε τα προβλήματα “πολύπλοκα αλλά όχι ανυπέρβλητα”. Τα κείμενα συνεργασίας και οι συμφωνίες σε τεχνικούς τομείς - πολιτισμός, τεχνολογία, μεταφορές - μπορούν να αξιολογηθούν θετικά, αλλά λειτουργούν κυρίως ως βαλβίδες αποσυμπίεσης και όχι ως ουσιαστική διαμόρφωση ενός πλαισίου συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης.

Το κύριο εμπόδιο του εγχειρήματος βρίσκεται στο ίδιο το πολιτικό αφήγημα που παρουσιάζει την ένταση ως μόνιμη δυνατότητα και σχεδόν φυσική κατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αυτό το αφήγημα δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην επίλυση διαφορών, αλλά στη διατήρηση ενός ελεγχόμενου φόβου, πολιτικά χρήσιμου και για τις δύο πλευρές. Όσο η όποια ενδεχόμενη σύγκρουση αντιμετωπίζεται ως “μοιραία”, “αναπόφευκτη” και διαρκώς μετατιθέμενη στο απροσδιόριστο μέλλον, τέτοιες συναντήσεις κινδυνεύουν να περιοριστούν στη διαχείριση ενός χρόνιου αδιεξόδου.

Η πραγματική πολιτική τόλμη δεν θα κριθεί από τον αριθμό των συμφωνιών ή των δηλώσεων καλής θέλησης, αλλά από το αν αμφισβητηθεί έμπρακτα η αντίληψη ότι η κρίση αποτελεί φυσικό νόμο και όχι αποτέλεσμα συγκεκριμένων, αναστρέψιμων πολιτικών επιλογών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως πιθανόν θα παρατηρούσε εύστοχα ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ: ουδέν νεώτερο από το Ανατολικό Μέτωπο.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Legality vs Revisionism: A response to “Equitable Maritime Delimitation between Turkey and Greece” / Νομιμότητα έναντι Αναθεωρητισμού: Απάντηση στη “Δίκαιη θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας”

🏴󠁧󠁢󠁥󠁮󠁧󠁿 

The recently published article by Dr. Serhat Süha Çubukçuoğlu, seeks to reconstruct the legal framework that should govern maritime zones between Greece and Turkey, advancing a purportedly “equitable” and “geographically realistic” approach. However, behind the technical terminology and selective citation of case law, the article adopts arguments that are not merely alternative legal interpretations but reiterate core positions of Turkish state revisionism, often in a misleading manner. The methodology of the text does not aim at equitable delimitation but at shifting the discourse from legally recognized entitlements to negotiable “sharing.”

The Invocation of the Alleged 2003 Agreement and the Deliberate Omission of Critical Data

A key feature of the article is its reference to the alleged Greece-Turkey approach of 2003, attributed to the then Greek goverment and presented as evidence that Greece supposedly accepted a differentiated application of law in the Aegean. This reference is misleading. Even if it is accepted that discussions or a draft political agreement took place, they concerned exclusively the breadth of territorial waters in the Aegean (6 vs. 12 nautical miles) and did not include provisions regarding the continental shelf or the Exclusive Economic Zone (EEZ). Omitting this decisive element distorts the legal significance of the example and creates the false impression that Greece had accepted a limitation of the islands’ rights to maritime zones beyond territorial waters.

“Land Dominates the Sea” and the Misuse of a Legal Principle

A central pillar of the article’s argumentation is the invocation of the principle that “land dominates the sea.” As articulated in International Court of Justice (ICJ) jurisprudence, this principle refers to the fact that maritime zones derive from sovereignty over land. It does not support, nor suggest, that a State deprive an insular territory of its maritime entitlements merely because it is situated near or on the geological continental shelf of another State. Nevertheless, the article arbitrarily distorts the principle, claiming that Greek islands east of the 25th meridian “sit on the Turkish continental shelf” and therefore cannot generate maritime zones.

This position is not merely a controversial interpretation; it constitutes a direct violation of Article 121 of the United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS), which accords islands the same rights to the continental shelf and EEZ as mainland coasts, except for rocks explicitly excluded under Article 121(3). Geological continuity of the seabed is not a legal criterion for the existence of rights after the establishment of the 200-nautical-mile rule, as explicitly confirmed in the Libya/Malta case (ICJ, 1985).

The Rejected “Cut-Off” Theory

The proposal to reduce territorial waters to 3 nautical miles east of 25°E does not constitute a technical adjustment but revives a practice repeatedly rejected by international jurisprudence. The logic that islands should not generate maritime zones because they “cut off” another State’s access to the sea is known as the cut-off effect and has been legally deemed unacceptable. In Nicaragua v. Colombia (ICJ, 2012), the Court expressly rejected the notion that the geographic position of islands could nullify their rights, even when adjustments are made for proportionality.

The full or near-complete deprivation of rights due to proximity to another coast has no basis in international practice.

“Grey Zones” as a Political Doctrine, Not a Legal Concept

Particularly problematic is the article’s adoption of the concept of “152 grey zones” and the proposal for their “division.” This terminology does not constitute a neutral academic concept. It derives directly from the official position of the Turkish Ministry of Foreign Affairs, which refers to “islands, islets, and rocks not ceded to Greece.” It is a political doctrine that seeks to create a permanent reservoir of contested Greek sovereingty, despite the fact that the status of Aegean islands has been clearly determined by the Treaties of Lausanne and Paris.

When a journal, affiliated with an academic institution such as Johns Hopkins, employs the term “grey zones” and discusses their division as a purportedly technical solution, it does not engage in neutral theoretical debate. It contributes to legitimizing the core Turkish revisionist position, that there exists a category of Greek territory with disputed sovereignty, potentially subject to future negotiation. This contradicts the fundamental principle of international law that sovereignty precedes delimitation and is not subject to division.

Recapitulation

Equity: is not an independent source of law nor a tool to redistribute sovereignty or entitlements, but a method applied at the final stage of maritime delimitation. Equity does not precede legal entitlements.

Greek-Turkish 2003 Discussions: There is no binding international agreement between Greece and Turkey from 2003. Any informal discussions did not produce opinio juris, cannot be considered state practice, and never addressed the continental shelf or EEZ.

Land Dominates the Sea: Geological continuity is no longer a legal criterion under UNCLOS. The idea that islands “sit on another state’s continental shelf” has no legal basis.

UNCLOS Article 121 and Islands: All islands (except rocks under 121§3) are entitled to territorial sea, continental shelf, and EEZ.

Cut-off Effect: International jurisprudence rejects the notion that the “cut-off” effect nullifies rights, while allowing limited adjustments for proportionality.

Grey Zones: “Grey zones” do not exist under international law.

Sovereignty: precedes delimitation and cannot be subjected to equitable sharing.

Conclusion

Dr. Çubukçuoğlu’s article does not propose an equitable solution, but a revisionist reordering of the legal framework, based on selective application of principles, omission of critical elements, and adoption of terminology originating from state propaganda. The Greek position, in contrast, does not require special treatment. It requires the application of universally recognized international rules: full recognition of legal rights and delimitation based on proportionality and equity, not preemptive deprivation. Any solution founded on the logic of “sharing” sovereignty rather than delimiting entitlements does not constitute compromise but institutionalizes dispute.

 

*

🇬🇷 

Το πρόσφατα δημοσιευμένο άρθρο του Δρ. Serhat Süha Çubukçuoğlu επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το νομικό πλαίσιο που - κατά τον συγγραφέα, θα έπρεπε να διέπει τις θαλάσσιες ζώνες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, προβάλλοντας μια προσέγγιση η οποία αυτοχαρακτηρίζεται ως "δίκαιη" και "γεωγραφικά ρεαλιστική". Πίσω, ωστόσο, από την τεχνική ορολογία και την επιλεκτική επίκληση της διεθνούς νομολογίας, το άρθρο υιοθετεί θέσεις που δεν συνιστούν απλώς εναλλακτική νομική ερμηνεία, αλλά αναπαραγωγή του τουρκικού κρατικού αναθεωρητισμού, με τρόπο συστηματικό και παραπλανητικό. Η μεθοδολογική του στόχευση δεν είναι η επίτευξη δίκαιης οριοθέτησης κατά το διεθνές δίκαιο, αλλά η μετατόπιση της συζήτησης από νομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα σε μια λογική διαπραγματεύσιμης κατανομής.

Η επίκληση της υποτιθέμενης προσέγγισης του 2003 και η αποσιώπηση κρίσιμων στοιχείων

Κομβικό σημείο της επιχειρηματολογίας του άρθρου αποτελεί η αναφορά στη φερόμενη ελληνοτουρκική "προσέγγιση" του 2003, η οποία αποδίδεται στην τότε ελληνική κυβέρνηση και προβάλλεται ως ένδειξη αποδοχής από την Ελλάδα μιας δήθεν διαφοροποιημένης εφαρμογής του διεθνούς δικαίου στο Αιγαίο. Η αναφορά αυτή είναι ουσιωδώς παραπλανητική. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι έλαβαν χώρα διερευνητικές συνομιλίες ή συζητήσεις πολιτικού χαρακτήρα, αυτές αφορούσαν αποκλειστικά το εύρος των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο (6 έναντι 12 ναυτικών μιλίων) και ουδέποτε περιέλαβαν ρυθμίσεις σχετικές με την υφαλοκρηπίδα ή την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η σκόπιμη αποσιώπηση του κρίσιμου αυτού στοιχείου αλλοιώνει τη νομική βαρύτητα του παραδείγματος και δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ότι η Ελλάδα είχε αποδεχθεί περιορισμό των δικαιωμάτων των νησιών πέραν των χωρικών υδάτων, κάτι που ουδέποτε συνέβη.

"Η ξηρά κυριαρχεί επί της θάλασσας" και η καταχρηστική επίκληση της νομολογίας

Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας του άρθρου είναι η επίκληση της αρχής ότι "η ξηρά κυριαρχεί επί της θάλασσας". Στη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η αρχή αυτή σημαίνει ότι οι θαλάσσιες ζώνες αντλούν τη νομική τους βάση από την κυριαρχία επί της ξηράς. Δεν υποδηλώνει ούτε επιτρέπει τη στέρηση θαλάσσιων δικαιωμάτων από νησιωτικό έδαφος λόγω της γεωγραφικής εγγύτητάς του ή της γεωλογικής του σχέσης με την υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους.

Παρά ταύτα, στο άρθρο παραποιείται αυτή η αρχή, υποστηρίζοντας ότι τα ελληνικά νησιά ανατολικά του 25ου μεσημβρινού "εδράζονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα" και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να παράγουν αυτοτελείς θαλάσσιες ζώνες.

Η θέση αυτή δεν συνιστά απλώς αμφιλεγόμενη ερμηνεία, αλλά ευθεία παραβίαση του άρθρου 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο αναγνωρίζει στα νησιά πλήρη δικαιώματα χωρικής θάλασσας, υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, με μοναδική εξαίρεση τους βράχους του άρθρου 121 παρ. 3. Η γεωλογική συνέχεια του βυθού έχει παύσει να αποτελεί νομικό κριτήριο για τη γένεση θαλάσσιων δικαιωμάτων μετά την καθιέρωση του κανόνα των 200 ναυτικών μιλίων, όπως ρητώς επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Λιβύη/Μάλτα (1985).

Η απορριφθείσα θεωρία του "αποκλεισμού"

Η πρόταση περιορισμού των χωρικών υδάτων στα 3 ναυτικά μίλια ανατολικά του 25ου μεσημβρινού δεν συνιστά τεχνική προσαρμογή, αλλά αναβίωση πρακτικής που έχει κατ’ επανάληψη απορριφθεί από τη διεθνή νομολογία. Η άποψη ότι τα νησιά δεν θα πρέπει να παράγουν θαλάσσιες ζώνες επειδή "αποκλείουν" την πρόσβαση άλλου κράτους στη θάλασσα - το λεγόμενο cut-off effect - έχει κριθεί νομικά απαράδεκτη.

Στην υπόθεση Νικαράγουα κατά Κολομβίας (2012), το Δικαστήριο απέρριψε ρητώς την ιδέα ότι η γεωγραφική θέση των νησιών μπορεί να μηδενίσει τα δικαιώματά τους, ακόμη και όταν γίνονται περιορισμένες προσαρμογές για λόγους αναλογικότητας. Η πλήρης ή σχεδόν πλήρης αποστέρηση δικαιωμάτων λόγω εγγύτητας προς άλλη ακτή δεν βρίσκει έρεισμα στη διεθνή πρακτική.

Οι "γκρίζες ζώνες" ως πολιτικό δόγμα

Ιδιαίτερα προβληματική είναι η υιοθέτηση της έννοιας των "152 γκρίζων ζωνών" και η πρόταση περί "διαίρεσής" τους. Ο όρος αυτός δεν συνιστά ουδέτερη ακαδημαϊκή αντίληψη ή έννοια. Περιγράφει την επίσημη ρητορική του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο δόγμα διαρκούς και συστηματικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας, παρά το γεγονός ότι το καθεστώς των νήσων του Αιγαίου έχει καθοριστεί με σαφήνεια από τις Συνθήκες της Λωζάννης και των Παρισίων

Η χρήση του όρου από ακαδημαϊκό περιοδικό συνδεδεμένο με πανεπιστημιακό ίδρυμα, όπως το Johns Hopkins, δεν συνιστά αμερόληπτη θεωρητική προσέγγιση. Αντιθέτως, συμβάλλει στη νομιμοποίηση του τουρκικού αναθεωρητισμού, σύμφωνα με τον οποίο υφίσταται ελληνικό έδαφος αμφισβητούμενης κυριαρχίας. Η θέση αυτή αντιβαίνει στη θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου ότι η κυριαρχία προηγείται της οριοθέτησης και δεν αποτελεί αντικείμενο διαίρεσης ή "συνεκμετάλλευσης".

Συμπερασματικές επισημάνσεις

* Η "ευθυδικία" δεν αποτελεί αυτοτελή πηγή δικαίου ούτε μηχανισμό ανακατανομής κυριαρχίας ή δικαιωμάτων, αλλά μέθοδο εφαρμοζόμενη στο τελικό στάδιο της θαλάσσιας οριοθέτησης.

Δεν υφίσταται δεσμευτική διεθνής συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας από το 2003. Τυχόν άτυπες συζητήσεις δεν παρήγαγαν opinio juris, δεν μπορούν να θεωρηθούν κρατική πρακτική και ουδέποτε αφορούσαν την υφαλοκρηπίδα ή την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η γεωλογική συνέχεια δεν συνιστά πλέον νομικό κριτήριο υπό το ισχύον δίκαιο της θάλασσας. Η αντίληψη ότι νησιά «εδράζονται στην υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους» στερείται νομικής βάσης.

Όλα τα νησιά, πλην των βράχων που εμπίπτουν στο άρθρο 121 παρ. 3, δικαιούνται χωρική θάλασσα, υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η διεθνής νομολογία απορρίπτει την άποψη ότι το λεγόμενο "cut-off effect" μπορεί να αναιρεί θαλάσσια δικαιώματα, επιτρέποντας μόνον περιορισμένες προσαρμογές για λόγους αναλογικότητας.

* Οι λεγόμενες "γκρίζες ζώνες" δεν υφίστανται στο διεθνές δίκαιο.

* Η κυριαρχία προηγείται της οριοθέτησης και δεν αποτελεί αντικείμενο "δίκαιης κατανομής".

Επίλογος

Το άρθρο του Δρ. Çubukçuoğlu δεν προτείνει μια πραγματικά δίκαιη λύση, αλλά εκφράζει μια αναθεωρητική ερμηνεία του νομικού πλαισίου, βασισμένη σε επιλεκτική εφαρμογή αρχών, αποσιώπηση κρίσιμων στοιχείων και υιοθέτηση ορολογίας που προέρχεται από επίσημη τουρκική κρατική προπαγάνδα. Η ελληνική θέση, αντίθετα, δεν απαιτεί ειδική μεταχείριση. Απαιτεί την εφαρμογή των καθολικά αναγνωρισμένων διεθνών κανόνων: πλήρη αναγνώριση των νομικών δικαιωμάτων και οριοθέτηση με βάση την αναλογικότητα και την ευθυδικία, και όχι προληπτική στέρησή τους. Οποιαδήποτε λύση θεμελιώνεται στη λογική του "μοιράσματος" της κυριαρχίας αντί της οριοθέτησης δικαιωμάτων δεν συνιστά συμβιβασμό, αλλά θεσμοποιεί τη διαφορά.

 

 *

 

 

References:

1. R.R. Churchill & A.V. Lowe, The Law of the Sea 3rd ed. (Manchester Univ. Press 1999).

2. D. Rothwell & T. Stephens, The International Law of the Sea 2nd ed. (Hart 2016).

3. B.J.C. McGrath, The Legal Regime of Islands in International Law (Brill | Nijhoff 2018).

4. Cihat Yaycı, Doğu Akdeniz’in Paylaşım Mücadelesi ve Türkiye 1st ed. (Kırmızı Kedi Yayınevi 2020).

5. Serhat Süha Çubukçuoğlu, Turkey’s Naval Activism: Maritime Geopolitics and the Blue Homeland Concept 1st ed., Palgrave Studies in Maritime Politics and Security (Palgrave Macmillan 2023).

6. Angelos Syrigos & Thanos Dokos, Atlas of Greek-Turkish Relations (Kathimerini, n.d.).

7. Serhat Süha Çubukçuoğlu, “Rethinking Equitable Maritime Delimitation between Türkiye and Greece,” SAIS Review (Jan. 2026).

8. J.C. Daughton, “Equity in Maritime Boundary Delimitation,” Tul. J. Int’l & Comp. L. (2025).

9. C.H. Schofield, “Equity and Delimitation,” Int’l J. Marine & Coastal L. 32 (2017): 1–28.

10. Juan Luis Suárez de Vivero & Juan Carlos Rodríguez Mateos, “Maritime Europe and EU Enlargement: A Geopolitical Perspective,” Marine Policy 30, no. 2 (2006): 167–72, https://doi.org/10.1016/j.marpol.2004.11.002.

11. Çiğdem Göksel et al., “An Analysis of the Aegean Coastline Using Remotely Sensed Imagery,” Int’l Symposium on Remote Sensing and Integrated Technologies (1999): 361–68.

12. Stephen A. Gallota, “A 12-NM Greek Territorial Sea: Is Transit Passage Safe?” U.S. Naval War College (May 18, 2001), https://apps.dtic.mil/sti/tr/pdf/ADA393368.pdf.

13. Christos Rozakis, “What Greece Had Agreed with Turkey under Simitis,” eKathimerini (Athens, Oct. 31, 2025), https://www.ekathimerini.com/opinion/1285311/what-greece-had-agreed-with-turkey-under-simitis/.

14. Ifri, “Mavi Vatan (‘Blue Homeland’): The Origins, Influences, and Limits of an Ambitious Doctrine for Turkey” (Apr. 2021).

15. Center for International Maritime Security, “The Mavi Vatan Doctrine and Blue Homeland Anthem: Turkey’s Maritime Worldview” (2021).

16. War on the Rocks, “Blue Homeland: The Politics Behind Turkey’s New Maritime Strategy” (June 2020).

17. Nikos Tsafos, “Getting East Med Energy Right,” Commentary, Center for Strategic and International Studies (CSIS) (Oct. 26, 2020), https://www.csis.org/analysis/getting-east-med-energy-right.

18. Cem Gürdeniz, “Amiral Cem Gürdeniz: Türkiye Derhal MEB İlan Etmeli,” VeryansınTV (Oct. 5, 2021), https://www.veryansintv.com/turkiye-derhal-meb-ilan-etmeli.

19. Wikipedia, s.v. “Aegean dispute,” https://tinyurl.com/juvz5z7r.

20. İnönü Vakfı, “Lozan Barış Antlaşması Tam Metni” (2025), https://www.ismetinonu.org.tr/lozan-baris-antlasmasi-tam-metni/.

21. Christos Moissidis, “On the internationalization of Turkish revisionism”, Political Approach blog (Oct. 2022), https://cmoiss.blogspot.com/2022/10/blog-post_13.html

22. Continental Shelf (Libyan Arab Jamahiriya/Malta), Judgment, ICJ Rep. 1985, p. 13.

23. Territorial and Maritime Dispute (Nicaragua v. Colombia), Judgment, ICJ (Mar. 17, 2022).

24. Maritime Delimitation in the Black Sea (Romania v. Ukraine), Judgment, ICJ (Feb. 3, 2009).

25. North Sea Continental Shelf Cases (Federal Republic of Germany/Denmark; Federal Republic of

26. Germany/Netherlands), Judgment, ICJ Rep. 1969, p. 3.

27. Maritime Delimitation and Territorial Questions between Qatar and Bahrain (Qatar v. Bahrain), Judgment, ICJ Rep. 2001, p. 40.

 



Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Καλή πίστη με απειλή πολέμου

 

 

Λίγο πριν από τη γνωστοποίηση της ημερομηνίας συνάντησης του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο από την τουρκική προεδρία, κύκλοι του τουρκικού υπουργείου Άμυνας διέρρεαν στον τουρκικό Τύπο την επίσημη απάντηση της Άγκυρας στις πρόσφατες δηλώσεις του Έλληνα υπουργού Άμυνας και τις τοποθετήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού για το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, καθώς και για την προσήλωση της Αθήνας στους κανόνες του διεθνούς δικαίου στην προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας.

Η Τουρκία επανέλαβε για ακόμη μία φορά τη διαφωνία της με τις ελληνικές θέσεις, υποστηρίζοντας ότι “μονομερείς” ενέργειες δεν συνάδουν - κατά την άποψή της - με το ισχύον διεθνές νομικό πλαίσιο, χωρίς βέβαια να διευκρινίζει ποιο είναι αυτό το “διεθνές νομικό πλαίσιο”.

Η ανακοίνωση της Τουρκίας, η οποία σημειωτέον δεν έχει καταγραφεί ή δημοσιοποιηθεί επίσημα από το Υπουργείο Άμυνας της χώρας, τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή, διατυπώθηκε ως εξής:

Η στάση της χώρας μας απέναντι στις δηλώσεις Ελλήνων πολιτικών σχετικά με την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο Πέλαγος στα 12 ναυτικά μίλια είναι σαφής. Ως Τουρκία, υποστηρίζουμε ότι μια δίκαιη, ισότιμη και σύμφωνη με τις αρχές του διεθνούς δικαίου κατανομή θαλάσσιας δικαιοδοσίας στο Αιγαίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από αμοιβαίο διάλογο και καλή πίστη. Οι μονομερείς ενέργειες, ισχυρισμοί και δηλώσεις της Ελλάδας, οι οποίες αγνοούν τις υφιστάμενες διαφορές και παραβιάζουν τα δικαιώματα της τουρκικής πλευράς, είναι αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο και απαράδεκτες. Οι δηλώσεις αυτές δεν παράγουν καμία νομική συνέπεια για τη χώρα μας. Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, στο πλαίσιο της αντίληψης της “Γαλάζιας Πατρίδας”, συνεχίζουν με αποφασιστικότητα και σταθερότητα την αποστολή τους για την προστασία κάθε δικαιώματος και συμφέροντος της χώρας μας στις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της.

Η αξιολόγηση της τουρκικής αυτής αντίδρασης από την ελληνική πλευρά - και κυρίως από αναλυτές και δημοσιογράφους - δεν είναι η ενδεδειγμένη. Ούτε λίγο ούτε πολύ, όλοι μας λένε ότι εντάσσεται στο συνήθη κύκλο δηλώσεων και αντιδηλώσεων. Ωστόσο, από την ανακοίνωση προκύπτουν δύο βασικά ερωτήματα: Πρώτον, γιατί επέλεξε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας να τοποθετηθεί αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Δεύτερον, γιατί η αντίδραση προήλθε από το Υπουργείο Άμυνας και όχι από το Υπουργείο Εξωτερικών ή την Προεδρία της Δημοκρατίας;

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Άγκυρα φαίνεται να επιχειρεί να στείλει μηνύματα σε πολλαπλούς αποδέκτες: στο εσωτερικό της κοινό, στο ΝΑΤΟ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Αθήνα, ενώ παράλληλα θέτει το ζήτημα της διαφορετικής αντίληψης σε ένα πλαίσιο αποτροπής και στρατιωτικής ετοιμότητας.

Η επιλογή του Υπουργείου Άμυνας είναι επίσης στρατηγική: μετατοπίζει συνειδητά οποιαδήποτε διαφορά από το διπλωματικό στο αποτρεπτικό πεδίο, ενεργοποιεί συμβολικά τις Ένοπλες Δυνάμεις και υποβαθμίζει τον διάλογο σε καθαρά τυπική διαδικασία.

Η περαιτέρω ανάλυση του κειμένου αποκαλύπτει επιμέρους επιδιώξεις:

  • Επιχειρεί να ακυρώσει τον νομιμοποιητικό λόγο των ελληνικών πολιτικών (βλέπε Υπουργό Εθνικής Άμυνας) και να υποβαθμίσει τον ρόλο του Έλληνα πρωθυπουργού.
  • Προσπαθεί να μετατρέψει το κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση έως τα 12 μίλια σε ζήτημα διαπραγμάτευσης.
  • Θέτει όρους και προϋποθέσεις για οποιαδήποτε συζήτηση.
  • Αποποιείται την ευθύνη για την όποια ένταση, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως την πλευρά που “δημιουργεί προβλήματα”.
  • Επικαλείται γενικά και αόριστα νόμιμα και ηθικά δικαιώματα χωρίς να τα εξειδικεύει.
  • Συνδέει τη στρατιωτική της ισχύ με το εθνικό της ιδεολόγημα και αφήνει ανοικτή την απειλή χρήσης βίας αν κι εφόσον η Ελλάδα “τολμήσει” να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. 

Και επειδή οι τούρκοι μιλούν για “καλή πίστη” θα πρέπει να επισημανθεί ότι - πράγματι, η επίλυση διαφορών προϋποθέτει θεμελιωδώς την τήρηση της αρχής της καλής πίστης. Η ιστορική εμπειρία και οι σύγχρονες εξελίξεις θέτουν υπό αμφισβήτηση κατά πόσον η Τουρκία έχει ποτέ επιδείξει τέτοια καλή πίστη.

Μπορεί η συστηματική πρόκληση στρατιωτικών και διπλωματικών επεισοδίων στο Αιγαίο και αλλού όπως στα χερσαία μας σύνορα στον Έβρο κατά το πρόσφατο παρελθόν να ερμηνευτεί ως ένδειξη καλής πίστης;

Είναι η διατήρηση ενός casus belli απέναντι στη νόμιμη άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας συμβατή με τις αρχές της ειρηνικής επίλυσης διαφορών; Παρομοίως, μπορούν οι απόπειρες δημιουργίας faits accomplis - μέσω παραβιάσεων του εναέριου χώρου, εργαλειακής εκμετάλλευσης των μεταναστευτικών ροών ή μονομερών μέτρων αντίθετων στο καθιερωμένο διεθνές δίκαιο - να θεωρηθούν εκδηλώσεις καλής πίστης;

Η καλή πίστη δεν αποτελεί ρητορική ή διακηρυκτική δέσμευση· αποδεικνύεται μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες. Ο σεβασμός στις διεθνείς συνθήκες, η αποφυγή απειλών και προκλήσεων, η γνήσια συμμετοχή σε διάλογο χωρίς καταναγκασμό και η τήρηση κανόνων που δεσμεύουν όλα τα κράτη συνιστούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Ελλείψει αυτών, οποιαδήποτε επίκληση διαλόγου καθίσταται κενή περιεχομένου, ενώ η ευθύνη για το όποιο αδιέξοδο βαρύνει το μέρος που προτάσσει την κλιμάκωση έναντι της συμμόρφωσης με το διεθνές δίκαιο.

Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα της καλής πίστης δεν είναι απλώς θεωρητικό ή ηθικό. Συνιστά πρακτική προϋπόθεση για οποιαδήποτε νόμιμη, δίκαιη και νομικά θεμελιωμένη επίλυση της όποιας διαφοράς. Χωρίς αποδεικτέα τήρηση της καλής πίστης, η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και των αρχών της ισότητας καθίσταται αδύνατη, ενώ ο ίδιος ο διάλογος κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την προώθηση μονομερούς πλεονεκτήματος, αντί για την επίτευξη λύσης.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ίμια 1996: Όταν η Ελλάδα δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της


Η κρίση των Ιμίων παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και οδυνηρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ήταν μια δοκιμασία που ανέδειξε τα όρια της πολιτικής, της διπλωματικής και της στρατιωτικής ικανότητας της χώρας μας, εξελίχθηκε σε τραγωδία και έφερε στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, βαθιά και διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. Σε κρίσιμες στιγμές αποκαλύφθηκαν η πολιτική ανεπάρκεια, η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και η θεσμική αδυναμία να καλυφθούν αυτή η έλλειψη και αυτή η ανεπάρκεια, με καθοριστικό τον ρόλο του τότε πρωθυπουργού, του υπουργού των Εξωτερικών και του υπουργού Εθνικής Άμυνας να αδυνατούν να υπερασπιστούν έμπρακτα την εθνική μας κυριαρχία, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε ευθέως.

Η αδιαμφισβήτητη ελληνική κυριαρχία και η κατασκευή των “γκρίζων ζωνών”

Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που διατύπωσε αργότερα η Τουρκία, τα Ίμια βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό αναντίρρητη ελληνική κυριαρχία, όπως αυτή καθορίζεται σαφώς από τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και κυρίως από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), με την οποία η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα “εν πλήρει κυριαρχία” ολόκληρη τη Δωδεκάνησο μαζί με τις παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες.

Πριν από το 1996, η ελληνική κυριαρχία στα Ίμια ήτα αναγνωρισμένη σε διεθνείς χάρτες, επίσημα έγγραφα, διπλωματικές αλληλογραφίες και στην ίδια τη μακροχρόνια και αδιαμφισβήτητη άσκηση κυριαρχίας. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών επινοήθηκε εκ των υστέρων από την Άγκυρα ως εργαλείο αναθεωρητισμού και διπλωματικής πίεσης, και εμείς, ακόμη και σήμερα, ανόητα και ακατανόητα της προσδίδουμε νομιμοποίηση με την αναπαραγωγή της - βλέπε Μακάριος Λαζαρίδης, ΝΔ, Βουλή των Ελλήνων, Ιανουάριος 2026.

Η Τουρκία κατασκεύασε γεγονότα με σκηνοθετική μαεστρία, προκειμένου να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά της Ελλάδας και τα βρήκε απογοητευτικά αδύναμα. Αντί για αποφασιστικότητα, συνάντησε φοβικότητα. πολιτική φοβικότητα.

Η πολιτική και στρατιωτική διαχείριση της κρίσης - Πρόσωπα και ευθύνες

Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης αποδείχθηκε ανίκανος να διαχειριστεί μια κρίση εθνικής σημασίας όχι απλώς σε επίπεδο τακτικών χειρισμών, αλλά κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής αντίληψης. Αντί να χαράξει μια σαφή εθνική γραμμή και να τραβήξει ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές, επέλεξε να διαχειριστεί τον προσωπικό του φόβο και το πολιτικό κόστος.

Ο υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος απέτυχε να υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις. Η διπλωματία χρησιμοποιήθηκε ως μηχανισμός εκτόνωσης. Η αποδοχή της φόρμουλας “no ships, no flags, no troops” αν και από ορισμένους θεωρήθηκε “αξιοπρεπής” συμβιβασμός, δεν ήταν παρά σιωπηρή αποδοχή της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και εδραίωση της λογικής των γκρίζων ζωνών.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο συντονισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, καθιστώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις χωρίς καθοδήγηση. Η ασάφεια των εντολών και η έλλειψη ενιαίου επιχειρησιακού πλαισίου οδήγησαν σε πλήρη ακινησία, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Ακόμη κι αν διαφωνεί ή απορρίπτει κανείς αυτές τις αξιολογήσεις, οφείλει να παραδεχτεί ότι η διαχείριση της κρίσης από τα τρία αυτά συγκεκριμένα πρόσωπα είναι αμφιλεγόμενη. Τα γεγονότα δείχνουν σαφώς ότι ελήφθησαν αποφάσεις που επηρέασαν την εξέλιξη της κρίσης, ωστόσο η αξιολόγηση της ικανότητας και της αποτελεσματικότητάς τους παραμένει ζήτημα υποκειμενικό. Η προσωπική κρίση του καθενός διαμορφώνεται από παράγοντες όπως η πολιτική του τοποθέτηση, η ιστορική γνώση, η πρόσβαση σε πληροφορίες ή η εκτίμηση για το τι συνιστά επιτυχία ή αποτυχία. Εγώ δεν καταγράφω την ιστορία. Την άποψή μου εκφράζω σύμφωνα με όσα γνωρίζω και με ό,τι αισθάνομαι. Και συνεχίζω...

Τούρκοι καταδρομείς πάτησαν σε ελληνικό έδαφος, η ελληνική σημαία αποσύρθηκε υπό “… αδιευκρίνιστες” συνθήκες, και ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού συνετρίβη, παρασύροντας στον θάνατο τους αξιωματικούς Χριστόδουλο Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκο και Έκτορα Γιαλοψό. Εκείνο το βράδυ, η Ελλάδα δεν έχασε απλώς ένα ελικόπτερο και τρεις αξιωματικούς· έχασε την αυτοπεποίθησή της, το ηθικό της, την εθνική της αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ χάσαμε την ψυχή μας!

Η κυβέρνηση επέλεξε τον δρόμο της “αποκλιμάκωσης πάση θυσία”, μετατρέποντας μια εθνική πρόκληση σε στρατηγική υποχώρηση. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, παρότι επιχειρησιακά έτοιμες και αποφασισμένες να εκτελέσουν το καθήκον τους, καθηλώθηκαν από μια ηγεσία που δεν είχε ούτε σχέδιο, ούτε θάρρος, ούτε αποφασιστικότητα.

Στο σηνμειό αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι και ο Α/ΓΕΕΘΑ φέρει σοβαρές ευθύνες για τη σύγχυση και την αποδιοργάνωση που επικράτησαν κατά τη διαχείριση της κρίσης. Οι ευθύνες αυτές δεν περιορίζονται μόνο σε επιμέρους χειρισμούς. Εκ των υστέρων προκύπτει ότι δεν υπήρχε προκαθορισμένο πλαίσιο αντιμετώπισης ενός τέτοιου σεναρίου. Σε κάθε περίπτωση, είτε η στρατιωτική ηγεσία δεν παρείχε στην πολιτική ηγεσία πλήρη, σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα της κατάστασης, είτε αποδέχθηκε πολιτικές αποφάσεις χωρίς να προβάλει την αναγκαία και θεσμικά επιβεβλημένη στρατιωτική αντίρρηση.

Όπως πιθανόν γίνεται κατανοητό, στρατιωτική ισχύς χωρίς σχέδιο και πολιτική βούληση εκμηδενίζεται.

Οι συνέπειες της κρίσης των Ιμίων και η διαρκής τουρκική αμφισβήτηση

Τριάντα χρόνια μετά, το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Το χρονικό των Ιμίων αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της τουρκικής στρατηγικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Οι υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου, οι παράνομες NAVTEX, οι αξιώσεις περί αποστρατικοποίησης και το τουρκολιβυκό μνημόνιο ακόμη, εδράζονται στην ίδια λογική: η Ελλάδα δεν θα αντιδράσει δυναμικά. Η Τουρκία έμαθε το 1996 ότι μπορεί να δημιουργεί τετελεσμένα με χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Εμείς, αντίθετα, φαίνεται ότι δεν διδαχθήκαμε τίποτα.

Η δημοσιογραφική έρευνα ως τώρα δεν κατάφερε και πολλά. Όσοι από τους πρωταγωνιστές παραμένουν εν ζωή, αποφεύγουν να αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα και αρνούνται κάθε ευθύνη. Φάκελοι παραμένουν κλειστοί, μισοφαγωμένοι από τον σκόρο και τη σκόνη. Καθοριστικής σημασίας αποφάσεις δεν εξηγήθηκαν ποτέ επαρκώς και, αντί για αυτοκριτική, επιλέχθηκε η ανακατασκευή της μνήμης... Ένα, όμως, είναι βέβαιο: η πολιτική ηγεσία της εποχής προσέφερε κάκιστες υπηρεσίες στην πατρίδα, εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες, σε ηθική και πατριωτική ανεπάρκεια, καθώς και σε διαχειριστική ανικανότητα.

Υπάρχει και μία ακόμη δυσάρεστη βεβαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, γνώριζαν ότι επίκειται τουρκική στρατιωτική ενέργεια στο Αιγαίο και δεν έπραξαν τίποτα ουσιαστικό για να την αποτρέψουν. Αντιθέτως, λειτούργησαν ως “διαμεσολαβητής ίσων αποστάσεων”, εξισώνοντας τον θύτη με το θύμα. Για την Ελλάδα, αυτό δεν ήταν κάτι νέο. Ήταν μια επανάληψη της ιστορίας. Όπως συνέβη και στην Κύπρο. Επιπλέον, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες έκτοτε, η αμερικανική παρέμβαση δεν αποκατέστησε το status quo ante ξεκάθαρα υπέρ της Ελλάδας.

Σύμφωνα με όσους υπερασπίζονται τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης το 1996, η κρίση των Ιμίων εκτυλίχθηκε σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, όπου οποιαδήποτε στρατιωτική αντίδραση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και γενικευμένη ελληνοτουρκική σύρραξη. Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα, παρά το δίκαιο των θέσεών της, δεν διέθετε την πολυτέλεια ενός πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες για την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και τη διεθνή της θέση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο εσωτερικής πολιτικής αστάθειας και διεθνούς ρευστότητας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Κατά τη λογική αυτή, η επιλογή της αποκλιμάκωσης, έστω και με επώδυνους συμβιβασμούς, θεωρείται πράξη ευθύνης και όχι δειλίας, και δημιούργησε χώρο για διπλωματικές πρωτοβουλίες και διεθνή παρέμβαση, στοχεύοντας στην αποτροπή ενός πολέμου που θα μπορούσε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο οδηγώντας τη χώρα σε περιπέτειες χωρίς σαφή στρατηγικό όφελος.

Ιστορική αποτίμηση και οι συνέπειες των επιλογών

Η Ιστορία ούτε ξαναγράφεται, ούτε ξεχνάει. Τα έργα του καθενός είναι εκεί, αδιάψευστοι μάρτυρες των επιλογών που έγιναν και της πολιτικής νοοτροπίας που τις υπαγόρευσε. Η “μικρά πλην έντιμος Ελλάς” οδηγήθηκε σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Γιατί; διότι για τους πολιτικούς μας ινστρούχτορες η διπλωματία και η πολιτική αποτελούν πεδίο συμβιβασμών και τακτικισμών, ακόμα και εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε την αλήθεια: η Ελλάδα, ακόμη και όταν διαθέτει ισχύ, δεν διαθέτει πάντα τη βούληση να την χρησιμοποιήσει.

Όμως, η εθνική κυριαρχία δεν είναι δεδομένη. Απαιτεί σαφή προσανατολισμό και στρατηγική, αποφασιστική ηγεσία, επιχειρησιακή εγρήγορση και προβολή ισχύος επί του πεδίου. Δεν αρκούν τα λόγια, οι δηλώσεις ή οι συμβολισμοί. Η πατρίδα μας έχει πληρώσει βαρύ τίμημα για τη δειλία, την ατολμία και την ανικανότητα ορισμένων, και η Ιστορία δεν συγχωρεί! Σε κάθε ιστορική στιγμή, σε κάθε ευκαιρία καλούμαστε να δείξουμε ποιοι είμαστε και πώς επιτρέπουμε να μας καθορίζουν οι περιστάσεις.

Η Ελλάδα των Ιμίων ήταν μια χώρα που, εκείνη τη νύχτα, δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της και εμεις αποδειχθήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων.

Ο νέος ναυτικός ψυχρός πόλεμος

Η επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ —η ακινητοποίηση και κατάσχεση του δεξαμενόπλοιου «Marinera» σε διεθνή ύδατα νότια της Ισλανδίας και η κατάσχεση του παναμαϊκού υπερδεξαμενόπλοιου «Sophia» στην Καραϊβική, μαζί με τα πλοία Olina, Centuries και Skipper— εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο μιας «νέας ναυτικής ψυχροπολεμικής» αντιπαράθεσης.

Στο πρώτο περιστατικό, η Ακτοφυλακή των ΗΠΑ (USCG), βάσει ομοσπονδιακού εντάλματος και με επίκληση παραβίασης του εμπάργκο κατά της Βενεζουέλας, πραγματοποίησε νηοψία και κατάσχεση. Η προσπάθεια προστασίας του πλοίου μέσω εν πλω αλλαγής σημαίας (από Γουιάνα σε Ρωσία) δεν απέτρεψε την επιχείρηση, ενώ τα ρωσικά ναυτικά μέσα στην περιοχή, δεν παρενέβησαν. Παράλληλα, το «Sophia» συνδέθηκε με λαθρεμπόριο πετρελαίου προς όφελος της Κίνας. Διαβάστε τη συνέχεα εδώ: https://geoeurope.org/2026/01/10/o-neos-naytikos-psyxros-polemos/

 

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Το αυτονόητο δεν είναι πρόκληση

 

illustration by christosmoiss

Η απάντηση στο καταληκτικό ερώτημα της προηγούμενης ανάρτησης είναι αρνητική - για να κάνω και την απαραίτητη σύνδεση. Και είναι αρνητική, διότι η ενασχόληση με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε κάθε επίπεδο, είναι πρωτίστως ζήτημα αντίληψης.

Κάθε φορά που η Ελλάδα υπενθυμίζει τα αυτονόητα, η Άγκυρα αντιδρά σαν να πρόκειται για αιφνιδιασμό. Οι προχθεσινές δηλώσεις του Νίκου Δένδια δεν ήταν ούτε απειλή ούτε πρόκληση. Ήταν μια ψύχραιμη υπενθύμιση μιας θεμελιώδους αρχής: τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν απαιτούν άδεια για να ασκηθούν.

Η επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια δεν είναι ελληνική “ιδιοτροπία”. Είναι δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και ασκείται από τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών παγκοσμίως. Το να παρουσιάζεται αυτό ως “πρόκληση” λέει περισσότερα για εκείνον που το καταγγέλλει παρά για εκείνον που το ασκεί.

Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η πραγματική πηγή έντασης στο Αιγαίο είναι το casus belli που διατηρεί η Τουρκία εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Πρόκειται για μια θεσμοθετημένη απειλή πολέμου απέναντι σε ένα απολύτως νόμιμο δικαίωμα ενός άλλου κράτους.

Η ελληνική στάση είναι ξεκάθαρη: διάλογος, ναι· διάλογος υπό απειλή, όχι. Η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται υπό καθεστώς εκβιασμού, ούτε αναστέλλει δικαιώματα για να κατευνάσει αναθεωρητισμούς. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει ειλικρινής συζήτηση όσο η μία πλευρά διατηρεί στο τραπέζι τη χρήση βίας ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.

Αν η Τουρκία επιθυμεί πράγματι σταθερότητα και συνεργασία, η λύση είναι εξίσου ξεκάθαρη: άρση του casus belli, ρητή δέσμευση στους διεθνείς κανόνες που η ίδια επικαλείται κατά το δοκούν και έναρξη διαλόγου αποκλειστικά επί της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, με τελικό κριτή το Διεθνές Δικαστήριο.

Όποιος πιστεύει στο δίκαιο δεν φοβάται το δικαστήριο.
Όποιος πιστεύει στις απειλές φοβάται τον κανόνα.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

NAVTEX και γεωπολιτικό παιχνίδι

 



Τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων - τέτοιες μέρες ήταν - το Αιγαίο εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την επιμονή της Τουρκίας να δημιουργεί τετελεσμένα. Οι πρόσφατες τουρκικές NAVTEX μακράς διάρκειας δεν είναι απλές ανακοινώσεις προς ναυτιλλομένους. Πρόκειται για την εφαρμογή μιας ευρύτερης στρατηγικής που επιδιώκει να παγιώσει την αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, μετατρέποντας ένα εργαλείο ασφάλειας σε μέσο γεωπολιτικής πίεσης.
 
Αν κάτι μάθαμε από την κρίση των Ιμίων, είναι ότι οι κρίσεις στο Αιγαίο δεν ξεσπούν ξαφνικά. Χτίζονται σταδιακά, μέσα από πρακτικές “χαμηλής έντασης” που επιχειρούν να κανονικοποιήσουν την αμφισβήτηση. Σήμερα, οι NAVTEX λειτουργούν ως σύγχρονη εκδοχή αυτής της τακτικής, με γραμμές και δεσμεύσεις στη θάλασσα. Δεν χρειάζονται ούτε σημαίες - για να τις πάρει ο άνεμος - ούτε βράχοι για αναρρίχηση, ούτε κατσίκες για βοσκή.
 
Γιατί, λοιπόν, πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν πρέπει να το αφήνουμε να περνάει στα ψιλά;
 
Η Τουρκία χρησιμοποιεί τις NAVTEX για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δρα νόμιμα, αφού η NAVTEX είναι διεθνώς αναγνωρισμένη διαδικασία. Μέσω αυτών επιχειρεί να προωθήσει τα δικά της νομικά και πολιτικά επιχειρήματα για τα όρια στο Αιγαίο, χωρίς να χρειάζεται διπλωματική συμφωνία με την Ελλάδα. 
 
Επιπλέον, η έκδοσή τους λειτουργεί ως πλατφόρμα νομιμοποίησης εντός του ΝΑΤΟ, καθώς παρουσιάζονται ως τυπική στρατιωτική δραστηριότητα, ενώ στην πραγματικότητα αμφισβητούν κυριαρχικά δικαιώματα συμμαχικής χώρας. Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία επιχειρεί να δείξει ότι δεν παραβιάζει διεθνείς κανόνες, ενώ ταυτόχρονα κανονικοποιεί την αμφισβήτηση ελληνικών νησιών.
 
Η έκδοση αντι-NAVTEX απαντά σε επίπεδο αναγγελίας, αλλά λύνει άραγε το πρόβλημα;

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Νταβός 2026: Το Θολό Αντίκρισμα μιας Παράλυτης Ευρώπης

 

Illustration by Liu Rui/GT

Το Νταβός ήταν (και παραμένει) μία ακόμη ευκαιρία για να αντικρύσει η Ευρώπη το είδωλό της στον καθρέπτη. Για ακόμη μία φορά επέλεξε να κλείσει τα μάτια.

Ενώ ο κόσμος μας κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς μια εποχή ωμής ισχύος, γεωπολιτικής σύγκρουσης και τεχνολογικού ανταγωνισμού, η ευρωπαϊκή ηγεσία εξακολουθεί να μιλά και να συμπεριφέρεται σαν να βρισκόμαστε ακόμη στα χρόνια της μεταψυχροπολεμικής αυταπάτης. Δεν πρόκειται για παθητικότητα. Πρόκειται για εθελοντική τύφλωση.

Η ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού, που έσπασε τη συνήθη αυτάρεσκη ρητορική του Φόρουμ, κινήθηκε σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος. Με ευθύ και ρεαλιστικό λόγο, παραδέχθηκε ότι η “παλιά διεθνής τάξη” δεν επιστρέφει και ότι οι μεσαίες και μικρές δυνάμεις οφείλουν να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο διαρκούς αστάθειας, όχι να προσποιούνται ότι όλα λειτουργούν όπως πριν. Οι Ευρωπαίοι, αντίθετα, αρκέστηκαν στη βαρετή επανάληψη λέξεων χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο - “αξίες”, “κανόνες”, “συνεργασία” - λες και η επανάληψη από μόνη της μπορεί να παράγει ισχύ.

Η στάση τους απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες - και ειδικότερα απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο - αποτύπωσε με τον πιο καθαρό τρόπο τη δομική ανεπάρκεια της ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Καμία τόλμη, καμία αυτονομία, καμία διάθεση σύγκρουσης εκεί όπου αυτή είναι αναπόφευκτη. Μόνο προσεκτικά ζυγισμένες λέξεις, σχεδιασμένες όχι για να επηρεάσουν την πραγματικότητα, αλλά για να συγκαλύψουν την αδυναμία. Η Ευρώπη δεν διαπραγματεύεται ως ισότιμος πόλος ισχύος. Προσποιείται ότι είναι τέτοιος!

Η ομιλία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτέλεσε ίσως την πιο καθαρή εκδήλωση αυτής της ανεπάρκειας. Ένας λόγος αποστειρωμένος, σχεδόν γραφειοκρατικά νεκρός, γεμάτος κενές έννοιες και αυτάρεσκη ηθικολογία. Καμία αναφορά στο πραγματικό πρόβλημα ισχύος, καμία αποδοχή της στρατηγικής υστέρησης της Ευρώπης, καμία πρόταση που να αγγίζει τη σκληρή πραγματικότητα του διεθνούς ανταγωνισμού. Ένας λόγος φτιαγμένος για να καθησυχάζει τις ευρωπαϊκές ελίτ, όχι για να απαντά σε έναν όλο και πιο εχθρικό κόσμο.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ευρώπη αγνοεί τι συμβαίνει. Το πρόβλημα είναι ότι αρνείται να το αποδεχθεί. Έχει εθιστεί στον ρόλο του κανονιστικού κήρυκα, την ώρα που γύρω της συγκροτούνται μπλοκ ισχύος τα οποία δεν ενδιαφέρονται ούτε για τις διακηρύξεις της ούτε για τη θεσμική της γλώσσα. Μιλά για κανόνες σε έναν κόσμο που ξαναγράφεται από εκείνους που διαθέτουν τη δύναμη να τους επιβάλλουν.

Στο Νταβός δεν επιβεβαιώθηκε απλώς η ευρωπαϊκή ανικανότητα· αναδείχθηκε η βαθύτερη ανεπάρκεια της ηγεσίας της. Μια ηγεσία που δεν διαθέτει ούτε στρατηγικό βάθος, ούτε πολιτικό θάρρος, ούτε ηθικό βάρος, και που αντιμετωπίζει τη νέα εποχή όχι με σχέδιο, αλλά με ευχολόγια. Όσο η Ευρώπη επιμένει να συγχέει την ηθική ανωτερότητα με την πολιτική ισχύ, τόσο μετατρέπεται από δρών υποκείμενο σε παθητικό αντικείμενο των εξελίξεων.

Σε ό,τι αφορά το ΝΑΤΟ, αυτό παραμένει μια διαρκής γελοιότητα, αν ληφθούν σοβαρά υπόψη οι τελευταίες δηλώσεις του Γενικού του Γραμματέα.

 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Γάιδαροι σέρνουν τα ευρωπαϊκά έλκυθρα στη Γροιλανδία

 

illustration by: Peter Schrank

Ο τρόπος που η Ε.Ε. και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες χειρίζονται (και) το ζήτημα της Γροιλανδίας είναι αποκαλυπτικός της ανεπάρκειας των θεσμών και της ανικανότητας των προσώπων να αντιμετωπίσουν κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα με αποφασιστικότητα και στρατηγικό όραμα.

Αυτή η ανεπάρκεια και αυτή η ανικανότητα καλούνται να αντιπαρατεθούν με την ωμή, κυνική, παρανοϊκή προσέγγιση Τραμπ, σύμφωνα με την οποία τα πάντα αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα “αγοράς”, εκβιασμού ή επίδειξης ισχύος.

Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ αντιμετωπίζει τη Γροιλανδία ως real estate και όχι ως κρίσιμο κόμβο διεθνούς σταθερότητας, η Ευρώπη θα όφειλε να αντιδράσει με σαφήνεια και αποφασιστικότητα. Αντί γι’ αυτό, οι Ευρωπαίοι ηγέτες κρύβονται πίσω από προσεκτικά διατυπωμένες ανακοινώσεις, αποφεύγοντας να πουν το προφανές: ότι ο ευρωπαϊκός χώρος δεν είναι διαπραγματεύσιμος και ότι η ασφάλεια και οι πόροι του δεν μπορούν να εξαρτώνται από τις εμμονές ενός ανόητου.

Η δε “ατλαντική συμμαχία” χρησιμοποιείται ως άλλοθι αδράνειας και όχι ως εργαλείο ισότιμης πολιτικής στάσης. Έτσι, η ΕΕ καθίσταται ανίκανη να υπερασπιστεί ακόμη και τα αυτονόητα.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο Τραμπ και η πολιτική του λογική — αν υπάρχει ίχνος λογικής! Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει ηγέτες με πολιτικό ανάστημα. Δεν διαθέτει θεσμούς με μηχανισμούς διασφάλισης.

Χωρίς στρατηγική αυτονομία στην πράξη και χωρίς τη βούληση να συγκρουστεί όταν απειλούνται τα συμφέροντά της - κάτι που παρατηρούμε διαρκώς για τις περιπτώσεις της Ελλάδος και της Κύπρου - η ΕΕ θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει. Έως ότου διαλυθεί εκ των ων συνετέθη καθώς, αν οι Ευρωπαίοι δεν λειτουργούν ως Ευρωπαίοι, δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Η δική μου απάντηση στις προσβολές του Edi Rama



Αγαπητέ κύριε Πρωθυπουργέ,

Αν και θα μπορούσα να γράψω αυτό το μήνυμα στα αγγλικά ή ακόμη και στη γλώσσα σας, προκειμένου να σας διευκολύνω στην κατανόησή του, θεωρώ πρέπον να απαντήσω στις προσβολές σας στη γλώσσα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, τους οποίους - κατά δήλωσή σας, τόσο πολύ θαυμάζετε. 

Ίσως σας εκπλήξω, αλλά σε ένα σημείο θα συμφωνήσω μαζί σας. Πράγματι, οι προαναφερθέντες, όπως και πλήθος άλλων Ελλήνων, ανθρώπων του πνεύματος και του πολιτισμού - από τον Όμηρο έως τον Καστοριάδη και τον Γιανναρά - δεν αποτελούν κληρονομιά αποκλειστικά των Ελλήνων. Ανήκουν στην ανθρωπότητα στο σύνολό της και κάθε λαός έχει το δικαίωμα να τους τιμά και να τους χρησιμοποιεί ως σημεία αναφοράς.

Από αυτή την άποψη, όλοι είμαστε ωφελημένοι. Το πρόβλημα με εσάς, ωστόσο, δεν έγκειται στη χρήση αυτής της κληρονομιάς, αλλά στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείτε να την επικαλείστε: επιφανειακά και επιλεκτικά, εργαλειοποιώντας την, προκειμένου να προσδώσετε "πνεύμα", "ανωτερότητα", κύρος σε έναν λόγο που συχνά στερείται βάθους, συνέπειας και ειλικρίνειας.

Ξέρετε, ο πολιτικός λόγος και, κατ’ επέκταση, ο δημόσιος λόγος δεν κρίνεται από τις αναφορές που δανείζεται, αλλά από το ήθος που τον διαπερνά. Και ενώ εσείς επιδιώκετε να παρουσιάζετε τον εαυτό σας ως ωφελούμενο του ελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού, η ρητορική σας παραμένει προκλητική, εμπρηστική, καμωμένη από φτηνά υλικά επικοινωνιακής κατανάλωσης.

Στο τέλος-τέλος, το θράσος, η ειρωνεία, οι προσβολές, η αυταρέσκεια δεν είναι παρά η πιο θορυβώδης μορφή πνευματικής ένδειας. Κάποιος άλλος πιθανόν να σας συμβούλευε να αφήσετε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη στην ησυχία τους. Εγώ σας προτρέπω να ασχοληθείτε μαζί τους! Διαβάστε τους! Μελετήστε τους! Ίσως έτσι μάθετε κάτι.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Η Ιστορία γράφεται με αίμα και η παρακμή με αναρτήσεις


Η Ιστορία γράφεται με αίμα και η παρακμή με αναρτήσεις. Και η αλήθεια είναι ότι η νεότερη Ιστορία των ΗΠΑ έχει πράγματι γραφτεί με αίμα: από τη Χιλή, τη Γουατεμάλα, τη Νικαράγουα, τη Γρενάδα και τον Παναμά, μέχρι τη Γιουγκοσλαβία, τη Λιβύη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Βιετνάμ. Εξίσου αληθές είναι ότι η παρακμή της Ευρώπης αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στη στάση των ηγεσιών της απέναντι σε κάθε κρίση - και αποτυπώνεται ακόμη πιο εύγλωττα στη χθεσινοβραδινή ανάρτηση στο Facebook του Έλληνα πρωθυπουργού.

Τί ακριβώς έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Έσπευσε να προσδώσει πολιτική νομιμοποίηση στις αήθεις, καταχρηστικές και παράνομες ενέργειες των ΗΠΑ απέναντι σε μια κυρίαρχη χώρα, με το πρόσχημα της διακίνησης ναρκωτικών. Στην απέλπιδα προσπάθειά του να εναρμονιστεί με τη διακυβέρνηση Τραμπ - ή, για να το πω πιο καθαρά, με μια ντροπιαστική έκφραση υποτέλειας - ο Έλληνας πρωθυπουργός επιδοκιμάζει πρακτικές που υπονομεύουν το διεθνές δίκαιο, εκθέτει για πολλοστή φορά τη χώρα μας και διακινδυνεύει τα δίκαια και τα συμφέροντα του ελληνισμού στο μέλλον, ευθυγραμμιζόμενος με επιλογές ωμής ισχύος που, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφορούν ούτε την ασφάλεια ούτε τα πραγματικά συμφέροντα της Ελλάδας, αλλά εξυπηρετούν ξένες επιδιώξεις και γεωπολιτικούς τυχοδιωκτισμούς. 

Το ζήτημα ήταν και είναι ο Νικολάς Μαδούρο; Όχι, βέβαια. Το ζήτημα ήταν και είναι η “λύτρωση” των Βενεζουελάνων από έναν στυγνό δικτάτορα; Ασφαλώς όχι. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ο πλούτος της Βενεζουέλας και του λαού της. Θα πρέπει να είμαστε πιο υποψιασμένοι από εδώ και στο εξής. Όποιος εξακολουθεί να μιλά για “δημοκρατία” και “ανθρωπισμό” χωρίς να κατονομάζει τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από κάθε πρόθεση ή ενέργεια, είναι απλά υποκριτής. Η δε οποιαδήποτε αναφορά στο διεθνές δίκαιο - το καταλάβαμε όλοι αυτό, θέλω να πιστεύω - δεν είναι παρά ένα ρητορικό σχήμα κενού περιεχομένου, που επιστρατεύεται κατά περίπτωση. Άλλοτε για να δικαιολογήσει και άλλοτε για να αγνοηθεί επιδεικτικά, όταν στέκεται εμπόδιο στα σχέδια κάποιων ισχυρών.

Δυστυχώς, αυτή είναι η ποιότητα της εξωτερικής μας πολιτικής. Μια πολιτική που απαξιώνει την εικόνα της χώρας και υπονομεύει τις διεθνείς της σχέσεις.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Τι πραγματικά είπε ο Ακίλα Σάλεχ για το τουρκολιβυκό μνημόνιο


Τις τελευταίες ώρες διαβάζω πλήθος αναλύσεων και σχολίων που αποτιμούν θετικά την πρόσφατη συνέντευξη του προέδρου της λιβυκής Βουλής, Ακίλα Σάλεχ, στο Λιβυκό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναφορικά με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, τις ελληνολιβυκές σχέσεις και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;

Σύμφωνα με “Το Βήμα”, ο Ακίλα Σάλεχ “αμφισβητεί τη νομική ισχύ της συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης και μιλά για νέο πλαίσιο διαπραγματεύσεων στην Ανατολική Μεσόγειο”. Η διατύπωση αυτή εύλογα δημιούργησε την εντύπωση ότι ο Λίβυος αξιωματούχος αποδίδει στην ελληνική προσέγγιση τον χαρακτήρα μιας πιο ρεαλιστικής οδού επίλυσης. 

Ωστόσο, τα φαινόμενα - ή, για να είμαι ακριβέστερος, τα λεγόμενά του - μάλλον απατούν. Στον λόγο του Ακίλα Σάλεχ διακρίνω το γνώριμο μοτίβο της τουρκικής επιχειρηματολογίας, σε μια πιο “ευέλικτη” και διφορούμενη μορφή. Δεν πρόκειται για κάτι ασυνήθιστο στη διπλωματική πρακτική των μουσουλμάνων, με την ασάφεια να λειτουργεί συχνά ως εργαλείο πίεσης και να θεωρείται διαπραγματευτικό κεφάλαιο.

Ο Σάλεχ γνωρίζει καλά τον ρόλο του και τα όρια της επιρροής του στη λιβυκή πολιτική σκηνή. Γνωρίζει επίσης τη θέση της χώρας του στη διπλωματική σκακιέρα και τη σχετική ισχύ των βασικών παικτών στην περιοχή: της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Τουρκίας. 

Ποιο είναι, λοιπόν, το πραγματικό αντίκρισμα των δηλώσεών του;

Πρώτον, δεν αμφισβητούν στρατηγικά τις τουρκικές θέσεις. Αντιθέτως, κινούνται εντός του ίδιου πλαισίου, απλώς χωρίς την ευθύτητα της Άγκυρας, καθώς μια ανοιχτή ταύτιση θα οδηγούσε σε περαιτέρω διπλωματική απομόνωση. 

Δεύτερον, επιχειρούν - έστω έμμεσα - να ασκήσουν πίεση προς την ελληνική πλευρά, μεταφέροντας τη συζήτηση από το πεδίο της νομιμότητας στο πεδίο της διαπραγμάτευσης.

Τρίτον, αναδεικνύουν τη “λογική” του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου ως αντικείμενο διαλόγου και όχι ως ζήτημα που κλείνει με βάση το διεθνές δίκαιο. 

Και τέταρτον, αποφεύγουν κάθε συγκεκριμένη δέσμευση. Το υπονοούμενο είναι σαφές: “όλα βρίσκονται στο τραπέζι”.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το διαχρονικό πρόβλημα για την ελληνική διπλωματία. Η Ελλάδα προσεγγίζει τα ζητήματα πρωτίστως νομικά. Η Τουρκία - και αρκετοί περιφερειακοί δρώντες - τα προσεγγίζουν διαπραγματευτικά. Και πράττουν αναλόγως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. 

Τί μας είπε, τελικά, ο Ακίλα Σάλεχ; Όχι ότι το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο. Όχι ότι αποδέχεται την ελληνική νομική επιχειρηματολογία αλλά, τίποτε δεν θεωρείται οριστικό και ότι όλα μπορούν να επαναδιατυπωθούν μέσα από μια διαδικασία διαπραγμάτευσης στην οποία “χωρούν όλοι”.

Συμπερασματικά, ο στόχος του στρατοπέδου Χαφτάρ δεν φαίνεται να είναι η ακύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου, αλλά η έμμεση νομιμοποίησή του μέσω μιας αναδιαπραγμάτευσης των όρων του. Και αυτό καλό είναι να το γνωρίζουμε.

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

Η Τουρκία ανάμεσα σε συμβολισμούς και φοβικά σύνδρομα

Pope Leo XIV is welcomed to the presidential palace in Ankara, Turkey, by Turkish President Recep Tayyip Erdogan Nov. 27, 2025, (CNS/Lola Gomez)
Pope Leo XIV is welcomed to the presidential palace in Ankara, Turkey, by Turkish President Recep Tayyip Erdogan Nov. 27, 2025,  (CNS/Lola Gomez)

Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές ο Τούρκος πρόεδρος υποδεχόταν στην Άγκυρα τον Προκαθήμενο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η υποδοχή του ήταν η αναμενόμενη: χαμόγελα, χειραψίες, κόκκινα χαλιά και τιμητικά αγήματα. Η εικόνα αυτή αρκεί για να πείσει τον ανυποψίαστο ότι η Τουρκία ίσως αποτελεί υπόδειγμα θρησκευτικής ανεκτικότητας. Είναι όμως πράγματι έτσι; 

Η Αγία Έδρα δεν είναι μόνο θρησκευτικός θεσμός· είναι και κρατική οντότητα που η Τουρκία υπολογίζει και σέβεται σε αντίθεση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο το οποίο αντιμετωπίζει με ένα μείγμα εθνικιστικών εμμονών, επιφυλακτικότητας, καχυποψίας,  ιστορικών “ευαισθησιών”, νομικών περιορισμών, αλλά και με έκδηλη θρησκευτική και “εθνική” εχθρότητα.  

Το παράδοξο είναι προφανές: το Βατικανό είναι κυρίαρχο κράτος με δομή εκκλησιαστική, πολιτική, οικονομική, διπλωματική και στρατιωτική ενώ το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν διαθέτει τίποτα από αυτά. Είναι ένας θεσμός αποκλειστικά θρησκευτικός που αντιλαμβάνεται τον ρόλο του καθαρά στο πλαίσιο της ποιμαντικής φροντίδας, δηλαδή της πνευματικής καθοδήγησης και στήριξης του ανθρώπου. Δεν διεκδίκησε ποτέ κάτι περισσότερο από το αυτονόητο: το δικαίωμα να υπάρχει ως αυτό που είναι. Κι όμως, για την Τουρκία αποτελεί... “απειλή”. 

Αυτός ο φόβος της μας αποκαλύπτει την πραγματικότητα. Με το Βατικανό η Τουρκία μπορεί και συνομιλεί άνετα επειδή το Βατικανό δεν έχει ρίζες στην Κωνσταντινούπολη. Δεν συμβολίζει κάτι για το παρελθόν της Πόλης, δεν “ενοχλεί” το εθνικό της αφήγημα. Ο Πάπας έρχεται και φεύγει ως επισκέπτης. Το Φανάρι, όμως, είναι κάτι άλλο. Είναι μνήμη. Είναι συνέχεια. Είναι η διαρκής υπενθύμιση ότι η Κωνσταντινούπολη υπήρξε κάποτε το κέντρο της Χριστιανοσύνης στην Ανατολή. Και αυτή η υπενθύμιση δεν αρέσει στους Τούρκους. Αν μπορούσαν, θα εξαφάνιζαν κάθε χριστιανικό και ελληνικό μνημείο που θυμίζει τις ρίζες της Πόλης.  

Όταν λοιπόν οι Τούρκοι αξιωματούχοι μιλούν για “Βατικανό της Ορθοδοξίας στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης που δεν μπορεί να είναι ανεκτό”, δεν φοβούνται την ύπαρξη και λειτουργία ενός ύποπτου κι ανεξέλεγκτου κέντρου ισχύος με δυνητική πολιτική επιρροή. Φοβούνται την δική τους Ιστορία. Την Ιστορία με την οποία είναι μπολιασμένη η γη που σήμερα κατέχουν. 

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι πρόβλημα για την Τουρκία. Είναι μία διαρκής ευκαιρία. Μία ευκαιρία που αδυνατεί να αξιοποιήσει! Είναι ένα πολιτισμικό και διπλωματικό κεφάλαιο που καμία άλλη χώρα στον κόσμο δεν διαθέτει. 

Ας το σκεφτούν καλύτερα. Έχουν στην επικράτειά τους έναν θεσμό που συνομιλεί με κράτη κι Εκκλησίες σε όλο τον κόσμο. Έναν θεσμό που γεφυρώνει Ανατολή και Δύση. Έναν θεσμό με τεράστια ιστορική και πολιτιστική βαρύτητα. Κι όμως, εξακολουθούν να αισθάνονται απειλούμενοι. Συνεχίζουν να προκαλούν, να απαξιώνουν και να καταστρέφουν, υπονομεύοντας οι ίδιοι το κύρος και τη διεθνή τους εικόνα όσο καλά σκηνοθετημένη κι αν είναι.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Το φάντασμα της G-2

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

 

 

Στις 30 Οκτωβρίου, οι πρόεδροι Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ συναντήθηκαν στη Νότια Κορέα. Πριν από τις συνομιλίες, ο Τραμπ έκανε μια δημοσίευση στο Truth Social τονίζοντας «Η G-2 ΘΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΙ ΣΥΝΤΟΜΑ!». Αυτό το φαινομενικά πρόχειρο σχόλιο, φέρει βαρύ ιστορικό φορτίο. 
 
Σηματοδοτεί την επιστροφή - τουλάχιστον ρητορικά - μιας ιδέας που κάποτε προτάθηκε και απορρίφθηκε τόσο από την Ουάσινγκτον όσο και από το Πεκίνο: μια «Ομάδα των Δύο», Κίνας και ΗΠΑ που θα διαχειρίζονται από κοινού τις παγκόσμιες υποθέσεις.
 
Η ιδέα της G-2 εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2005 από τον C. Fred Bergsten (οικονομικό σύμβουλο του Χένρι Κίσινγκερ) και πήρε υπόσταση την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, όταν οι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αναζητώντας σταθερότητα, κάλεσαν το Πεκίνο να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη διάσωση της παγκόσμιας οικονομίας. Διανοούμενοι και αξιωματούχοι (μεταξύ των οποίων και ο Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι, ο ιστορικός Νιλ Φέργκιουσον, ο πρώην πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Ρόμπερτ Ζέλικ κλπ ) πρότειναν την ευρύτερη ιδέα μιας «G-2»: η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο ως κοινοί διαχειριστές της παγκόσμιας τάξης.
 
Ωστόσο, η Κίνα δεν ενδιαφερόταν. Καθοδηγούμενη από την αρχή του taoguang yanghui - διατήρηση χαμηλού προφίλ, δηλαδή κρύψε το ταλέντο σου και άφησε τον χρόνο να περνάει - το Πεκίνο εκείνη την εποχή ήταν επιφυλακτικό απέναντι στην παγκόσμια ηγεσία. Η εστίασή του παρέμεινε εγχώρια: η διατήρηση της ταχείας ανάπτυξης, η διατήρηση της κοινωνικής σταθερότητας και η αποφυγή επαχθών εξωτερικών δεσμεύσεων. Ο τότε πρωθυπουργός Ουέν Ζιαμπάο απέρριψε ρητά αυτό το ενδεχόμενο. «Κάποιοι λένε ότι οι παγκόσμιες υποθέσεις θα διαχειρίζονται αποκλειστικά από την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Νομίζω ότι αυτή η άποψη είναι αβάσιμη και λανθασμένη», δήλωσε το 2009. «Είναι αδύνατο για μερικές χώρες ή μια ομάδα μεγάλων δυνάμεων να επιλύσουν όλα τα παγκόσμια ζητήματα. Η πολυπολικότητα και η πολυμέρεια αντιπροσωπεύουν τη μεγαλύτερη τάση και τη βούληση των ανθρώπων».
 
Αλλά και η Ουάσινγκτον επίσης, δίσταζε για διαφορετικούς λόγους: η αντιμετώπιση της Κίνας ως ισότιμου εταίρου διακινδύνευε την ταχύτατη ανύψωση της παγκόσμιας θέσης του Πεκίνου. Η G-2, λοιπόν, ήταν μια δυτική πρόταση από κάποιους κύκλους, αλλά όχι ένα πολιτικό σχέδιο.
 
Αυτή η εικόνα άλλαξε από τον Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος ανέλαβε την εξουσία το 2012 και σταδιακά εγκατέλειψε το αξίωμα που ίσχυε από την εποχή του Τενγκ Σιάο Πινγκ. Ο Σι πρόβαλε μια Κίνα που δεν ήταν πλέον ικανοποιημένη με το να είναι αποδέκτης κανόνων, αλλά πρόθυμη να διαμορφώσει την παγκόσμια διακυβέρνηση. Η πρότασή του για ένα «νέο είδος σχέσεων μεγάλων δυνάμεων» ήταν ουσιαστικά ως ιδέα του Πεκίνου, παρόμοια με την G-2. Υποστήριζε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως ίσοι, να αποφεύγουν την αντιπαράθεση και να συνεργάζονται για τη σταθεροποίηση της διεθνούς τάξης. Ήταν ουσιαστικά μια G-2 με κινεζικά χαρακτηριστικά.
 
Αλλά τότε, η Ουάσινγκτον δεν ενδιαφερόταν. Η κυβέρνηση Ομπάμα δίσταζε να υιοθετήσει γλώσσα που υπονοούσε ισότητα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, προτιμώντας να παρουσιάσει το Πεκίνο ως «υπεύθυνο ενδιαφερόμενο μέρος» σε μια τάξη πραγμάτων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, παρά ως συν-διαχειριστή. Χωρίς την αμερικανική υποστήριξη, η ιδέα του Σι ξεθώριασε και εξαφανίστηκε αθόρυβα.
 
Μέχρι σήμερα, η έννοια της G-2 φαινόταν ξεπερασμένη. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας επιδεινώθηκαν ραγδαία κατά την πρώτη προεδρία του Τραμπ και ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της προεδρίας Μπάιντεν. Οι ΗΠΑ παρουσίασαν την Κίνα ως τον κύριο στρατηγικό αντίπαλό τους, περιορίζοντας τις ροές τεχνολογίας, ενισχύοντας τις συμμαχίες στην Ασία και προειδοποιώντας για τις φιλοδοξίες του Πεκίνου.
 
Το Πεκίνο, από την πλευρά του, προώθησε την Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», εμβάθυνε τους δεσμούς με τη Ρωσία και τόνισε τις δικές του παγκόσμιες πρωτοβουλίες, όπως τα πλαίσια Παγκόσμιας Ανάπτυξης και Παγκόσμιας Ασφάλειας. Η αμοιβαία καχυποψία κυριάρχησε. Μακράν από το να σκέφτονται την κοινή ηγεσία, οι δύο υπερδυνάμεις φαινόταν κλειδωμένες σε μια μακροπρόθεσμη αντιπαλότητα.
 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αναβίωση του όρου G-2 από τον Τραμπ το 2025 είναι αξιοσημείωτη. Η παρουσίαση της συνάντησής του με τον Σi ως συνάντησης «G-2» σηματοδοτεί, τουλάχιστον, την αναγνώριση της Κίνας ως ισότιμης.
 
Υποδηλώνει όμως μια επιθυμία για μια διμερή συμφωνία, στην οποία η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο διαχειρίζονται από κοινού τις παγκόσμιες υποθέσεις; Πρόκειται για άλλη μια ρητορική ακροβασία του Αμερικανού προέδρου; Μήπως αποτελεί μια προσωρινή βάση για μια συναλλακτική πολιτική, από αυτές που αρέσουν στον Ντόναλντ Τραμπ;
 
Για το Πεκίνο, αυτή η εξέλιξη είναι ευπρόσδεκτη. Σε αντίθεση με το 2008, όταν η Κίνα απέφευγε την παγκόσμια ηγεσία, ο Σι σήμερα την αγκαλιάζει. Η αναγνώρισή της από τον Τραμπ ως μέρος μιας G-2, θα αποτελούσε μια συμβολική επικύρωση του καθεστώτος της Κίνας ως μεγάλης δύναμης, κάτι που η κινεζική ηγεσία δεν κρύβει ότι το επιθυμεί.
 
Ωστόσο, ο εκπρόσωπος της Κίνας Γκούο Τζιακούν δήλωσε ότι, όπως επεσήμανε ο Σι κατά τη διάρκεια της συνάντησης, η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να εμπλακούν σε θετικές αλληλεπιδράσεις στην περιφερειακή και διεθνή σκηνή. Ο κόσμος σήμερα αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις και η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν από κοινού να επιδείξουν την ευθύνη τους ως μεγάλες δυνάμεις και να συνεργαστούν για να επιτύχουν πιο σημαντικά, πρακτικά και ωφέλιμα πράγματα και για τις δύο χώρες και για τον κόσμο.
 
Ο Γκούο Τζιακούν τόνισε ότι η Κίνα ακολουθούσε πάντα μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική ειρήνης. Ως η μεγαλύτερη αναπτυσσόμενη χώρα, εταίρος του Κινήματος των Αδεσμεύτων και μέλος του Παγκόσμιου Νότου, η Κίνα στάθηκε πάντα στο πλευρό της συντριπτικής πλειοψηφίας των αναπτυσσόμενων χωρών και θα συνεχίσει να εφαρμόζει γνήσιο πολυμερισμό, να συνεργάζεται με όλες τις χώρες για τη διασφάλιση του πολυμερούς εμπορικού συστήματος με τον ΠΟΕ στον πυρήνα του, να τηρεί τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τους βασικούς κανόνες των διεθνών σχέσεων, να προωθεί έναν δίκαιο και εύτακτο πολυπολικό κόσμο και μια συμπεριληπτική οικονομική παγκοσμιοποίηση και να εισάγει περισσότερη βεβαιότητα και σταθερότητα στον κόσμο.
 
Σε γενικές γραμμές, είναι πολύ νωρίς για να γίνουν εκτιμήσεις για τις εξελίξεις και ο ένοικος του Λευκού Οίκου δεν φημίζεται για τη σταθερότητα των απόψεων του.

Το σάπιο που επιμένει να κυβερνά

 

Μετά την κατάπτυστη περίοδο διακυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (την οποία, παρεμπιπτόντως, οι νεότεροι δεν έζησαν και δεν γνωρίζουν, ενώ οι παλαιότεροι μάλλον έχουν ξεχάσει), τις ψευδαισθήσεις της εποχής Σημίτη, τις απογοητεύσεις της εποχής Καραμανλή, τις αποτυχίες των Παπανδρέου, Σαμαρά και λοιπών εγκάθετων και διεκπεραιωτών που οδήγησαν την Ελλάδα στη χρεοκοπία – όχι μόνον οικονομική, και σήμερα, την εποχή της εξαπάτησης Μητσοτάκη, πιστεύει στ’ αλήθεια κανείς ότι αυτό που έχουμε ανάγκη είναι ένα νέο κόμμα; Εγώ δεν το πιστεύω. Εκείνο που έχουμε ανάγκη είναι ένα νέο πολιτικό σύστημα. Ένα σύστημα διακυβέρνησης που θα αποκλείει πρόσωπα και νοοτροπίες οι οποίες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχουν ζημιώσει τη χώρα και τους πολίτες της. Αυτή είναι η πρώτη και βασική επισήμανση και δεν λέω (γράφω) κάτι καινούριο.

Εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες βρισκόμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Δεν διαθέτουμε τον πληθυσμό για να διασφαλίσουμε τα όρια του χώρου μας, μάς έχει αφαιρεθεί η οικονομική δυνατότητα να ζούμε αξιοπρεπώς, υπάρχουμε μέσα σε ένα κράτος εχθρικό προς εμάς, δίχως όραμα και δίχως προοπτική. Όσοι είναι βολεμένοι από το σύστημα κάθονται ήσυχα στη γωνιά τους. Όσοι υποφέρουν, σωπαίνουν από φόβο για τις ενδεχόμενες συνέπειες. Και όσοι αντιδρούν, είναι αλλού γι’ αλλού. Η χαρά του Τούρκου δηλαδή.

Κι αφού περί χαράς ο λόγος, απολαμβάνω κι εγώ από τον τηλεοπτικό μου δέκτη τους πανηγυρισμούς και τους εορτασμούς κάθε «επιτυχίας» ή τα συχνά πυκνά gala που μας υπενθυμίζουν τον «πολιτισμό» μας και τη θέση μας στη «Δύση». Όμως, στο τέλος της ημέρας, το αποτέλεσμα για τους πολλούς είναι μηδενικό.

Κάποτε - έτσι λέγεται και γράφεται, πρόσωπα και πολιτικοί σχηματισμοί λειτουργούσαν ως εγγυητές των θεσμών. Και για όσους αισθάνονται ένα ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη, ναι, οι θεσμοί είναι αναγκαίοι για την οργάνωσή μας, τη λειτουργία μας, την ύπαρξή μας ως σύνολο. Ωστόσο, σήμερα κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα για κανέναν. Οι ίδιοι οι θεσμοί έχουν υποκύψει στην ανικανότητα, την ιδιοτέλεια και την απαξίωση. Το δίκαιο κάπου έχει χαθεί στο νόμιμο, η νομιμοποίηση επιδιώκεται μέσα από πληρωμένες δημοσκοπήσεις ή εκδόσεις βιβλίων και η διαχείριση της εικόνας νοείται ως διαχείριση της πραγματικότητας!

Κι όσο αυτό το σάπιο οικοδόμημα παραμένει όρθιο, καμία νέα αρχή δεν μπορεί να σταθεί πάνω του. Οι τρεις εξουσίες έχουν χάσει το ηθικό τους θεμέλιο.

Το «σάπιο» δεν είναι συμβολισμός· είναι η πραγματικότητα!

Το ζητούμενο δεν είναι να αλλάξουμε διαχειριστές, αλλά θεμέλια. Ένα νέο πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να γεννηθεί μέσα από τους ίδιους μηχανισμούς που γέννησαν τη διαφθορά, τη φαυλότητα και τη μετριότητα. Χρειάζεται ένα πλαίσιο που θα στηρίζεται σε πραγματικούς θεσμούς ελέγχου, σε διαφάνεια, σε αξιολόγηση χωρίς εξαιρέσεις και σε λογοδοσία χωρίς αστερίσκους.

Δεν είναι αρκετό να αλλάξουν τα πρόσωπα· πρέπει να αλλάξει η ίδια η λογική της εξουσίας. Κάθε εξουσίας. Η πολιτική πρέπει να ξαναγίνει υπηρεσία. Ο δημόσιος βίος πρέπει να πάψει να είναι χώρος συναλλαγών και να γίνει χώρος ευθύνης. Και το κράτος πρέπει να πάψει να λειτουργεί ως φέουδο των εκάστοτε «ημετέρων» και να γίνει εργαλείο του πολίτη. Όχι δυνάστης του.

Όπως πιθανόν αντιλαμβάνεστε, αυτό το νέο δεν μπορεί να προκύψει με διατάγματα ή με συνθήματα. Ούτε με βιβλία ή συνεντεύξεις. Θα προκύψει όταν εμείς, ως κοινωνία, αποφασίσουμε να το απαιτήσουμε. Όταν επιτέλους πάψουμε να περιμένουμε σωτήρες κι από μηχανής θεούς. Όταν συνειδητοποιήσουμε ότι η ψήφος είναι πράξη συνείδησης. Όταν η αλήθεια αποκτήσει ξανά αξία μεγαλύτερη από την επικοινωνία.

Διαφορετικά, κάθε νέο κόμμα, όσο «καινοτόμο» κι αν φαίνεται, θα καταλήγει να υπηρετεί το ίδιο (διε)φθαρμένο σύστημα. Ή πώς το λέμε αλλιώς…; μια τρύπα στο νερό.

P.S.: Όταν ακούω έλληνες πολιτικούς να διατείνονται ότι δρουν με γνώμονα το καλό της πατρίδας δεν οργίζομαι. Γελάω! Είναι τόσο γελοίος αυτός ο ισχυρισμός όσο κωμική μπορεί να είναι μία επιθεώρηση του Σεφερλή στο Δελφινάριο.