Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμυντική πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμυντική πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Άγκυρα 2026: Συνεργασία ή πολιτικός αυτοματισμός;

 


Η χθεσινή σύγκληση του 6ου - ας πούμε - Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα αποτυπώνει την προσπάθεια των δύο ηγεσιών να περιλάβουν τις μακροχρόνιες διαφορές τους σε ένα αφήγημα ελεγχόμενης συνεργασίας. Η προσπάθεια αυτή, όσο διπλωματική και αν εμφανίζεται, διατηρεί στον πυρήνα της ανέπαφες τις δομικές λογικές που εδώ και δεκαετίες επιβαρύνουν και τις δύο κοινωνίες.

Από τη μία πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε την προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο και την ανάγκη άρσης απειλών· από την άλλη, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε τα προβλήματα “πολύπλοκα αλλά όχι ανυπέρβλητα”. Τα κείμενα συνεργασίας και οι συμφωνίες σε τεχνικούς τομείς - πολιτισμός, τεχνολογία, μεταφορές - μπορούν να αξιολογηθούν θετικά, αλλά λειτουργούν κυρίως ως βαλβίδες αποσυμπίεσης και όχι ως ουσιαστική διαμόρφωση ενός πλαισίου συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης.

Το κύριο εμπόδιο του εγχειρήματος βρίσκεται στο ίδιο το πολιτικό αφήγημα που παρουσιάζει την ένταση ως μόνιμη δυνατότητα και σχεδόν φυσική κατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αυτό το αφήγημα δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην επίλυση διαφορών, αλλά στη διατήρηση ενός ελεγχόμενου φόβου, πολιτικά χρήσιμου και για τις δύο πλευρές. Όσο η όποια ενδεχόμενη σύγκρουση αντιμετωπίζεται ως “μοιραία”, “αναπόφευκτη” και διαρκώς μετατιθέμενη στο απροσδιόριστο μέλλον, τέτοιες συναντήσεις κινδυνεύουν να περιοριστούν στη διαχείριση ενός χρόνιου αδιεξόδου.

Η πραγματική πολιτική τόλμη δεν θα κριθεί από τον αριθμό των συμφωνιών ή των δηλώσεων καλής θέλησης, αλλά από το αν αμφισβητηθεί έμπρακτα η αντίληψη ότι η κρίση αποτελεί φυσικό νόμο και όχι αποτέλεσμα συγκεκριμένων, αναστρέψιμων πολιτικών επιλογών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως πιθανόν θα παρατηρούσε εύστοχα ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ: ουδέν νεώτερο από το Ανατολικό Μέτωπο.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Καλή πίστη με απειλή πολέμου

 

 

Λίγο πριν από τη γνωστοποίηση της ημερομηνίας συνάντησης του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο από την τουρκική προεδρία, κύκλοι του τουρκικού υπουργείου Άμυνας διέρρεαν στον τουρκικό Τύπο την επίσημη απάντηση της Άγκυρας στις πρόσφατες δηλώσεις του Έλληνα υπουργού Άμυνας και τις τοποθετήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού για το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, καθώς και για την προσήλωση της Αθήνας στους κανόνες του διεθνούς δικαίου στην προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας.

Η Τουρκία επανέλαβε για ακόμη μία φορά τη διαφωνία της με τις ελληνικές θέσεις, υποστηρίζοντας ότι “μονομερείς” ενέργειες δεν συνάδουν - κατά την άποψή της - με το ισχύον διεθνές νομικό πλαίσιο, χωρίς βέβαια να διευκρινίζει ποιο είναι αυτό το “διεθνές νομικό πλαίσιο”.

Η ανακοίνωση της Τουρκίας, η οποία σημειωτέον δεν έχει καταγραφεί ή δημοσιοποιηθεί επίσημα από το Υπουργείο Άμυνας της χώρας, τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή, διατυπώθηκε ως εξής:

Η στάση της χώρας μας απέναντι στις δηλώσεις Ελλήνων πολιτικών σχετικά με την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο Πέλαγος στα 12 ναυτικά μίλια είναι σαφής. Ως Τουρκία, υποστηρίζουμε ότι μια δίκαιη, ισότιμη και σύμφωνη με τις αρχές του διεθνούς δικαίου κατανομή θαλάσσιας δικαιοδοσίας στο Αιγαίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από αμοιβαίο διάλογο και καλή πίστη. Οι μονομερείς ενέργειες, ισχυρισμοί και δηλώσεις της Ελλάδας, οι οποίες αγνοούν τις υφιστάμενες διαφορές και παραβιάζουν τα δικαιώματα της τουρκικής πλευράς, είναι αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο και απαράδεκτες. Οι δηλώσεις αυτές δεν παράγουν καμία νομική συνέπεια για τη χώρα μας. Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, στο πλαίσιο της αντίληψης της “Γαλάζιας Πατρίδας”, συνεχίζουν με αποφασιστικότητα και σταθερότητα την αποστολή τους για την προστασία κάθε δικαιώματος και συμφέροντος της χώρας μας στις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της.

Η αξιολόγηση της τουρκικής αυτής αντίδρασης από την ελληνική πλευρά - και κυρίως από αναλυτές και δημοσιογράφους - δεν είναι η ενδεδειγμένη. Ούτε λίγο ούτε πολύ, όλοι μας λένε ότι εντάσσεται στο συνήθη κύκλο δηλώσεων και αντιδηλώσεων. Ωστόσο, από την ανακοίνωση προκύπτουν δύο βασικά ερωτήματα: Πρώτον, γιατί επέλεξε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας να τοποθετηθεί αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Δεύτερον, γιατί η αντίδραση προήλθε από το Υπουργείο Άμυνας και όχι από το Υπουργείο Εξωτερικών ή την Προεδρία της Δημοκρατίας;

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Άγκυρα φαίνεται να επιχειρεί να στείλει μηνύματα σε πολλαπλούς αποδέκτες: στο εσωτερικό της κοινό, στο ΝΑΤΟ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Αθήνα, ενώ παράλληλα θέτει το ζήτημα της διαφορετικής αντίληψης σε ένα πλαίσιο αποτροπής και στρατιωτικής ετοιμότητας.

Η επιλογή του Υπουργείου Άμυνας είναι επίσης στρατηγική: μετατοπίζει συνειδητά οποιαδήποτε διαφορά από το διπλωματικό στο αποτρεπτικό πεδίο, ενεργοποιεί συμβολικά τις Ένοπλες Δυνάμεις και υποβαθμίζει τον διάλογο σε καθαρά τυπική διαδικασία.

Η περαιτέρω ανάλυση του κειμένου αποκαλύπτει επιμέρους επιδιώξεις:

  • Επιχειρεί να ακυρώσει τον νομιμοποιητικό λόγο των ελληνικών πολιτικών (βλέπε Υπουργό Εθνικής Άμυνας) και να υποβαθμίσει τον ρόλο του Έλληνα πρωθυπουργού.
  • Προσπαθεί να μετατρέψει το κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση έως τα 12 μίλια σε ζήτημα διαπραγμάτευσης.
  • Θέτει όρους και προϋποθέσεις για οποιαδήποτε συζήτηση.
  • Αποποιείται την ευθύνη για την όποια ένταση, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως την πλευρά που “δημιουργεί προβλήματα”.
  • Επικαλείται γενικά και αόριστα νόμιμα και ηθικά δικαιώματα χωρίς να τα εξειδικεύει.
  • Συνδέει τη στρατιωτική της ισχύ με το εθνικό της ιδεολόγημα και αφήνει ανοικτή την απειλή χρήσης βίας αν κι εφόσον η Ελλάδα “τολμήσει” να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. 

Και επειδή οι τούρκοι μιλούν για “καλή πίστη” θα πρέπει να επισημανθεί ότι - πράγματι, η επίλυση διαφορών προϋποθέτει θεμελιωδώς την τήρηση της αρχής της καλής πίστης. Η ιστορική εμπειρία και οι σύγχρονες εξελίξεις θέτουν υπό αμφισβήτηση κατά πόσον η Τουρκία έχει ποτέ επιδείξει τέτοια καλή πίστη.

Μπορεί η συστηματική πρόκληση στρατιωτικών και διπλωματικών επεισοδίων στο Αιγαίο και αλλού όπως στα χερσαία μας σύνορα στον Έβρο κατά το πρόσφατο παρελθόν να ερμηνευτεί ως ένδειξη καλής πίστης;

Είναι η διατήρηση ενός casus belli απέναντι στη νόμιμη άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας συμβατή με τις αρχές της ειρηνικής επίλυσης διαφορών; Παρομοίως, μπορούν οι απόπειρες δημιουργίας faits accomplis - μέσω παραβιάσεων του εναέριου χώρου, εργαλειακής εκμετάλλευσης των μεταναστευτικών ροών ή μονομερών μέτρων αντίθετων στο καθιερωμένο διεθνές δίκαιο - να θεωρηθούν εκδηλώσεις καλής πίστης;

Η καλή πίστη δεν αποτελεί ρητορική ή διακηρυκτική δέσμευση· αποδεικνύεται μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες. Ο σεβασμός στις διεθνείς συνθήκες, η αποφυγή απειλών και προκλήσεων, η γνήσια συμμετοχή σε διάλογο χωρίς καταναγκασμό και η τήρηση κανόνων που δεσμεύουν όλα τα κράτη συνιστούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Ελλείψει αυτών, οποιαδήποτε επίκληση διαλόγου καθίσταται κενή περιεχομένου, ενώ η ευθύνη για το όποιο αδιέξοδο βαρύνει το μέρος που προτάσσει την κλιμάκωση έναντι της συμμόρφωσης με το διεθνές δίκαιο.

Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα της καλής πίστης δεν είναι απλώς θεωρητικό ή ηθικό. Συνιστά πρακτική προϋπόθεση για οποιαδήποτε νόμιμη, δίκαιη και νομικά θεμελιωμένη επίλυση της όποιας διαφοράς. Χωρίς αποδεικτέα τήρηση της καλής πίστης, η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και των αρχών της ισότητας καθίσταται αδύνατη, ενώ ο ίδιος ο διάλογος κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την προώθηση μονομερούς πλεονεκτήματος, αντί για την επίτευξη λύσης.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ίμια 1996: Όταν η Ελλάδα δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της


Η κρίση των Ιμίων παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και οδυνηρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ήταν μια δοκιμασία που ανέδειξε τα όρια της πολιτικής, της διπλωματικής και της στρατιωτικής ικανότητας της χώρας μας, εξελίχθηκε σε τραγωδία και έφερε στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, βαθιά και διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. Σε κρίσιμες στιγμές αποκαλύφθηκαν η πολιτική ανεπάρκεια, η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και η θεσμική αδυναμία να καλυφθούν αυτή η έλλειψη και αυτή η ανεπάρκεια, με καθοριστικό τον ρόλο του τότε πρωθυπουργού, του υπουργού των Εξωτερικών και του υπουργού Εθνικής Άμυνας να αδυνατούν να υπερασπιστούν έμπρακτα την εθνική μας κυριαρχία, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε ευθέως.

Η αδιαμφισβήτητη ελληνική κυριαρχία και η κατασκευή των “γκρίζων ζωνών”

Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που διατύπωσε αργότερα η Τουρκία, τα Ίμια βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό αναντίρρητη ελληνική κυριαρχία, όπως αυτή καθορίζεται σαφώς από τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και κυρίως από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), με την οποία η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα “εν πλήρει κυριαρχία” ολόκληρη τη Δωδεκάνησο μαζί με τις παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες.

Πριν από το 1996, η ελληνική κυριαρχία στα Ίμια ήτα αναγνωρισμένη σε διεθνείς χάρτες, επίσημα έγγραφα, διπλωματικές αλληλογραφίες και στην ίδια τη μακροχρόνια και αδιαμφισβήτητη άσκηση κυριαρχίας. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών επινοήθηκε εκ των υστέρων από την Άγκυρα ως εργαλείο αναθεωρητισμού και διπλωματικής πίεσης, και εμείς, ακόμη και σήμερα, ανόητα και ακατανόητα της προσδίδουμε νομιμοποίηση με την αναπαραγωγή της - βλέπε Μακάριος Λαζαρίδης, ΝΔ, Βουλή των Ελλήνων, Ιανουάριος 2026.

Η Τουρκία κατασκεύασε γεγονότα με σκηνοθετική μαεστρία, προκειμένου να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά της Ελλάδας και τα βρήκε απογοητευτικά αδύναμα. Αντί για αποφασιστικότητα, συνάντησε φοβικότητα. πολιτική φοβικότητα.

Η πολιτική και στρατιωτική διαχείριση της κρίσης - Πρόσωπα και ευθύνες

Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης αποδείχθηκε ανίκανος να διαχειριστεί μια κρίση εθνικής σημασίας όχι απλώς σε επίπεδο τακτικών χειρισμών, αλλά κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής αντίληψης. Αντί να χαράξει μια σαφή εθνική γραμμή και να τραβήξει ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές, επέλεξε να διαχειριστεί τον προσωπικό του φόβο και το πολιτικό κόστος.

Ο υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος απέτυχε να υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις. Η διπλωματία χρησιμοποιήθηκε ως μηχανισμός εκτόνωσης. Η αποδοχή της φόρμουλας “no ships, no flags, no troops” αν και από ορισμένους θεωρήθηκε “αξιοπρεπής” συμβιβασμός, δεν ήταν παρά σιωπηρή αποδοχή της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και εδραίωση της λογικής των γκρίζων ζωνών.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο συντονισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, καθιστώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις χωρίς καθοδήγηση. Η ασάφεια των εντολών και η έλλειψη ενιαίου επιχειρησιακού πλαισίου οδήγησαν σε πλήρη ακινησία, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Ακόμη κι αν διαφωνεί ή απορρίπτει κανείς αυτές τις αξιολογήσεις, οφείλει να παραδεχτεί ότι η διαχείριση της κρίσης από τα τρία αυτά συγκεκριμένα πρόσωπα είναι αμφιλεγόμενη. Τα γεγονότα δείχνουν σαφώς ότι ελήφθησαν αποφάσεις που επηρέασαν την εξέλιξη της κρίσης, ωστόσο η αξιολόγηση της ικανότητας και της αποτελεσματικότητάς τους παραμένει ζήτημα υποκειμενικό. Η προσωπική κρίση του καθενός διαμορφώνεται από παράγοντες όπως η πολιτική του τοποθέτηση, η ιστορική γνώση, η πρόσβαση σε πληροφορίες ή η εκτίμηση για το τι συνιστά επιτυχία ή αποτυχία. Εγώ δεν καταγράφω την ιστορία. Την άποψή μου εκφράζω σύμφωνα με όσα γνωρίζω και με ό,τι αισθάνομαι. Και συνεχίζω...

Τούρκοι καταδρομείς πάτησαν σε ελληνικό έδαφος, η ελληνική σημαία αποσύρθηκε υπό “… αδιευκρίνιστες” συνθήκες, και ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού συνετρίβη, παρασύροντας στον θάνατο τους αξιωματικούς Χριστόδουλο Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκο και Έκτορα Γιαλοψό. Εκείνο το βράδυ, η Ελλάδα δεν έχασε απλώς ένα ελικόπτερο και τρεις αξιωματικούς· έχασε την αυτοπεποίθησή της, το ηθικό της, την εθνική της αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ χάσαμε την ψυχή μας!

Η κυβέρνηση επέλεξε τον δρόμο της “αποκλιμάκωσης πάση θυσία”, μετατρέποντας μια εθνική πρόκληση σε στρατηγική υποχώρηση. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, παρότι επιχειρησιακά έτοιμες και αποφασισμένες να εκτελέσουν το καθήκον τους, καθηλώθηκαν από μια ηγεσία που δεν είχε ούτε σχέδιο, ούτε θάρρος, ούτε αποφασιστικότητα.

Στο σηνμειό αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι και ο Α/ΓΕΕΘΑ φέρει σοβαρές ευθύνες για τη σύγχυση και την αποδιοργάνωση που επικράτησαν κατά τη διαχείριση της κρίσης. Οι ευθύνες αυτές δεν περιορίζονται μόνο σε επιμέρους χειρισμούς. Εκ των υστέρων προκύπτει ότι δεν υπήρχε προκαθορισμένο πλαίσιο αντιμετώπισης ενός τέτοιου σεναρίου. Σε κάθε περίπτωση, είτε η στρατιωτική ηγεσία δεν παρείχε στην πολιτική ηγεσία πλήρη, σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα της κατάστασης, είτε αποδέχθηκε πολιτικές αποφάσεις χωρίς να προβάλει την αναγκαία και θεσμικά επιβεβλημένη στρατιωτική αντίρρηση.

Όπως πιθανόν γίνεται κατανοητό, στρατιωτική ισχύς χωρίς σχέδιο και πολιτική βούληση εκμηδενίζεται.

Οι συνέπειες της κρίσης των Ιμίων και η διαρκής τουρκική αμφισβήτηση

Τριάντα χρόνια μετά, το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Το χρονικό των Ιμίων αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της τουρκικής στρατηγικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Οι υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου, οι παράνομες NAVTEX, οι αξιώσεις περί αποστρατικοποίησης και το τουρκολιβυκό μνημόνιο ακόμη, εδράζονται στην ίδια λογική: η Ελλάδα δεν θα αντιδράσει δυναμικά. Η Τουρκία έμαθε το 1996 ότι μπορεί να δημιουργεί τετελεσμένα με χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Εμείς, αντίθετα, φαίνεται ότι δεν διδαχθήκαμε τίποτα.

Η δημοσιογραφική έρευνα ως τώρα δεν κατάφερε και πολλά. Όσοι από τους πρωταγωνιστές παραμένουν εν ζωή, αποφεύγουν να αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα και αρνούνται κάθε ευθύνη. Φάκελοι παραμένουν κλειστοί, μισοφαγωμένοι από τον σκόρο και τη σκόνη. Καθοριστικής σημασίας αποφάσεις δεν εξηγήθηκαν ποτέ επαρκώς και, αντί για αυτοκριτική, επιλέχθηκε η ανακατασκευή της μνήμης... Ένα, όμως, είναι βέβαιο: η πολιτική ηγεσία της εποχής προσέφερε κάκιστες υπηρεσίες στην πατρίδα, εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες, σε ηθική και πατριωτική ανεπάρκεια, καθώς και σε διαχειριστική ανικανότητα.

Υπάρχει και μία ακόμη δυσάρεστη βεβαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, γνώριζαν ότι επίκειται τουρκική στρατιωτική ενέργεια στο Αιγαίο και δεν έπραξαν τίποτα ουσιαστικό για να την αποτρέψουν. Αντιθέτως, λειτούργησαν ως “διαμεσολαβητής ίσων αποστάσεων”, εξισώνοντας τον θύτη με το θύμα. Για την Ελλάδα, αυτό δεν ήταν κάτι νέο. Ήταν μια επανάληψη της ιστορίας. Όπως συνέβη και στην Κύπρο. Επιπλέον, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες έκτοτε, η αμερικανική παρέμβαση δεν αποκατέστησε το status quo ante ξεκάθαρα υπέρ της Ελλάδας.

Σύμφωνα με όσους υπερασπίζονται τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης το 1996, η κρίση των Ιμίων εκτυλίχθηκε σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, όπου οποιαδήποτε στρατιωτική αντίδραση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και γενικευμένη ελληνοτουρκική σύρραξη. Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα, παρά το δίκαιο των θέσεών της, δεν διέθετε την πολυτέλεια ενός πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες για την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και τη διεθνή της θέση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο εσωτερικής πολιτικής αστάθειας και διεθνούς ρευστότητας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Κατά τη λογική αυτή, η επιλογή της αποκλιμάκωσης, έστω και με επώδυνους συμβιβασμούς, θεωρείται πράξη ευθύνης και όχι δειλίας, και δημιούργησε χώρο για διπλωματικές πρωτοβουλίες και διεθνή παρέμβαση, στοχεύοντας στην αποτροπή ενός πολέμου που θα μπορούσε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο οδηγώντας τη χώρα σε περιπέτειες χωρίς σαφή στρατηγικό όφελος.

Ιστορική αποτίμηση και οι συνέπειες των επιλογών

Η Ιστορία ούτε ξαναγράφεται, ούτε ξεχνάει. Τα έργα του καθενός είναι εκεί, αδιάψευστοι μάρτυρες των επιλογών που έγιναν και της πολιτικής νοοτροπίας που τις υπαγόρευσε. Η “μικρά πλην έντιμος Ελλάς” οδηγήθηκε σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Γιατί; διότι για τους πολιτικούς μας ινστρούχτορες η διπλωματία και η πολιτική αποτελούν πεδίο συμβιβασμών και τακτικισμών, ακόμα και εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε την αλήθεια: η Ελλάδα, ακόμη και όταν διαθέτει ισχύ, δεν διαθέτει πάντα τη βούληση να την χρησιμοποιήσει.

Όμως, η εθνική κυριαρχία δεν είναι δεδομένη. Απαιτεί σαφή προσανατολισμό και στρατηγική, αποφασιστική ηγεσία, επιχειρησιακή εγρήγορση και προβολή ισχύος επί του πεδίου. Δεν αρκούν τα λόγια, οι δηλώσεις ή οι συμβολισμοί. Η πατρίδα μας έχει πληρώσει βαρύ τίμημα για τη δειλία, την ατολμία και την ανικανότητα ορισμένων, και η Ιστορία δεν συγχωρεί! Σε κάθε ιστορική στιγμή, σε κάθε ευκαιρία καλούμαστε να δείξουμε ποιοι είμαστε και πώς επιτρέπουμε να μας καθορίζουν οι περιστάσεις.

Η Ελλάδα των Ιμίων ήταν μια χώρα που, εκείνη τη νύχτα, δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της και εμεις αποδειχθήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Το αυτονόητο δεν είναι πρόκληση

 

illustration by christosmoiss

Η απάντηση στο καταληκτικό ερώτημα της προηγούμενης ανάρτησης είναι αρνητική - για να κάνω και την απαραίτητη σύνδεση. Και είναι αρνητική, διότι η ενασχόληση με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε κάθε επίπεδο, είναι πρωτίστως ζήτημα αντίληψης.

Κάθε φορά που η Ελλάδα υπενθυμίζει τα αυτονόητα, η Άγκυρα αντιδρά σαν να πρόκειται για αιφνιδιασμό. Οι προχθεσινές δηλώσεις του Νίκου Δένδια δεν ήταν ούτε απειλή ούτε πρόκληση. Ήταν μια ψύχραιμη υπενθύμιση μιας θεμελιώδους αρχής: τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν απαιτούν άδεια για να ασκηθούν.

Η επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια δεν είναι ελληνική “ιδιοτροπία”. Είναι δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και ασκείται από τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών παγκοσμίως. Το να παρουσιάζεται αυτό ως “πρόκληση” λέει περισσότερα για εκείνον που το καταγγέλλει παρά για εκείνον που το ασκεί.

Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η πραγματική πηγή έντασης στο Αιγαίο είναι το casus belli που διατηρεί η Τουρκία εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Πρόκειται για μια θεσμοθετημένη απειλή πολέμου απέναντι σε ένα απολύτως νόμιμο δικαίωμα ενός άλλου κράτους.

Η ελληνική στάση είναι ξεκάθαρη: διάλογος, ναι· διάλογος υπό απειλή, όχι. Η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται υπό καθεστώς εκβιασμού, ούτε αναστέλλει δικαιώματα για να κατευνάσει αναθεωρητισμούς. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει ειλικρινής συζήτηση όσο η μία πλευρά διατηρεί στο τραπέζι τη χρήση βίας ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.

Αν η Τουρκία επιθυμεί πράγματι σταθερότητα και συνεργασία, η λύση είναι εξίσου ξεκάθαρη: άρση του casus belli, ρητή δέσμευση στους διεθνείς κανόνες που η ίδια επικαλείται κατά το δοκούν και έναρξη διαλόγου αποκλειστικά επί της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, με τελικό κριτή το Διεθνές Δικαστήριο.

Όποιος πιστεύει στο δίκαιο δεν φοβάται το δικαστήριο.
Όποιος πιστεύει στις απειλές φοβάται τον κανόνα.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

NAVTEX και γεωπολιτικό παιχνίδι

 



Τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων - τέτοιες μέρες ήταν - το Αιγαίο εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την επιμονή της Τουρκίας να δημιουργεί τετελεσμένα. Οι πρόσφατες τουρκικές NAVTEX μακράς διάρκειας δεν είναι απλές ανακοινώσεις προς ναυτιλλομένους. Πρόκειται για την εφαρμογή μιας ευρύτερης στρατηγικής που επιδιώκει να παγιώσει την αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, μετατρέποντας ένα εργαλείο ασφάλειας σε μέσο γεωπολιτικής πίεσης.
 
Αν κάτι μάθαμε από την κρίση των Ιμίων, είναι ότι οι κρίσεις στο Αιγαίο δεν ξεσπούν ξαφνικά. Χτίζονται σταδιακά, μέσα από πρακτικές “χαμηλής έντασης” που επιχειρούν να κανονικοποιήσουν την αμφισβήτηση. Σήμερα, οι NAVTEX λειτουργούν ως σύγχρονη εκδοχή αυτής της τακτικής, με γραμμές και δεσμεύσεις στη θάλασσα. Δεν χρειάζονται ούτε σημαίες - για να τις πάρει ο άνεμος - ούτε βράχοι για αναρρίχηση, ούτε κατσίκες για βοσκή.
 
Γιατί, λοιπόν, πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν πρέπει να το αφήνουμε να περνάει στα ψιλά;
 
Η Τουρκία χρησιμοποιεί τις NAVTEX για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δρα νόμιμα, αφού η NAVTEX είναι διεθνώς αναγνωρισμένη διαδικασία. Μέσω αυτών επιχειρεί να προωθήσει τα δικά της νομικά και πολιτικά επιχειρήματα για τα όρια στο Αιγαίο, χωρίς να χρειάζεται διπλωματική συμφωνία με την Ελλάδα. 
 
Επιπλέον, η έκδοσή τους λειτουργεί ως πλατφόρμα νομιμοποίησης εντός του ΝΑΤΟ, καθώς παρουσιάζονται ως τυπική στρατιωτική δραστηριότητα, ενώ στην πραγματικότητα αμφισβητούν κυριαρχικά δικαιώματα συμμαχικής χώρας. Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία επιχειρεί να δείξει ότι δεν παραβιάζει διεθνείς κανόνες, ενώ ταυτόχρονα κανονικοποιεί την αμφισβήτηση ελληνικών νησιών.
 
Η έκδοση αντι-NAVTEX απαντά σε επίπεδο αναγγελίας, αλλά λύνει άραγε το πρόβλημα;

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022

Χάρτες και παραχαράκτες


Σύμφωνα με του τούρκους, η Ψέριμος βρίσκεται “εντός” τουρκικών χωρικών υδάτων και “εξαιρείται” από το “γενικό καθεστώς” που “διέπει” τα Δωδεκάνησα! Ακόμη κι αν τους πετάξεις στα μούτρα τους δικούς τους επίσημους χάρτες*, όπως αυτόν που συνοδεύει το κείμενο, εκείνοι συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να παίζουν το βιολί τους. Και δεν θα σταματήσουν παρά μόνον αν τους δείξουμε “στο πεδίο” ό,τι γνωρίζουν αλλά επιμένουν να παραγνωρίζουν: την ισχύ μας σήμερα. 
 

Η κυβέρνηση (και παρά την απέχθειά μου στο μητσοτακέϊκο και την διαφωνία μου στα υπόλοιπα θέματα πολιτικής διαχείρισης) φαίνεται ότι σε γενικές γραμμές κάνει πολύ καλή δουλειά γι’ αυτό και οι τούρκοι έχουν γίνει …τούρκοι :)

Η ιδανική περίπτωση για τους γείτονές μας, θα ήταν μια Ελλάδα σημιτικής αντίληψης, νοοτροπίας και συμπεριφοράς. Υποχωρητική, ενδοτική, συμβιβασμένη, δουλοπρεπής. Αυτή την Ελλάδα θέλουν και πολλοί εσωτερικό… τα απομεινάρια μιας περιόδου που την πληρώσαμε με πολύ αίμα και πόνο.
 
Κανείς δεν θέλει τον πόλεμο. Κανείς δεν επιδιώκει την σύγκρουση. Κανείς λογικός! Επίσης, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Ωστόσο, αν οι φίλοι μας οι τούρκοι επιμένουν να “κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο”, ας υπολογίσουν προηγουμένως τι τους περιμένει… σημειωτέον, στην τουρκική και ισλαμική ηθική, η ζωή δεν έχει καμία αξία. Αυτή είναι και μία σημαντική και ουσιαστική πολιτισμική διαφορά ανάμεσά μας. 
 
* Επίσημος χάρτης εναέριας κυκλοφορίας στο Αιγαίο – περιλαμβάνεται στην ετήσια έκθεση του τουρκικού Υπουργείου των Εξωτερικών (1963).
 

Σάββατο 4 Ιουνίου 2022

Η ουτοπία της κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας

Credits The Ventotene Lighthouse ® 2020. All rights reserved.
 

Το τέλος του 2ου Π.Π. βρήκε τον ευρωπαϊκό χώρο ρημαγμένο από την καταστροφή και τον όλεθρο και τους ευρωπαϊκούς λαούς εξουθενωμένους, να προσπαθούν να ξαναβρούν την ελπίδα που είχε χαθεί κατά τη διάρκειά του. Ο κόσμος μας, όπως τον αναγνωρίζαμε, πραγματικός και ιδεατός, είχε πια καταρρεύσει και οι συνθήκες και οι πρακτικές που έως τότε ήταν δοκιμασμένες και γνωστές, δεν ανταποκρινόταν πλέον στην νέα πραγματικότητα.

Έτσι, το όραμα ενός ενιαίου χώρου με ειρήνη, ασφάλεια, συνεργασία, συνεννόηση, ευημερία και προοπτική για όλους ανεξαιρέτως, εκβιάστηκε από την ανάγκη - κυρίως όμως, από τον τρόμο που βίωσαν οι παππούδες μας.

Τα προσκόμματα της ευρωπαϊκής αυτοτέλειας

Ήρθε επίσης ως αντιστάθμισμα στην επιδίωξη των Ηνωμένων Πολιτειών να έχουν λόγο και ρόλο στα εσωτερικά ζητήματα των εταίρων και συμμάχων τους αλλά, και στην επιμονή τους για αξιοποίηση του ηττημένου γερμανικού στρατιωτικού/πολιτικού/επιστημονικού δυναμικού στο πεδίο που ονομάστηκε κι είναι ευρέως γνωστό ως «ψυχρός πόλεμος».

Όπως έχει επισημανθεί και σε προηγούμενο άρθρο μου[1], οι αμερικανοί δεν μπορούσαν να εννοήσουν τον κοινωνικό και πολιτισμικό πλουραλισμό της γηραιάς ηπείρου, ούτε και την αυτονομία των ευρωπαίων, ούτε καν τις εύλογες ενστάσεις κι ανησυχίες τους, και τους αντιμετώπιζαν καχύποπτα κι ανταγωνιστικά καθώς, το καθαρό κι αυθεντικό ευρωπαϊκό αφήγημα στον πυρήνα του, αμφισβητούσε - κι αμφισβητεί - την ηγεμονία τους και προσβλέπει σε μία εταιρική σχέση μαζί τους ειλικρινή και ισότιμη.

Οι ευρωπαίοι, ορθά σκεπτόμενοι και παρά τις όποιες διαφορές ανάμεσά τους, δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να παραχωρηθούν «διευκολύνσεις» και «προνόμια» στην Γερμανία, δεν ήθελαν μια ισχυρή Γερμανία κι ούτε επιθυμούσαν να μπουν σε νέες περιπέτειες κάποια στιγμή στο μέλλον. Κι είχαν δίκιο! Έσπευσαν λοιπόν να καταστρώσουν τα δικά τους εναλλακτικά σχέδια.

Το 1952 υπεγράφη από τις κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Ιταλίας, του Βελγίου, του Λουξεμβούργου, της Ολλανδίας και της τότε Δυτικής Γερμανίας, η Συνθήκη περί κοινής ευρωπαϊκής άμυνας[2], με αντικειμενικό σκοπό τη συγκρότηση ευρωπαϊκού στρατεύματος υπό κοινή διοίκηση. Συνθήκη η οποία παρέμεινε στα χαρτιά, κυρίως με ευθύνη των Γάλλων που επιθυμούσαν πλήρη άσκηση της εθνικής τους κυριαρχίας ούτως, ώστε διασφαλίζεται η εδαφική τους ακεραιότητα.[3]

Υπήρξαν κι άλλοι λόγοι όπως, η απροθυμία του Ηνωμένου Βασιλείου να συμμετέχει στο όποιο σχήμα ή οι πολιτικές ζυμώσεις στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών χωρών. Η Ευρώπη δεν ήταν έτοιμη. Εντούτοις, υπήρξαν κι άλλες προσπάθειες, πολύ ή λιγότερο φιλόδοξες και αρκετές ήταν εκείνες οι φορές που επιτεύχθηκαν δύσκολοι συμβιβασμοί.

Ωστόσο, η Ιστορία επιβεβαιώνει ότι κάθε κίνηση, κάθε πρωτοβουλία ή κάθε εγχείρημα που δοκιμάζεται χάριν περιστάσεων ή ειδικών συμφερόντων, είναι καταδικασμένη να αποτύχει εφόσον δεν θεμελιώνεται σε μία ισχυρή κι ομοιογενή βάση, και η εικόνα της μεταπολεμικής Ευρώπης ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη που έχουμε σήμερα.

Από τότε, βέβαια, πέρασε μισός και πλέον αιώνας. Τα πράγματα άλλαξαν, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά. Κυρίως οικονομικά. Μιλούμε πλέον για Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι για ευρωπαϊκό χώρο και οι πολιτικές και οι αποφάσεις των συλλογικών οργάνων της Ένωσης έχουν άμεσο αντίκτυπο σε εθνικό επίπεδο.

Παρ’ όλα αυτά ζούμε και μαζί και χώρια. Συχνά παρατηρούνται και μάλιστα όχι αναίτια, συγκρούσεις συμφερόντων κι αντιπαραθέσεις που αφαιρούν και δεν προσθέτουν.

Βάσιμος σκεπτικισμός

Η παραγωγή πολιτικής και η λήψη των αποφάσεων συντελούνται σχεδόν πάντα με τρόπο αδιαφανή κι αμφισβητήσιμο, ενδεικτικό της πολυπλοκότητας και της δυσλειτουργικότητας των ευρωπαϊκών πολιτικών δομών να ανταπεξέλθουν ικανοποιητικά στην όποια πρόκληση.

Με τον χρόνο, η πολυπληθής και δύσκαμπτη γραφειοκρατία και η υπαλληλική νοοτροπία (αποποίηση ευθύνης) ηγετών και αξιωματούχων και σε κεντρικό και σε περιφερειακό επίπεδο, δημιούργησε εξαρτήσεις και δεσμεύσεις από εξωθεσμικούς παράγοντες, νομιμοποίησε πολιτικές πρακτικές και παρεμβάσεις που δεν συνάδουν με το πνεύμα του ευρωπαϊκού κεκτημένου και κατέστησε την ίδια την έννοια της λεγόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μία υπόθεση άνευ ουσίας και περιεχομένου.

Συνηθίσαμε να ακούμε τις ηγεσίες των ευρωπαϊκών χωρών να ομιλούν περί κοινών ευρωπαϊκών ιδεωδών, αξιών και παραδόσεων... έτσι, γενικά κι αόριστα, δίχως στην πραγματικότητα να συμμερίζονται στον ίδιο βαθμό την ουσία αυτών των αξιών, των ιδεωδών και των παραδόσεων ή ακόμη χειρότερα; μη γνωρίζοντας σε τι ακριβώς αναφέρονται και τι μπορεί να σημαίνουν για τον μέσο ευρωπαίο πολίτη, είτε αυτός είναι γάλλος, πορτογάλος, κύπριος, μαλτέζος ή τσέχος!

Δεν καταφέραμε να αποκτήσουμε κοινή ευρωπαϊκή συνείδηση και η καθημερινότητα των πολιτών, η καθημερινότητά μας, διαφέρει ποιοτικά από χώρα σε χώρα, εκμηδενίζοντας έτσι κάθε θετικό που μπορεί κι επιτυγχάνεται κατά καιρούς.  

Η αντίληψη περί κοινής εξωτερικής κι αμυντικής πολιτικής αν και βασικός πυλώνας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη τη διαχείριση κρίσεων με τρόπο ταχύ, άμεσο κι αποτελεσματικό. Πρωτοβουλίες επί πρωτοβουλιών και Συνθήκες επί Συνθηκών μας οδήγησαν  σε μία προβληματική εσωτερική διαβάθμιση και σε μία μεταξύ μας σχέση που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών ποτέ όμως τους ευρωπαϊκούς λαούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν και έχουν πάντα ρόλο και λόγο. Και σε στρατιωτικό και σε πολιτικό και σε οικονομικό και σε κοινωνικό και σε μορφωτικό επίπεδο.[4]

Η απουσία ισχυρών δεσμών και θεσμών και η έλλειψη ικανής ηγεσίας επιτρέπει στον αμερικανικό παράγοντα να μας χρησιμοποιεί στην επίτευξη των δικών του επιδιώξεων και στην ικανοποίηση των δικών του συμφερόντων - βλέπε Ουκρανία – μην λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές ευρωπαϊκές ανάγκες.

Ο δε χαρακτήρας της ίδιας της Ε.Ε. - sui generis, επιτρέπει σε χώρες μέλη να επιβάλλουν τις εθνικές τους πολιτικές και να προβάλλουν τα εθνικά τους συμφέροντα εις βάρος των εταίρων τους και της ίδιας της Ε.Ε. στο σύνολό της, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του Ισλάμ και των τούρκων από ιταλούς, ισπανούς και γερμανούς.

… Και στην μέση το ΝΑΤΟ. Ο ρόλος του καταχρηστικός, διασπαστικός, διαβρωτικός, επικίνδυνος για την ίδια την ύπαρξη της Ένωσης. Ένας σύγχρονος δούρειος ίππος στην καρδιά της Ευρώπης.

Αξίζει σε αυτό το σημείο – μια και θίγεται διαρκώς από την τουρκική ηγεσία, να θυμηθούμε την αποχώρηση της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (1966-67)[5] και της Ελλάδος το 1974, ως επακόλουθο της στάσης που κράτησε η Συμμαχία έναντι της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.[6]

Ωστόσο, το όραμα είναι εκεί και παραμένει πάντοτε επίκαιρο και ισχυρό, τουλάχιστον στην σκέψη και την πρόθεση όλων εκείνων που αντιλαμβάνονται τον ευρωπαϊκό χώρο ενιαίο κι αδιαίρετο όχι τόσο γεωγραφικά ή μόνο οικονομικά και πολιτικά αλλά κυρίως πολιτισμικά. Κι αυτό δεν αρκεί. Η Ε.Ε. οφείλει να επαναξιολογήσει το διεθνές περιβάλλον - όπως αυτό διαμορφώνεται σήμερα, και να επανεκτιμήσει τον ρόλο της μέσα σε αυτό. Μέχρι τότε, κάθε κουβέντα περί κοινής εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ασφάλειας θα είναι άνευ ουσίας.



[1] https://www.geoeurope.org/2022/03/15/o-ithikos-aytoyrgos-ton-eyropaikon-dei/

[2] https://www.facebook.com/vangelis.chorafas/posts/333799565565714

[3] http://publications.europa.eu/resource/cellar/bd0b6705-4455-4de5-a16a-16d7f09efa33.0003.02/DOC_2

[4] https://www.nato.int/cps/en/natolive/official_texts_17120.htm

[5] https://el.wikipedia.org/wiki/ΝΑΤΟ

[6] https://www.kathimerini.gr/politics/352056/i-apochorisi-kai-i-epanentaxi-tis-elladas/

 

Κυριακή 25 Ιουλίου 2021

Η επαναφορά του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου και η ελληνική ΑΟΖ

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

Με αφορμή την τελευταία ανάρτηση για την προδοσία της Κύπρου, κάποιοι φίλοι μου έστειλαν ερωτήματα για το αν είναι δυνατή η επαναφορά του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας Κύπρου.

Η απάντηση είναι θετική. Αν η Ελλάδα θέλει να υπερασπιστεί την ΑΟΖ της θα πρέπει να αναδιατάξει τις δυνάμεις της με τον τρόπο που ίσχυε όταν λειτουργούσε το ΔΕΑΧ. Για να γίνει αυτό εφικτό χρειάζονται σοβαρές αναπροσαρμογές σε επίπεδο δογμάτων, οργανωτικής δομής και διάταξης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Πρόκειται για μία διαδικασία που εξαρτάται αποκλειστικά από την Ελλάδα και χρειάζεται πολιτική βούληση για την υλοποίηση της.

Το κείμενο που παρατίθεται αποτελεί περίληψη μίας μελέτης η οποία είχε ζητηθεί από ενδιαφερόμενους φορείς το 2019.

Η Ελληνική ΑΟΖ, οι στρατιωτικές ανάγκες υπεράσπισής της και το ΔΕΑΧ

Βαγγέλης Χωραφάς & Πολυχρόνης Ναλμπάντης

Σήμερα, τα θέματα ασφαλείας της Ελλάδας, τα οποία για το Αιγαίο και τα βόρεια σύνορα είναι γνωστά, επηρεάζονται άμεσα και από τα ζητήματα ασφαλείας της Μεσογείου. Χαρακτηρίζονται ως κεντρικής σημασίας σε επίπεδο στρατηγικών συζητήσεων και λήψεων αποφάσεων παγκοσμίως. Παράλληλα, έχουν επιταχύνει τη μετατόπιση της προσοχής από την Ευρώπη στην περίμετρό της και ως εκ τούτου, υπάρχει πλέον μια σαφής σύγκλιση της προσοχής των μελών του ΝΑΤΟ προς τη Μεσόγειο και την ενδοχώρα της, από το Μαγκρέμπ μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο.

Η ανατολική Μεσόγειος έχει μετακινηθεί προς το κέντρο της δυτικής στρατηγικής ανησυχίας, μια αλλαγή η οποία θα ενισχυθεί από την προοπτική της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων της ασφάλειας και των δεσμεύσεων για την περιφέρεια της Ευρώπης. Η ασφάλεια στη Μαύρη Θάλασσα, την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο είναι πλέον πιο στενά συνδεδεμένη με τη Μεσόγειο Θάλασσα και συνεπώς απαιτούν νέες ρυθμίσεις ασφαλείας, τόσο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ όσο και του ΟΗΕ. Το τρέχον περιβάλλον ασφαλείας της Μεσογείου χαρακτηρίζεται από μια μονιμοποιημένη αστάθεια.

Οι προκλήσεις ασφαλείας και οι πηγές αστάθειας στην ανατολική Μεσόγειο είναι ποικίλες. Παράλληλα όμως, η συνεχής τουρκική απειλή προς την Ελλάδα, σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση των πρόσφατα ανακαλυφθέντων υποθαλάσσιων ενεργειακών πόρων στη Κύπρο και γενικότερα στη Μεσόγειο, κάνουν πιο διάχυτη την αίσθηση έλλειψης ασφαλείας, που απαιτούν δράσεις για την αντιμετώπιση των απειλών, και αφορούν τόσο αυτούς όσο και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Δύσης/Ευρώπης.

Σε ένα τέτοιο διεθνή στρατηγικό περιφερειακό περιβάλλον, οι ελληνικές ΕΔ, με την -απαραίτητη να επιτευχθεί- διακλαδική τους επιχειρησιακή ετοιμότητα, πρέπει να είναι σε θέση να μετακινηθούν γρήγορα και άμεσα με έμφαση στην πρόληψη, την αποτροπή, την προστασία και την παρέμβαση (στρατιωτική εμπλοκή). Πρέπει να δείχνουν υψηλό βαθμό ετοιμότητας για αποτροπή των εξωτερικών απειλών και προκλήσεων ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα και τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα της χώρας. Τα προηγούμενα δεν είναι αυτονόητα πλέον στο τομέα της άμυνας την εποχή που η χώρα εξακολουθεί να επιβαρύνεται από ένα υπέρογκο δημόσιο χρέος.

Η Ελλάδα, παρά τις ήδη μεγάλες της υποχρεώσεις και τις περιορισμένες συγκριτικά δυνατότητες και παρά τις δυσχερείς δημοσιονομικές οικονομικές συνθήκες, εξακολουθεί να συμπράττει, στο μέτρο του δυνατού, στην προώθηση της σταθερότητας κυρίως στα Βαλκάνια, και στην επίλυση των μειζόνων ζητημάτων, που απασχολούν την ευρύτερη περιοχή. Βέβαια, η οικονομική κρίση της περιόδου 2010-2018 και η περίοδος συνέχισης των υπερπλεονασμάτων 2018-2023, έχουν χειροτερεύσει τη κατάσταση στο χώρο της άμυνας και της ασφάλειας, σε σημείο που η χώρα να βρίσκεται μονίμως στα όρια της γεωπολιτικής κρίσης. Οι κυβερνήσεις από το 2010 μέχρι σήμερα, αποφεύγουν τη συζήτηση για τέτοιου είδους θέματα και αρκούνται σε ρητορείες περί του φρονήματος και του αξιόμαχου των ΕΔ καθώς και της υποτιθέμενης μελλοντικής αποκατάστασης των μισθών και συντάξεων των στρατιωτικών.

Οι ισχυρές πιέσεις στους αμυντικούς προϋπολογισμούς των κρατών της Δύσης, παρά τις πιέσεις της διοίκησης Τραμπ και το πιο περίπλοκο και αβέβαιο περιβάλλον ασφαλείας, δεν ώθησαν προς τη κατεύθυνση ανανέωσης των προσπαθειών για μία νέα και περισσότερο σταθερή Ευρωατλαντική αμυντική συνεργασία, μέσα και από κοινά προγράμματα εξοικονόμησης πόρων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι αδύναμες οικονομικά χώρες να χάσουν βαθμούς ελευθερίας των κινήσεών τους και να διευρύνουν την εξάρτησή τους από τις μεγάλες δυνάμεις του ευρωατλαντικού πλέγματος.

Τα αφηγήματα που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα της κρίσης, περί εγγύησης των ΗΠΑ για εξάλειψη των κινδύνων από τη τουρκική επιθετικότητα και τη μείωση των πιθανοτήτων θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο, προκύπτουν από τις προηγούμενες εξελίξεις.

Στρατιωτικές προϋποθέσεις για την ΑΟΖ

Η εξεύρεση της σωστής ισορροπίας των μελλοντικών δυνάμεων και των στρατιωτικών ικανοτήτων δεν θα είναι εύκολη. Το μέλλον των ελληνικών ΕΔ απαιτεί αποφασιστικά αποτελέσματα σε όλο το φάσμα των επιχειρήσεων. Μια καλά ισορροπημένη θέση και σχέση σχετικά με τη στρατιωτική ισχύ, βαρέα, μεσαία και ελαφρά, με σωστή αναλογία, αλλά και με πλήρη Διακλαδική Υποστήριξη Μάχης, με εξειδικευμένες μονάδες και με ισχυρή υποστήριξη υπηρεσιών, θα μας επιτρέψει να προσαρμόσουμε τα σωστά «πακέτα» στρατιωτικής ισχύος, ώστε να ανταποκρίνονται πλήρως σε κάθε είδος στρατιωτικής επιχείρησης.

Όμως, η εξασφάλιση της ελληνικής ΑΟΖ είναι συνυφασμένη με τις σημερινές επιχειρησιακές δυνατότητες και τον τρέχοντα επιχειρησιακό/τακτικό σχεδιασμό των ελληνικών ΕΔ. Οι παρακάτω προτάσεις επιχειρησιακού-τακτικού επιπέδου για τους τρείς κλάδους των ΕΔ αφορούν τις υφιστάμενες επιχειρησιακές τους δυνατότητες και οι οποίες δεν πρέπει να συγχέονται με τις επιθυμητές/αναγκαίες, που απαιτούν χρόνο και πιστώσεις για την υλοποίησή τους.

Συνεπώς, πρέπει να υλοποιηθούν μόνο με την αξιοποίηση των υφιστάμενων επιχειρησιακών μέσων και δυνατοτήτων, που μπορεί να εφαρμοσθούν άμεσα και αφού γίνει αποδεκτό το ανάλογο οικονομικό κόστος.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνει σαφές ότι καμία ανακήρυξη/οριοθέτηση ΑΟΖ δεν μπορεί να γίνει από οποιαδήποτε κυβέρνηση πριν ληφθούν τα απαραίτητα στρατιωτικά μέτρα.

Είτε προτιμηθεί η ανακήρυξη, είτε η κατάθεση γραμμών οριοθέτησης, η Τουρκία αναμένεται να δημιουργήσει συνθήκες κρίσης χαμηλής ή υψηλής έντασης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Στο επίπεδο που βρίσκονται σήμερα οι ελληνικές ΕΔ για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν σοβαρά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, χρειάζονται αναπροσαρμογές σε επίπεδο δογμάτων, οργανωτικής δομής και διάταξης.

Αναγκαίες προσαρμογές

Οι ελληνικές (ΕΔ) πρέπει να εστιαστούν στην επίτευξη «Ελιγμού και Κυριαρχίας στο Πολυχωρικό Πεδίο Μάχης» στο θέατρο πολέμου «Θράκη – Αιγαίο Πέλαγος – Μεσόγειος Θάλασσα» και σε όλο το φάσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων μέσω της εφαρμογής νέων επιχειρησιακών ιδεών/εννοιών, ενώ το πρότυπο αυτό παρέχει μια κοινή κατεύθυνση στους Κλάδους των ΕΔ για την ανάπτυξη ισχυρών επιχειρησιακών δυνατοτήτων, μέσα από το κοινό πλαίσιο του ισχύοντος στρατηγικού δόγματος «Αμυντικού – Αποτρεπτικού» της Χώρας. «Ελιγμός και Κυριαρχία στο Πολυχωρικό Πεδίο Μάχης» των ελληνικών ΕΔ σημαίνει αντιμετώπιση κάθε ενδεχόμενης απειλής μέσω της αποφασιστικής εμπλοκής.

Το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ) απαιτείται να συγχρονίζει και να ενσωματώνει τις επιχειρησιακές δράσεις στη ξηρά, τη θάλασσα, τον αέρα, το διάστημα και τον κυβερνοχώρο για την επίτευξη των στρατηγικών και επιχειρησιακών στόχων μέσω ολοκληρωμένων, κύριων διακλαδικών επιχειρήσεων, αλλά και χαμηλής έντασης συγκρούσεων. Πρέπει να προβεί στην ολοκλήρωση και τη βελτίωση των στρατιωτικών του δυνατοτήτων για τη δημιουργία μίας αποφασιστικής και αποτελεσματικής Διακλαδικής Δύναμης, με την ανάπτυξη και ενσωμάτωση 6 νέων επιχειρησιακών εννοιών:

Προβολή Αποτροπής: Ικανότητα της Διακλαδικής Δύναμης να αποτρέπει έναν δυνητικό αντίπαλο να χρησιμοποιήσει τις υφιστάμενες δυνατότητες και συμπεριφορές του και να εφαρμόσει κάποια ανεπιθύμητη πολιτική ή στρατιωτική ενέργεια.

Έγκαιρη Αντίδραση: Αμυντική και Επιθετική/Αντεπιθετική ικανότητα της Διακλαδικής Δύναμης για αποτελεσματική αντίδραση και δράση, με ενέργειες κατάλληλες και προσαρμόσιμες στις εκάστοτε συνθήκες, σε κάθε εχθρική απειλή ή ενέργεια.

Διακλαδικό Ελιγμό: Ικανότητα της Διακλαδικής Δύναμης να αποκτά πλεονέκτημα θέσης με αποφασιστική ταχύτητα και υπέρτερο επιχειρησιακό ρυθμό.

Αποφασιστική Εμπλοκή: Ικανότητα της Διακλαδικής Δύναμης να προκαλεί και να παράγει τα αποτελέσματα που απαιτούνται προς επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών και της επιθυμητής τελικής κατάστασης.

Ολοκληρωμένη Προστασία Δύναμης: Ικανότητα της Διακλαδικής Δύναμης να προστατεύει το προσωπικό και τα μέσα που απαιτούνται για την αποτελεσματική υλοποίηση των έργων της.

Εστιασμένη Διακλαδική Μέριμνα: Ικανότητα παροχής στη Διακλαδική Δύναμη κατάλληλου προσωπικού, εξοπλισμού και εφοδίων, στο σωστό τόπο και χρόνο και στη σωστή ποσότητα, σε όλο το εύρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Οι προαναφερόμενες επιχειρησιακές αντιλήψεις ενισχύουν και επιτρέπουν την επίτευξη μαζικών αποτελεσμάτων σε πολεμικές επιχειρήσεις/συγκρούσεις από περισσότερο διασπαρμένες δυνάμεις. Η συνέργεια αυτή ενισχύει σημαντικά τις δυνατότητες σε υψηλής έντασης συμβατικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η συνέργεια αυτών των επιχειρησιακών εννοιών υπερβαίνει έντονα τα υφιστάμενα πλαίσια του συμβατικού πολέμου. Η ανάπτυξη αυτών, επιτρέπει την κυριαρχία σε όλο το εύρος/φάσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων από την ανθρωπιστική βοήθεια μέσω των ειρηνευτικών επιχειρήσεων και τις συγκρούσεις χαμηλής έντασης μέχρι και τις πολεμικές συγκρούσεις υψηλής έντασης.

Κάθε μια από αυτές τις 6 νέες επιχειρησιακές έννοιες ενσωματώνει την υψηλή ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού των ελληνικών ΕΔ και τις τεχνολογικές εξελίξεις στη νέα πληροφοριακή-ψηφιακή εποχή. Η εφαρμογή τους παρέχουν στην Ελλάδα τη δυνατότητα να κυριαρχήσει επί του αντιπάλου σε όλο το φάσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων και πλέον πρέπει να αποτελούν το βασικό επιχειρησιακό χαρακτηριστικό για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις στον 21ο αιώνα.

Άλλωστε, το επιχειρησιακό επίπεδο των συγκρούσεων, όπου οι ελληνικές ΕΔ θα ενεργήσουν, είναι το κοινό επίπεδο συγχρονισμού της σύγκρουσης. Επομένως, είναι ζωτικής σημασίας όλες οι ελληνικές ΕΔ να εστιάζουν στο συνολικά κοινό ΑΝΣΚ/στόχο. Βασική προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η ορθή ανάπτυξη της διακλαδικότητας και είναι επιτακτικό η ύπαρξη κατάλληλης οργανωτικής δομής δυνάμεων, καθώς και ανάλογων σχέσεων διοίκησης, οι οποίες πρέπει να αναπροσαρμοστούν για το σύγχρονο Πολυχωρικό Πεδίο Επιχειρήσεων. Συνεπώς απαιτείται άμεσα μια νέα Πολιτική Εθνικής Άμυνας 2020 και μια Νέα Δομή Δυνάμεων 2020-2025.

Έτσι λοιπόν, η επιχειρησιακή έννοια «Ελιγμός και Κυριαρχία στο Διακλαδικό Πεδίο Μάχης» για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι το επιστέγασμα της στρατιωτικής αντίληψης των νέων διακλαδικών επιχειρησιακών εννοιών, σύμφωνα με την οποία μια διακλαδική στρατιωτική δομή επιτυγχάνει τον έλεγχο όλων των στοιχείων του πεδίου της μάχης, χρησιμοποιώντας χερσαία, εναέρια και θαλάσσια μέσα. Περιλαμβάνει τη φυσική διάσταση της μάχης: στην ξηρά, στον αέρα, στη θάλασσα, στο διάστημα, καθώς και το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα/κυβερνοχώρο και το πληροφοριακό πεδίο. Παράλληλα όμως, σημαίνει και «έλεγχο της ελευθερίας δράσης των αντιπάλων δυνάμεων», ώστε η εκμετάλλευση του πεδίου μάχης από αυτούς να είναι εντελώς ελεγχόμενη, περιορισμένη και τελικά αδύνατη.

Συνεπώς, με κατάλληλο συνδυασμό των υπόψη επιχειρησιακών δυνατοτήτων διαμορφώνονται οι δύο βασικές επιλογές δράσης, ήτοι η αποτροπή και η αποτελεσματική άμυνα/αντεπίθεση, εάν απειληθεί η ακεραιότητα και η εθνική ανεξαρτησία της χώρας, με δυνατότητα μετάπτωσης σε επίθεση, εφόσον δημιουργηθούν οι απαραίτητες προς τούτο προϋποθέσεις και συνθήκες.

Επιμέρους μέτρα

Η μέχρι σήμερα συζήτηση για ενδεχόμενη ανακήρυξη και οριοθέτηση της ΑΟΖ παρουσιάζει τη μεγαλύτερη εμπλοκή στην περιοχή του Καστελόριζου. Με βάση τους ελληνικούς σχεδιασμούς επιδιώκεται η ύπαρξη κοινών συνόρων της ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ, γεγονός που δεν αποδέχεται η Τουρκία. Το ενδεχόμενο αυτό δεν είχε στο παρελθόν προβλεφθεί στον επιχειρησιακό σχεδιασμό των ΕΔ.

Ειδικότερα ο χρόνος αερομεταφοράς μονάδων από την Κρήτη προς τη νήσο Μεγίστη που είναι αρκετά μεγάλος, και εκτιμάται σε 2 ½ έως 3 ώρες, καθώς και ο τρόπος και τα μέσα μεταφοράς χρειάζονται επανασχεδιασμό.

Είναι προφανές ότι νήσος Μεγίστη και το σύμπλεγμα νησίδων της πρέπει να ενισχυθεί με ισχυρά έργα οχύρωσης (συμπεριλαμβανομένων και έργων προστασίας πυρομαχικών – εφοδίων – υλικών για τουλάχιστον 15-20 ημερών αγώνα ), όπως και με τα απαραίτητα οπλικά συστήματα. Η επάνδρωση του νησιωτικού συμπλέγματος θα πρέπει να ενισχυθεί καθώς η γεωγραφική θέση και η απόσταση – χρόνος ενίσχυσης πιθανόν να επιβάλλουν και την προτοποθέτηση σημαντικών δυνάμεων. Σε κάθε περίπτωση η υψηλή ετοιμότητα των εγκατεστημένων στο σύμπλεγμα δυνάμεων αποτελεί πρωταρχική απαίτηση και θα πρέπει να διασφαλιστεί με την τοποθέτηση υψηλού ηθικού και στρατιωτικής κατάρτισης προσωπικού. Η ανασυγκρότηση/ενίσχυση σε μέσα και προσωπικό του Ειδικού Τάγματος Εθνοφυλακής της νήσου Μεγίστης αποτελεί άμεση αναγκαιότητα. Το κόστος όλων αυτών των μέτρων είναι άγνωστο, αλλά εκτιμάται ότι δεν θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα υψηλό. Χρειάζεται όμως χρόνος για την υλοποίησή τους.

Σε ότι αφορά τις ναυτικές δυνάμεις και τις δυνατότητες κάλυψης της συγκεκριμένης περιοχής, η προμήθεια πλοίων με δυνατότητα αντιαεροπορικής άμυνας περιοχής είναι μεν αναγκαία αλλά μετατίθεται για το μέλλον. Κατά συνέπεια η άμυνα του συμπλέγματος θα πρέπει να βασιστεί σε υπάρχοντα μέσα και δυνατότητες. Με αυτή την παραδοχή, η συνεχής ανάπτυξη υποβρυχίων και ταχέων σκαφών κρούσης (πυραυλακάτων), καθώς και συστημάτων εκτόξευσης πυραύλων εδάφους-θαλάσσης και εδάφους-αέρος στην περιοχή του συμπλέγματος, αποτελεί τη μοναδική άμεσα διαθέσιμη επιλογή. Σε γενικές γραμμές, το ναυτικό βρίσκεται ναι μεν σε κατάσταση που έχει πληγεί από την οικονομική κρίση, αλλά επιχειρησιακά δεν έχει χάσει τα πλεονεκτήματά του.

Σε ό,τι αφορά τις αεροπορικές δυνάμεις, η αναδιάταξη αριθμού αεροσκαφών στο Καστέλι Ηρακλείου, η οποία θα μπορούσε να ενισχυθεί, αριθμητικά και ποιοτικά, είναι απαραίτητη για τις νέες συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί. Ο προγραμματισμός πτήσεων του Αερομεταφερόμενου Συστήματος Επιτήρησης και Ελέγχου (ΑΣΕΠΕ) στην περιοχή ενδιαφέροντος αυξάνει τις δυνατότητες επιτήρησης αέρος, επιφανείας και εδάφους και δρα αποτρεπτικά στις τουρκικές ΕΔ.

Η Τουρκία εκτιμάται, ότι θα συνεχίσει και θα προσπαθεί έμπρακτα να αμφισβητήσει τα ελληνικά [Αιγαίο – Ανατολική Μεσόγειος] και τα κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα και να τα μετατρέψει σε τετελεσμένα τουρκικά δικαιώματα. Και θα το επιχειρεί, προσπαθώντας να εξαφανίσει την ΑΟΖ Ρόδου-Μεγίστης/Καστελόριζου, που ενοποιεί την ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου.

Επαναφορά του ΔΕΑΧ

Στη πραγματικότητα, η υπεράσπιση της ελληνοκυπριακής ΑΟΖ επαναφέρει ξανά στο προσκήνιο το απολεσθέν από το 2011, Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου ως προϋπόθεσης ενός Ενιαίου Ενεργειακού Χώρου Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Οι Ελληνικές ΕΔ θα πρέπει να αναπτυχθούν περίπου με τον ίδιο τρόπο, όπως και στο ΔΕΑΧ για να υπερασπισθούν την ελληνική και κυπριακή ΑΟΖ. Το ΔΕΑΧ έχει ατονήσει εδώ και πολλά χρόνια, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως από τα αμυντικά δόγματα των δύο χωρών. Το 2011 οι τότε υπουργοί Άμυνας Ελλάδας και Κύπρου Βενιζέλος και Παπακώστας προσπάθησαν να το αντικαταστήσουν με τη ρήτρα Μόνιμης Διαρθρωμένης Συνεργασίας (PESCO), που προβλέπεται από τη συνθήκη της Λισαβόνας. Σε ό,τι αφορά τη Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, δεν αναφέρεται σε αμυντική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών, αλλά σε συνεργασία για την απόκτηση στρατιωτικών ικανοτήτων που μπορεί να χρησιμοποιηθούν από την ΕΕ. Αυτή η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία δεν έχει καμία σχέση με τον Ενιαίο Αμυντικό Χώρο.

Επί της ουσίας, η Ελλάδα θα αναλάβει το βάρος υπεράσπισης της ΑΟΖ και της εκ των πραγμάτων επαναφοράς του ΔΕΑΧ. Θα πρέπει επίσης να καταστεί σαφές, ότι και η Κύπρος θα πρέπει να επωμιστεί το βάρος της ευθύνης και το οικονομικό κόστος που της αντιστοιχεί.

Στα θέματα της ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου-Τουρκίας, ήρθε να προστεθεί και το θέμα του μνημονίου Τουρκίας-Λιβύης για την ΑΟΖ. Πρόκειται για ένα πρόσθετο βάρος στον σχεδιασμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Η απειλή Ερντογάν περί γεωτρήσεων παντού, διαμορφώνει μία νέα κατάσταση. Αν όλα αυτά υλοποιηθούν, τότε το Ναυτικό θα έχει επιπρόσθετες αποστολές που πρέπει να συνεκτιμηθούν.

Άλλες διαστάσεις

Εκτός των υπολοίπων θα πρέπει να επισημάνουμε ότι υπάρχουν και στρατιωτικές χρήσεις της ΑΟΖ. Συγκεκριμένα, η απαγόρευση πολεμικών χρήσεων της ανοικτής θάλασσας ισχύει και στην ΑΟΖ με βάσει τα άρθρα 58 παρ.2 και 88 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Τέλος, με βάση το άρθρο 301 της Σύμβασης το παράκτιο κράτος μπορεί να αντιτίθεται σε στρατιωτικές δραστηριότητες που διεξάγονται στη ΑΟΖ του από το άλλο κράτος, όχι μόνο όταν απειλείται η εδαφική του ακεραιότητα και η πολιτική του ανεξαρτησία, αλλά και όταν τις θεωρεί αντίθετες προς τις αρχές του Χάρτη των ΗΕ, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνες της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Αξίζει να επισημάνουμε ότι όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης/ΕΕ έχουν εκχωρήσει τις αρμοδιότητες στα θέματα αλιείας στην ίδια την ΕΕ, η οποία αποφάσισε να δημιουργήσει μια ΑΟΖ για όλα τα τότε 15 κράτη – μέλη της, στη Βόρειο Θάλασσα και στον Ατλαντικό Ωκεανό. Ωστόσο, με παρέμβαση της Τουρκίας, η ΕΕ δεν τόλμησε να δημιουργήσει ΑΟΖ για τα κράτη μέλη της που συνορεύουν με τη Μεσόγειο. Αποτελεί ερωτηματικό εάν υπάρχει η πολιτική βούληση και θέληση εκ μέρους της Ελλάδας, προκειμένου να επαναφέρει το θέμα στις Βρυξέλλες. Όπως επίσης θα πρέπει να διευκρινισθεί σε ποια θαλάσσια συνοριογραμμή επιχειρεί τα τελευταία χρόνια η FRONTEX και πως το όλο θέμα σχετίζεται με την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ.

Παρά το γεγονός ότι η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ την οποία έχουν προωθήσει οι κυβερνήσεις της περιόδου της κρίσης, έχει προχωρήσει αρκετά, θα πρέπει άμεσα να αρχίσει η διερεύνηση των Ισραηλινών και Κυπριακών προθέσεων για το μέλλον της. Σε αρκετούς κύκλους υπάρχουν συζητήσεις για προσφορά από τη πλευρά του Ισραήλ στρατιωτικών μέσων για κάλυψη των αναγκών της εν λόγω περιοχής, γεγονός το οποίο δεν αντιμετωπίζουν αρνητικά. Το θέμα του air policing του εναέριου χώρου της Κύπρου υπάρχει, ως ανοικτή πρόκληση για την Ελλάδα και το Ισραήλ. Πρόκειται όμως για μία απόφαση με ιδιαίτερο γεωπολιτικό βάρος, η οποία θα πρέπει να διερευνηθεί σε βάθος πριν υιοθετηθεί ή απορριφθεί, αλλά τα περιθώρια διαρκώς στενεύουν.

Συμπέρασμα

Τα ανωτέρω προτεινόμενα μέτρα αποτελούν στο μεγαλύτερο μέρος τους μία εφικτή βραχυπρόθεσμη επιλογή που μπορεί να υλοποιηθεί στα πλαίσια των υφιστάμενων επιχειρησιακών δυνατοτήτων των ελληνικών ΕΔ, απαιτούν όμως πολιτική υποστήριξη και βούληση.

Σε μεσοπρόθεσμο-μακροπρόθεσμο επίπεδο επιβάλλεται η στρατηγική αναδιάταξη των ελληνικών ΕΔ, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στην υπεράσπιση του θεάτρου επιχειρήσεων στο Αιγαίο Πέλαγος, την υλοποίηση της αμυντικής και ενεργειακής συνεργασίας ΕΛΛΑΔΟΣ – ΚΥΠΡΟΥ, των αποθεμάτων των υδρογονανθράκων και κυρίως της ασφάλειας της ΑΟΖ, αλλά και του ενδεχομένου να προκύψουν νέες ανάγκες στο θαλάσσιο χώρο νοτίως της Κρήτης.

Τέλος, τονίζεται ότι η παρούσα οικονομική κατάσταση της χώρας, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποτελέσει δικαιολογία ή άλλοθι για μειωμένη προσπάθεια ή συμβιβασμούς ως προς το αναγκαίο επίπεδο της μαχητικής ισχύος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η εθνική ασφάλεια και η οικονομική ευημερία είναι συνδεδεμένες δαιδαλώδες, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Paul Kennedy, δηλαδή ότι «ο πλούτος είναι συνήθως απαραίτητος για την υποστήριξη της στρατιωτικής ισχύος και η στρατιωτική ισχύς συνήθως απαιτείται για την απόκτηση και την προστασία του πλούτου / wealth is usually needed to underpin military power, and military power is usually needed to acquire and protect wealth».

Συνεπώς, η άμυνα και η οικονομία αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες στους οποίους εδράζεται η εθνική στρατηγική ασφάλειας. Η διάθεση πόρων για την άμυνα και την ασφάλεια, μπορεί να θεωρηθεί ως μία επενδυτική διαδικασία (cost benefit), όπου οι δαπάνες άμυνας αντιπροσωπεύουν το κόστος της απαιτούμενης επένδυσης, με σκοπό να παραχθεί το εκάστοτε αναγκαίο επίπεδο άμυνας και ασφάλειας, που μετράται σε στρατιωτική ισχύ.