Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνείς Σχέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνείς Σχέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ίμια 1996: Όταν η Ελλάδα δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της


Η κρίση των Ιμίων παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και οδυνηρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ήταν μια δοκιμασία που ανέδειξε τα όρια της πολιτικής, της διπλωματικής και της στρατιωτικής ικανότητας της χώρας μας, εξελίχθηκε σε τραγωδία και έφερε στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, βαθιά και διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. Σε κρίσιμες στιγμές αποκαλύφθηκαν η πολιτική ανεπάρκεια, η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και η θεσμική αδυναμία να καλυφθούν αυτή η έλλειψη και αυτή η ανεπάρκεια, με καθοριστικό τον ρόλο του τότε πρωθυπουργού, του υπουργού των Εξωτερικών και του υπουργού Εθνικής Άμυνας να αδυνατούν να υπερασπιστούν έμπρακτα την εθνική μας κυριαρχία, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε ευθέως.

Η αδιαμφισβήτητη ελληνική κυριαρχία και η κατασκευή των “γκρίζων ζωνών”

Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που διατύπωσε αργότερα η Τουρκία, τα Ίμια βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό αναντίρρητη ελληνική κυριαρχία, όπως αυτή καθορίζεται σαφώς από τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και κυρίως από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), με την οποία η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα “εν πλήρει κυριαρχία” ολόκληρη τη Δωδεκάνησο μαζί με τις παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες.

Πριν από το 1996, η ελληνική κυριαρχία στα Ίμια ήτα αναγνωρισμένη σε διεθνείς χάρτες, επίσημα έγγραφα, διπλωματικές αλληλογραφίες και στην ίδια τη μακροχρόνια και αδιαμφισβήτητη άσκηση κυριαρχίας. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών επινοήθηκε εκ των υστέρων από την Άγκυρα ως εργαλείο αναθεωρητισμού και διπλωματικής πίεσης, και εμείς, ακόμη και σήμερα, ανόητα και ακατανόητα της προσδίδουμε νομιμοποίηση με την αναπαραγωγή της - βλέπε Μακάριος Λαζαρίδης, ΝΔ, Βουλή των Ελλήνων, Ιανουάριος 2026.

Η Τουρκία κατασκεύασε γεγονότα με σκηνοθετική μαεστρία, προκειμένου να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά της Ελλάδας και τα βρήκε απογοητευτικά αδύναμα. Αντί για αποφασιστικότητα, συνάντησε φοβικότητα. πολιτική φοβικότητα.

Η πολιτική και στρατιωτική διαχείριση της κρίσης - Πρόσωπα και ευθύνες

Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης αποδείχθηκε ανίκανος να διαχειριστεί μια κρίση εθνικής σημασίας όχι απλώς σε επίπεδο τακτικών χειρισμών, αλλά κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής αντίληψης. Αντί να χαράξει μια σαφή εθνική γραμμή και να τραβήξει ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές, επέλεξε να διαχειριστεί τον προσωπικό του φόβο και το πολιτικό κόστος.

Ο υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος απέτυχε να υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις. Η διπλωματία χρησιμοποιήθηκε ως μηχανισμός εκτόνωσης. Η αποδοχή της φόρμουλας “no ships, no flags, no troops” αν και από ορισμένους θεωρήθηκε “αξιοπρεπής” συμβιβασμός, δεν ήταν παρά σιωπηρή αποδοχή της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και εδραίωση της λογικής των γκρίζων ζωνών.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο συντονισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, καθιστώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις χωρίς καθοδήγηση. Η ασάφεια των εντολών και η έλλειψη ενιαίου επιχειρησιακού πλαισίου οδήγησαν σε πλήρη ακινησία, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Ακόμη κι αν διαφωνεί ή απορρίπτει κανείς αυτές τις αξιολογήσεις, οφείλει να παραδεχτεί ότι η διαχείριση της κρίσης από τα τρία αυτά συγκεκριμένα πρόσωπα είναι αμφιλεγόμενη. Τα γεγονότα δείχνουν σαφώς ότι ελήφθησαν αποφάσεις που επηρέασαν την εξέλιξη της κρίσης, ωστόσο η αξιολόγηση της ικανότητας και της αποτελεσματικότητάς τους παραμένει ζήτημα υποκειμενικό. Η προσωπική κρίση του καθενός διαμορφώνεται από παράγοντες όπως η πολιτική του τοποθέτηση, η ιστορική γνώση, η πρόσβαση σε πληροφορίες ή η εκτίμηση για το τι συνιστά επιτυχία ή αποτυχία. Εγώ δεν καταγράφω την ιστορία. Την άποψή μου εκφράζω σύμφωνα με όσα γνωρίζω και με ό,τι αισθάνομαι. Και συνεχίζω...

Τούρκοι καταδρομείς πάτησαν σε ελληνικό έδαφος, η ελληνική σημαία αποσύρθηκε υπό “… αδιευκρίνιστες” συνθήκες, και ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού συνετρίβη, παρασύροντας στον θάνατο τους αξιωματικούς Χριστόδουλο Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκο και Έκτορα Γιαλοψό. Εκείνο το βράδυ, η Ελλάδα δεν έχασε απλώς ένα ελικόπτερο και τρεις αξιωματικούς· έχασε την αυτοπεποίθησή της, το ηθικό της, την εθνική της αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ χάσαμε την ψυχή μας!

Η κυβέρνηση επέλεξε τον δρόμο της “αποκλιμάκωσης πάση θυσία”, μετατρέποντας μια εθνική πρόκληση σε στρατηγική υποχώρηση. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, παρότι επιχειρησιακά έτοιμες και αποφασισμένες να εκτελέσουν το καθήκον τους, καθηλώθηκαν από μια ηγεσία που δεν είχε ούτε σχέδιο, ούτε θάρρος, ούτε αποφασιστικότητα.

Στο σηνμειό αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι και ο Α/ΓΕΕΘΑ φέρει σοβαρές ευθύνες για τη σύγχυση και την αποδιοργάνωση που επικράτησαν κατά τη διαχείριση της κρίσης. Οι ευθύνες αυτές δεν περιορίζονται μόνο σε επιμέρους χειρισμούς. Εκ των υστέρων προκύπτει ότι δεν υπήρχε προκαθορισμένο πλαίσιο αντιμετώπισης ενός τέτοιου σεναρίου. Σε κάθε περίπτωση, είτε η στρατιωτική ηγεσία δεν παρείχε στην πολιτική ηγεσία πλήρη, σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα της κατάστασης, είτε αποδέχθηκε πολιτικές αποφάσεις χωρίς να προβάλει την αναγκαία και θεσμικά επιβεβλημένη στρατιωτική αντίρρηση.

Όπως πιθανόν γίνεται κατανοητό, στρατιωτική ισχύς χωρίς σχέδιο και πολιτική βούληση εκμηδενίζεται.

Οι συνέπειες της κρίσης των Ιμίων και η διαρκής τουρκική αμφισβήτηση

Τριάντα χρόνια μετά, το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Το χρονικό των Ιμίων αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της τουρκικής στρατηγικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Οι υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου, οι παράνομες NAVTEX, οι αξιώσεις περί αποστρατικοποίησης και το τουρκολιβυκό μνημόνιο ακόμη, εδράζονται στην ίδια λογική: η Ελλάδα δεν θα αντιδράσει δυναμικά. Η Τουρκία έμαθε το 1996 ότι μπορεί να δημιουργεί τετελεσμένα με χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Εμείς, αντίθετα, φαίνεται ότι δεν διδαχθήκαμε τίποτα.

Η δημοσιογραφική έρευνα ως τώρα δεν κατάφερε και πολλά. Όσοι από τους πρωταγωνιστές παραμένουν εν ζωή, αποφεύγουν να αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα και αρνούνται κάθε ευθύνη. Φάκελοι παραμένουν κλειστοί, μισοφαγωμένοι από τον σκόρο και τη σκόνη. Καθοριστικής σημασίας αποφάσεις δεν εξηγήθηκαν ποτέ επαρκώς και, αντί για αυτοκριτική, επιλέχθηκε η ανακατασκευή της μνήμης... Ένα, όμως, είναι βέβαιο: η πολιτική ηγεσία της εποχής προσέφερε κάκιστες υπηρεσίες στην πατρίδα, εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες, σε ηθική και πατριωτική ανεπάρκεια, καθώς και σε διαχειριστική ανικανότητα.

Υπάρχει και μία ακόμη δυσάρεστη βεβαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, γνώριζαν ότι επίκειται τουρκική στρατιωτική ενέργεια στο Αιγαίο και δεν έπραξαν τίποτα ουσιαστικό για να την αποτρέψουν. Αντιθέτως, λειτούργησαν ως “διαμεσολαβητής ίσων αποστάσεων”, εξισώνοντας τον θύτη με το θύμα. Για την Ελλάδα, αυτό δεν ήταν κάτι νέο. Ήταν μια επανάληψη της ιστορίας. Όπως συνέβη και στην Κύπρο. Επιπλέον, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες έκτοτε, η αμερικανική παρέμβαση δεν αποκατέστησε το status quo ante ξεκάθαρα υπέρ της Ελλάδας.

Σύμφωνα με όσους υπερασπίζονται τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης το 1996, η κρίση των Ιμίων εκτυλίχθηκε σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, όπου οποιαδήποτε στρατιωτική αντίδραση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και γενικευμένη ελληνοτουρκική σύρραξη. Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα, παρά το δίκαιο των θέσεών της, δεν διέθετε την πολυτέλεια ενός πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες για την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και τη διεθνή της θέση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο εσωτερικής πολιτικής αστάθειας και διεθνούς ρευστότητας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Κατά τη λογική αυτή, η επιλογή της αποκλιμάκωσης, έστω και με επώδυνους συμβιβασμούς, θεωρείται πράξη ευθύνης και όχι δειλίας, και δημιούργησε χώρο για διπλωματικές πρωτοβουλίες και διεθνή παρέμβαση, στοχεύοντας στην αποτροπή ενός πολέμου που θα μπορούσε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο οδηγώντας τη χώρα σε περιπέτειες χωρίς σαφή στρατηγικό όφελος.

Ιστορική αποτίμηση και οι συνέπειες των επιλογών

Η Ιστορία ούτε ξαναγράφεται, ούτε ξεχνάει. Τα έργα του καθενός είναι εκεί, αδιάψευστοι μάρτυρες των επιλογών που έγιναν και της πολιτικής νοοτροπίας που τις υπαγόρευσε. Η “μικρά πλην έντιμος Ελλάς” οδηγήθηκε σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Γιατί; διότι για τους πολιτικούς μας ινστρούχτορες η διπλωματία και η πολιτική αποτελούν πεδίο συμβιβασμών και τακτικισμών, ακόμα και εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε την αλήθεια: η Ελλάδα, ακόμη και όταν διαθέτει ισχύ, δεν διαθέτει πάντα τη βούληση να την χρησιμοποιήσει.

Όμως, η εθνική κυριαρχία δεν είναι δεδομένη. Απαιτεί σαφή προσανατολισμό και στρατηγική, αποφασιστική ηγεσία, επιχειρησιακή εγρήγορση και προβολή ισχύος επί του πεδίου. Δεν αρκούν τα λόγια, οι δηλώσεις ή οι συμβολισμοί. Η πατρίδα μας έχει πληρώσει βαρύ τίμημα για τη δειλία, την ατολμία και την ανικανότητα ορισμένων, και η Ιστορία δεν συγχωρεί! Σε κάθε ιστορική στιγμή, σε κάθε ευκαιρία καλούμαστε να δείξουμε ποιοι είμαστε και πώς επιτρέπουμε να μας καθορίζουν οι περιστάσεις.

Η Ελλάδα των Ιμίων ήταν μια χώρα που, εκείνη τη νύχτα, δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της και εμεις αποδειχθήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Νταβός 2026: Το Θολό Αντίκρισμα μιας Παράλυτης Ευρώπης

 

Illustration by Liu Rui/GT

Το Νταβός ήταν (και παραμένει) μία ακόμη ευκαιρία για να αντικρύσει η Ευρώπη το είδωλό της στον καθρέπτη. Για ακόμη μία φορά επέλεξε να κλείσει τα μάτια.

Ενώ ο κόσμος μας κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς μια εποχή ωμής ισχύος, γεωπολιτικής σύγκρουσης και τεχνολογικού ανταγωνισμού, η ευρωπαϊκή ηγεσία εξακολουθεί να μιλά και να συμπεριφέρεται σαν να βρισκόμαστε ακόμη στα χρόνια της μεταψυχροπολεμικής αυταπάτης. Δεν πρόκειται για παθητικότητα. Πρόκειται για εθελοντική τύφλωση.

Η ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού, που έσπασε τη συνήθη αυτάρεσκη ρητορική του Φόρουμ, κινήθηκε σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος. Με ευθύ και ρεαλιστικό λόγο, παραδέχθηκε ότι η “παλιά διεθνής τάξη” δεν επιστρέφει και ότι οι μεσαίες και μικρές δυνάμεις οφείλουν να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο διαρκούς αστάθειας, όχι να προσποιούνται ότι όλα λειτουργούν όπως πριν. Οι Ευρωπαίοι, αντίθετα, αρκέστηκαν στη βαρετή επανάληψη λέξεων χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο - “αξίες”, “κανόνες”, “συνεργασία” - λες και η επανάληψη από μόνη της μπορεί να παράγει ισχύ.

Η στάση τους απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες - και ειδικότερα απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο - αποτύπωσε με τον πιο καθαρό τρόπο τη δομική ανεπάρκεια της ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Καμία τόλμη, καμία αυτονομία, καμία διάθεση σύγκρουσης εκεί όπου αυτή είναι αναπόφευκτη. Μόνο προσεκτικά ζυγισμένες λέξεις, σχεδιασμένες όχι για να επηρεάσουν την πραγματικότητα, αλλά για να συγκαλύψουν την αδυναμία. Η Ευρώπη δεν διαπραγματεύεται ως ισότιμος πόλος ισχύος. Προσποιείται ότι είναι τέτοιος!

Η ομιλία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτέλεσε ίσως την πιο καθαρή εκδήλωση αυτής της ανεπάρκειας. Ένας λόγος αποστειρωμένος, σχεδόν γραφειοκρατικά νεκρός, γεμάτος κενές έννοιες και αυτάρεσκη ηθικολογία. Καμία αναφορά στο πραγματικό πρόβλημα ισχύος, καμία αποδοχή της στρατηγικής υστέρησης της Ευρώπης, καμία πρόταση που να αγγίζει τη σκληρή πραγματικότητα του διεθνούς ανταγωνισμού. Ένας λόγος φτιαγμένος για να καθησυχάζει τις ευρωπαϊκές ελίτ, όχι για να απαντά σε έναν όλο και πιο εχθρικό κόσμο.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ευρώπη αγνοεί τι συμβαίνει. Το πρόβλημα είναι ότι αρνείται να το αποδεχθεί. Έχει εθιστεί στον ρόλο του κανονιστικού κήρυκα, την ώρα που γύρω της συγκροτούνται μπλοκ ισχύος τα οποία δεν ενδιαφέρονται ούτε για τις διακηρύξεις της ούτε για τη θεσμική της γλώσσα. Μιλά για κανόνες σε έναν κόσμο που ξαναγράφεται από εκείνους που διαθέτουν τη δύναμη να τους επιβάλλουν.

Στο Νταβός δεν επιβεβαιώθηκε απλώς η ευρωπαϊκή ανικανότητα· αναδείχθηκε η βαθύτερη ανεπάρκεια της ηγεσίας της. Μια ηγεσία που δεν διαθέτει ούτε στρατηγικό βάθος, ούτε πολιτικό θάρρος, ούτε ηθικό βάρος, και που αντιμετωπίζει τη νέα εποχή όχι με σχέδιο, αλλά με ευχολόγια. Όσο η Ευρώπη επιμένει να συγχέει την ηθική ανωτερότητα με την πολιτική ισχύ, τόσο μετατρέπεται από δρών υποκείμενο σε παθητικό αντικείμενο των εξελίξεων.

Σε ό,τι αφορά το ΝΑΤΟ, αυτό παραμένει μια διαρκής γελοιότητα, αν ληφθούν σοβαρά υπόψη οι τελευταίες δηλώσεις του Γενικού του Γραμματέα.

 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Γάιδαροι σέρνουν τα ευρωπαϊκά έλκυθρα στη Γροιλανδία

 

illustration by: Peter Schrank

Ο τρόπος που η Ε.Ε. και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες χειρίζονται (και) το ζήτημα της Γροιλανδίας είναι αποκαλυπτικός της ανεπάρκειας των θεσμών και της ανικανότητας των προσώπων να αντιμετωπίσουν κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα με αποφασιστικότητα και στρατηγικό όραμα.

Αυτή η ανεπάρκεια και αυτή η ανικανότητα καλούνται να αντιπαρατεθούν με την ωμή, κυνική, παρανοϊκή προσέγγιση Τραμπ, σύμφωνα με την οποία τα πάντα αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα “αγοράς”, εκβιασμού ή επίδειξης ισχύος.

Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ αντιμετωπίζει τη Γροιλανδία ως real estate και όχι ως κρίσιμο κόμβο διεθνούς σταθερότητας, η Ευρώπη θα όφειλε να αντιδράσει με σαφήνεια και αποφασιστικότητα. Αντί γι’ αυτό, οι Ευρωπαίοι ηγέτες κρύβονται πίσω από προσεκτικά διατυπωμένες ανακοινώσεις, αποφεύγοντας να πουν το προφανές: ότι ο ευρωπαϊκός χώρος δεν είναι διαπραγματεύσιμος και ότι η ασφάλεια και οι πόροι του δεν μπορούν να εξαρτώνται από τις εμμονές ενός ανόητου.

Η δε “ατλαντική συμμαχία” χρησιμοποιείται ως άλλοθι αδράνειας και όχι ως εργαλείο ισότιμης πολιτικής στάσης. Έτσι, η ΕΕ καθίσταται ανίκανη να υπερασπιστεί ακόμη και τα αυτονόητα.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο Τραμπ και η πολιτική του λογική — αν υπάρχει ίχνος λογικής! Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει ηγέτες με πολιτικό ανάστημα. Δεν διαθέτει θεσμούς με μηχανισμούς διασφάλισης.

Χωρίς στρατηγική αυτονομία στην πράξη και χωρίς τη βούληση να συγκρουστεί όταν απειλούνται τα συμφέροντά της - κάτι που παρατηρούμε διαρκώς για τις περιπτώσεις της Ελλάδος και της Κύπρου - η ΕΕ θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει. Έως ότου διαλυθεί εκ των ων συνετέθη καθώς, αν οι Ευρωπαίοι δεν λειτουργούν ως Ευρωπαίοι, δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Η Ιστορία γράφεται με αίμα και η παρακμή με αναρτήσεις


Η Ιστορία γράφεται με αίμα και η παρακμή με αναρτήσεις. Και η αλήθεια είναι ότι η νεότερη Ιστορία των ΗΠΑ έχει πράγματι γραφτεί με αίμα: από τη Χιλή, τη Γουατεμάλα, τη Νικαράγουα, τη Γρενάδα και τον Παναμά, μέχρι τη Γιουγκοσλαβία, τη Λιβύη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Βιετνάμ. Εξίσου αληθές είναι ότι η παρακμή της Ευρώπης αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στη στάση των ηγεσιών της απέναντι σε κάθε κρίση - και αποτυπώνεται ακόμη πιο εύγλωττα στη χθεσινοβραδινή ανάρτηση στο Facebook του Έλληνα πρωθυπουργού.

Τί ακριβώς έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Έσπευσε να προσδώσει πολιτική νομιμοποίηση στις αήθεις, καταχρηστικές και παράνομες ενέργειες των ΗΠΑ απέναντι σε μια κυρίαρχη χώρα, με το πρόσχημα της διακίνησης ναρκωτικών. Στην απέλπιδα προσπάθειά του να εναρμονιστεί με τη διακυβέρνηση Τραμπ - ή, για να το πω πιο καθαρά, με μια ντροπιαστική έκφραση υποτέλειας - ο Έλληνας πρωθυπουργός επιδοκιμάζει πρακτικές που υπονομεύουν το διεθνές δίκαιο, εκθέτει για πολλοστή φορά τη χώρα μας και διακινδυνεύει τα δίκαια και τα συμφέροντα του ελληνισμού στο μέλλον, ευθυγραμμιζόμενος με επιλογές ωμής ισχύος που, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφορούν ούτε την ασφάλεια ούτε τα πραγματικά συμφέροντα της Ελλάδας, αλλά εξυπηρετούν ξένες επιδιώξεις και γεωπολιτικούς τυχοδιωκτισμούς. 

Το ζήτημα ήταν και είναι ο Νικολάς Μαδούρο; Όχι, βέβαια. Το ζήτημα ήταν και είναι η “λύτρωση” των Βενεζουελάνων από έναν στυγνό δικτάτορα; Ασφαλώς όχι. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ο πλούτος της Βενεζουέλας και του λαού της. Θα πρέπει να είμαστε πιο υποψιασμένοι από εδώ και στο εξής. Όποιος εξακολουθεί να μιλά για “δημοκρατία” και “ανθρωπισμό” χωρίς να κατονομάζει τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από κάθε πρόθεση ή ενέργεια, είναι απλά υποκριτής. Η δε οποιαδήποτε αναφορά στο διεθνές δίκαιο - το καταλάβαμε όλοι αυτό, θέλω να πιστεύω - δεν είναι παρά ένα ρητορικό σχήμα κενού περιεχομένου, που επιστρατεύεται κατά περίπτωση. Άλλοτε για να δικαιολογήσει και άλλοτε για να αγνοηθεί επιδεικτικά, όταν στέκεται εμπόδιο στα σχέδια κάποιων ισχυρών.

Δυστυχώς, αυτή είναι η ποιότητα της εξωτερικής μας πολιτικής. Μια πολιτική που απαξιώνει την εικόνα της χώρας και υπονομεύει τις διεθνείς της σχέσεις.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Τι πραγματικά είπε ο Ακίλα Σάλεχ για το τουρκολιβυκό μνημόνιο


Τις τελευταίες ώρες διαβάζω πλήθος αναλύσεων και σχολίων που αποτιμούν θετικά την πρόσφατη συνέντευξη του προέδρου της λιβυκής Βουλής, Ακίλα Σάλεχ, στο Λιβυκό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναφορικά με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, τις ελληνολιβυκές σχέσεις και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;

Σύμφωνα με “Το Βήμα”, ο Ακίλα Σάλεχ “αμφισβητεί τη νομική ισχύ της συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης και μιλά για νέο πλαίσιο διαπραγματεύσεων στην Ανατολική Μεσόγειο”. Η διατύπωση αυτή εύλογα δημιούργησε την εντύπωση ότι ο Λίβυος αξιωματούχος αποδίδει στην ελληνική προσέγγιση τον χαρακτήρα μιας πιο ρεαλιστικής οδού επίλυσης. 

Ωστόσο, τα φαινόμενα - ή, για να είμαι ακριβέστερος, τα λεγόμενά του - μάλλον απατούν. Στον λόγο του Ακίλα Σάλεχ διακρίνω το γνώριμο μοτίβο της τουρκικής επιχειρηματολογίας, σε μια πιο “ευέλικτη” και διφορούμενη μορφή. Δεν πρόκειται για κάτι ασυνήθιστο στη διπλωματική πρακτική των μουσουλμάνων, με την ασάφεια να λειτουργεί συχνά ως εργαλείο πίεσης και να θεωρείται διαπραγματευτικό κεφάλαιο.

Ο Σάλεχ γνωρίζει καλά τον ρόλο του και τα όρια της επιρροής του στη λιβυκή πολιτική σκηνή. Γνωρίζει επίσης τη θέση της χώρας του στη διπλωματική σκακιέρα και τη σχετική ισχύ των βασικών παικτών στην περιοχή: της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Τουρκίας. 

Ποιο είναι, λοιπόν, το πραγματικό αντίκρισμα των δηλώσεών του;

Πρώτον, δεν αμφισβητούν στρατηγικά τις τουρκικές θέσεις. Αντιθέτως, κινούνται εντός του ίδιου πλαισίου, απλώς χωρίς την ευθύτητα της Άγκυρας, καθώς μια ανοιχτή ταύτιση θα οδηγούσε σε περαιτέρω διπλωματική απομόνωση. 

Δεύτερον, επιχειρούν - έστω έμμεσα - να ασκήσουν πίεση προς την ελληνική πλευρά, μεταφέροντας τη συζήτηση από το πεδίο της νομιμότητας στο πεδίο της διαπραγμάτευσης.

Τρίτον, αναδεικνύουν τη “λογική” του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου ως αντικείμενο διαλόγου και όχι ως ζήτημα που κλείνει με βάση το διεθνές δίκαιο. 

Και τέταρτον, αποφεύγουν κάθε συγκεκριμένη δέσμευση. Το υπονοούμενο είναι σαφές: “όλα βρίσκονται στο τραπέζι”.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το διαχρονικό πρόβλημα για την ελληνική διπλωματία. Η Ελλάδα προσεγγίζει τα ζητήματα πρωτίστως νομικά. Η Τουρκία - και αρκετοί περιφερειακοί δρώντες - τα προσεγγίζουν διαπραγματευτικά. Και πράττουν αναλόγως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. 

Τί μας είπε, τελικά, ο Ακίλα Σάλεχ; Όχι ότι το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο. Όχι ότι αποδέχεται την ελληνική νομική επιχειρηματολογία αλλά, τίποτε δεν θεωρείται οριστικό και ότι όλα μπορούν να επαναδιατυπωθούν μέσα από μια διαδικασία διαπραγμάτευσης στην οποία “χωρούν όλοι”.

Συμπερασματικά, ο στόχος του στρατοπέδου Χαφτάρ δεν φαίνεται να είναι η ακύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου, αλλά η έμμεση νομιμοποίησή του μέσω μιας αναδιαπραγμάτευσης των όρων του. Και αυτό καλό είναι να το γνωρίζουμε.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Το φάντασμα της G-2

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

 

 

Στις 30 Οκτωβρίου, οι πρόεδροι Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ συναντήθηκαν στη Νότια Κορέα. Πριν από τις συνομιλίες, ο Τραμπ έκανε μια δημοσίευση στο Truth Social τονίζοντας «Η G-2 ΘΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΙ ΣΥΝΤΟΜΑ!». Αυτό το φαινομενικά πρόχειρο σχόλιο, φέρει βαρύ ιστορικό φορτίο. 
 
Σηματοδοτεί την επιστροφή - τουλάχιστον ρητορικά - μιας ιδέας που κάποτε προτάθηκε και απορρίφθηκε τόσο από την Ουάσινγκτον όσο και από το Πεκίνο: μια «Ομάδα των Δύο», Κίνας και ΗΠΑ που θα διαχειρίζονται από κοινού τις παγκόσμιες υποθέσεις.
 
Η ιδέα της G-2 εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2005 από τον C. Fred Bergsten (οικονομικό σύμβουλο του Χένρι Κίσινγκερ) και πήρε υπόσταση την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, όταν οι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αναζητώντας σταθερότητα, κάλεσαν το Πεκίνο να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για τη διάσωση της παγκόσμιας οικονομίας. Διανοούμενοι και αξιωματούχοι (μεταξύ των οποίων και ο Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι, ο ιστορικός Νιλ Φέργκιουσον, ο πρώην πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Ρόμπερτ Ζέλικ κλπ ) πρότειναν την ευρύτερη ιδέα μιας «G-2»: η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο ως κοινοί διαχειριστές της παγκόσμιας τάξης.
 
Ωστόσο, η Κίνα δεν ενδιαφερόταν. Καθοδηγούμενη από την αρχή του taoguang yanghui - διατήρηση χαμηλού προφίλ, δηλαδή κρύψε το ταλέντο σου και άφησε τον χρόνο να περνάει - το Πεκίνο εκείνη την εποχή ήταν επιφυλακτικό απέναντι στην παγκόσμια ηγεσία. Η εστίασή του παρέμεινε εγχώρια: η διατήρηση της ταχείας ανάπτυξης, η διατήρηση της κοινωνικής σταθερότητας και η αποφυγή επαχθών εξωτερικών δεσμεύσεων. Ο τότε πρωθυπουργός Ουέν Ζιαμπάο απέρριψε ρητά αυτό το ενδεχόμενο. «Κάποιοι λένε ότι οι παγκόσμιες υποθέσεις θα διαχειρίζονται αποκλειστικά από την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Νομίζω ότι αυτή η άποψη είναι αβάσιμη και λανθασμένη», δήλωσε το 2009. «Είναι αδύνατο για μερικές χώρες ή μια ομάδα μεγάλων δυνάμεων να επιλύσουν όλα τα παγκόσμια ζητήματα. Η πολυπολικότητα και η πολυμέρεια αντιπροσωπεύουν τη μεγαλύτερη τάση και τη βούληση των ανθρώπων».
 
Αλλά και η Ουάσινγκτον επίσης, δίσταζε για διαφορετικούς λόγους: η αντιμετώπιση της Κίνας ως ισότιμου εταίρου διακινδύνευε την ταχύτατη ανύψωση της παγκόσμιας θέσης του Πεκίνου. Η G-2, λοιπόν, ήταν μια δυτική πρόταση από κάποιους κύκλους, αλλά όχι ένα πολιτικό σχέδιο.
 
Αυτή η εικόνα άλλαξε από τον Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος ανέλαβε την εξουσία το 2012 και σταδιακά εγκατέλειψε το αξίωμα που ίσχυε από την εποχή του Τενγκ Σιάο Πινγκ. Ο Σι πρόβαλε μια Κίνα που δεν ήταν πλέον ικανοποιημένη με το να είναι αποδέκτης κανόνων, αλλά πρόθυμη να διαμορφώσει την παγκόσμια διακυβέρνηση. Η πρότασή του για ένα «νέο είδος σχέσεων μεγάλων δυνάμεων» ήταν ουσιαστικά ως ιδέα του Πεκίνου, παρόμοια με την G-2. Υποστήριζε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως ίσοι, να αποφεύγουν την αντιπαράθεση και να συνεργάζονται για τη σταθεροποίηση της διεθνούς τάξης. Ήταν ουσιαστικά μια G-2 με κινεζικά χαρακτηριστικά.
 
Αλλά τότε, η Ουάσινγκτον δεν ενδιαφερόταν. Η κυβέρνηση Ομπάμα δίσταζε να υιοθετήσει γλώσσα που υπονοούσε ισότητα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, προτιμώντας να παρουσιάσει το Πεκίνο ως «υπεύθυνο ενδιαφερόμενο μέρος» σε μια τάξη πραγμάτων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, παρά ως συν-διαχειριστή. Χωρίς την αμερικανική υποστήριξη, η ιδέα του Σι ξεθώριασε και εξαφανίστηκε αθόρυβα.
 
Μέχρι σήμερα, η έννοια της G-2 φαινόταν ξεπερασμένη. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας επιδεινώθηκαν ραγδαία κατά την πρώτη προεδρία του Τραμπ και ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της προεδρίας Μπάιντεν. Οι ΗΠΑ παρουσίασαν την Κίνα ως τον κύριο στρατηγικό αντίπαλό τους, περιορίζοντας τις ροές τεχνολογίας, ενισχύοντας τις συμμαχίες στην Ασία και προειδοποιώντας για τις φιλοδοξίες του Πεκίνου.
 
Το Πεκίνο, από την πλευρά του, προώθησε την Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», εμβάθυνε τους δεσμούς με τη Ρωσία και τόνισε τις δικές του παγκόσμιες πρωτοβουλίες, όπως τα πλαίσια Παγκόσμιας Ανάπτυξης και Παγκόσμιας Ασφάλειας. Η αμοιβαία καχυποψία κυριάρχησε. Μακράν από το να σκέφτονται την κοινή ηγεσία, οι δύο υπερδυνάμεις φαινόταν κλειδωμένες σε μια μακροπρόθεσμη αντιπαλότητα.
 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αναβίωση του όρου G-2 από τον Τραμπ το 2025 είναι αξιοσημείωτη. Η παρουσίαση της συνάντησής του με τον Σi ως συνάντησης «G-2» σηματοδοτεί, τουλάχιστον, την αναγνώριση της Κίνας ως ισότιμης.
 
Υποδηλώνει όμως μια επιθυμία για μια διμερή συμφωνία, στην οποία η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο διαχειρίζονται από κοινού τις παγκόσμιες υποθέσεις; Πρόκειται για άλλη μια ρητορική ακροβασία του Αμερικανού προέδρου; Μήπως αποτελεί μια προσωρινή βάση για μια συναλλακτική πολιτική, από αυτές που αρέσουν στον Ντόναλντ Τραμπ;
 
Για το Πεκίνο, αυτή η εξέλιξη είναι ευπρόσδεκτη. Σε αντίθεση με το 2008, όταν η Κίνα απέφευγε την παγκόσμια ηγεσία, ο Σι σήμερα την αγκαλιάζει. Η αναγνώρισή της από τον Τραμπ ως μέρος μιας G-2, θα αποτελούσε μια συμβολική επικύρωση του καθεστώτος της Κίνας ως μεγάλης δύναμης, κάτι που η κινεζική ηγεσία δεν κρύβει ότι το επιθυμεί.
 
Ωστόσο, ο εκπρόσωπος της Κίνας Γκούο Τζιακούν δήλωσε ότι, όπως επεσήμανε ο Σι κατά τη διάρκεια της συνάντησης, η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να εμπλακούν σε θετικές αλληλεπιδράσεις στην περιφερειακή και διεθνή σκηνή. Ο κόσμος σήμερα αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις και η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν από κοινού να επιδείξουν την ευθύνη τους ως μεγάλες δυνάμεις και να συνεργαστούν για να επιτύχουν πιο σημαντικά, πρακτικά και ωφέλιμα πράγματα και για τις δύο χώρες και για τον κόσμο.
 
Ο Γκούο Τζιακούν τόνισε ότι η Κίνα ακολουθούσε πάντα μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική ειρήνης. Ως η μεγαλύτερη αναπτυσσόμενη χώρα, εταίρος του Κινήματος των Αδεσμεύτων και μέλος του Παγκόσμιου Νότου, η Κίνα στάθηκε πάντα στο πλευρό της συντριπτικής πλειοψηφίας των αναπτυσσόμενων χωρών και θα συνεχίσει να εφαρμόζει γνήσιο πολυμερισμό, να συνεργάζεται με όλες τις χώρες για τη διασφάλιση του πολυμερούς εμπορικού συστήματος με τον ΠΟΕ στον πυρήνα του, να τηρεί τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τους βασικούς κανόνες των διεθνών σχέσεων, να προωθεί έναν δίκαιο και εύτακτο πολυπολικό κόσμο και μια συμπεριληπτική οικονομική παγκοσμιοποίηση και να εισάγει περισσότερη βεβαιότητα και σταθερότητα στον κόσμο.
 
Σε γενικές γραμμές, είναι πολύ νωρίς για να γίνουν εκτιμήσεις για τις εξελίξεις και ο ένοικος του Λευκού Οίκου δεν φημίζεται για τη σταθερότητα των απόψεων του.

Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

Ειρήνη χωρίς νίκη

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς


Η έννοια της «ειρήνης χωρίς νίκη», όπως διατυπώθηκε από τον πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον στην ομιλία του προς τη Γερουσία των ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 1917, αποτελεί ένα ιδεαλιστικό όραμα για την επίλυση συγκρούσεων χωρίς την επιβολή όρων από τον νικητή. Η πρόταση του Ουίλσον είχε σκοπό να τερματίσει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με την προώθηση μιας ειρήνης που θα απέφευγε την οργή και την αστάθεια που ενυπάρχουν σε τιμωρητικούς διακανονισμούς. Υπάρχει όμως και μια συνάφεια με τις σύγχρονες συγκρούσεις, ιδιαίτερα τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία. Μέσα από την παράθεση παραλληλισμών μεταξύ της προσέγγισης του Γουίλσον και των σύγχρονων διπλωματικών προσπαθειών, ιδίως αυτών που συνδέονται με τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ για την Ουκρανία, μπορούμε να διακρίνουμε επαναλαμβανόμενα θέματα στην αμερικανική εξωτερική πολιτική: την επιδίωξη της ηγεμονικής επιρροής, την ένταση μεταξύ ιδεαλισμού και ρεαλπολιτίκ και τη δυσχερή θέση των κρατών που εξαρτώνται από την αμερικανική υποστήριξη. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://geoeurope.org/2025/07/24/eirini-xoris-niki/

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2025

Η Σύνοδος των BRICS στο Καζάν

γράφει ο Παύλος Χριστόπουλος


Η Διακήρυξη του Καζάν της 16ης Συνόδου Κορυφής της ομάδας BRICS, είναι ένα μεγάλο έγγραφο με 134 σημεία. Μια παρόμοια Διακήρυξη που υιοθετήθηκε στη Σύνοδο Κορυφής των BRICS στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής τον Αύγουστο του 2023, είχε μόνο 94 σημεία. Πριν από αυτή, η Διακήρυξη που υιοθετήθηκε στο Πεκίνο τον Ιούλιο του 2022, περιλάμβανε μόνο 75 σημεία. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2024/12/03/i-synodos-ton-brics-sto-kazan/

Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

Ο πονοκέφαλος των Σκοπίων

Είναι πλέον ιστορικά αδιαμφισβήτητο πως κάθε φορά που κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ ή Νέας Δημοκρατίας καταπιάστηκε (και) με το ζήτημα των Σκοπίων, δοκιμάσαμε την απογοήτευση και την ήττα. Απότοκος της πολιτικής "ικανότητας" ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ήταν η Συμφωνία των Πρεσπών - με την οποία μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί, συνιστά ωστόσο την καλύτερη δυνατή συμβιβαστική λύση και για τα δύο μέρη.

Την συμφωνία αυτή δεν την υπέγραψαν ρεμπεσκέδες - όπως ατυχώς κι ανόητα συνηθίζει να εκφράζεται η Ντόρα Μητσοτάκη - αλλά οι ηγεσίες δύο κρατών. Και οι δύο με γνώμονα την διασφάλιση των προσδοκιών των χωρών τους (σ.σ. από το περιεχόμενο και το πνεύμα αυτής της συμφωνίας)
 
Το πως ερμηνεύει αυτό το πνεύμα και το περιεχόμενο η κάθε πλευρά είναι άλλου παπά ευαγγέλιο και δεν θα σας κουράσω με εικασίες κι απόψεις δικές μου ή άλλων. Από εκεί και ύστερα, κάθε συμφωνία δεν είναι απλά ένα κείμενο ή παράθεση ιδεών αλλά εργαλείο κι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει την δύναμη και τη δυνατότητα να υποχρεώσει την νεοεκλεγείσα ηγεσία των Σκοπίων να συνετιστεί και επιδείξει συνέπεια στις υποχρεώσεις της. Το θέμα είναι αν το θέλει... Για να δούμε...

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2024

Ερυθρά Θάλασσα: Αντικρουόμενες γεωστρατηγικές επιδιώξεις

γράφει ο Νάσος Πετράκης

 


Η Ερυθρά Θάλασσα και το στενό Μπαμπ αλ-Μαντέμπ έχουν μεγάλη στρατηγική σημασία στην παγκόσμια γεωπολιτική, λειτουργώντας ως κρίσιμος κρίκος μεταξύ της Μεσογείου, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και του Ινδικού Ωκεανού. Αυτή η περιοχή δεν είναι μόνο κομβική για το παγκόσμιο θαλάσσιο εμπόριο, αλλά και για τη διακίνηση πετρελαίου και φυσικού αερίου, όπως και για τη ναυτική στρατηγική.

Οι χώρες που συνορεύουν με την Ερυθρά Θάλασσα ‒Αίγυπτος, Σουδάν, Ερυθραία, Τζιμπουτί, Σαουδική Αραβία, Υεμένη και Ιορδανία‒ μαζί με περιφερειακές δυνάμεις με πάγια συμφέροντα, έχουν διαφορετικές και συχνά ανταγωνιστικές γεωστρατηγικές προτεραιότητες. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2024/03/17/erythra-thalassa-antikrouomenes-geostratigiki/

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2024

Η Ινδία και οι γεωπολιτικές ισορροπίες σε μία εποχή αλλαγών

γράφει ο Παύλος Χριστόπουλος 

 

Η Ινδία αντιπροσωπεύει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα του πώς ένα ανεξάρτητο κράτος, ικανό να κλίνει την παγκόσμια ισορροπία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, συμπεριφέρεται σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Αλλά και το πώς το διεθνές περιβάλλον μπορεί να το περιορίσει.

Η Ινδία έχει ήδη εξασφαλίσει μια εξέχουσα θέση στην παγκόσμια σκηνή στο εγγύς μέλλον, χάρη στις πολιτικές διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στη χώρα, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2024/02/22/i-india-kai-oi-geopolitikes-isorropies/

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2023

Κι όμως...

... το ζητούμενο δεν είναι "η διατήρηση των ήρεμων νερών στο Αιγαίο". Αν αυτό είναι το σημείο εκκίνησης των συνομιλιών σε κάθε επίπεδο και σε κάθε ευκαιρία από την ελληνική πλευρά τότε, πολύ φοβάμαι, η ελληνική διπλωματία εξακολουθεί να βαδίζει σε δρόμους που δεν βγάζουν πουθενά...


 

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

Η νέα κυβέρνηση της Σερβίας, η ουδετερότητα και το Κοσσυφοπέδιο

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

Μετά από έξι μήνες διαβουλεύσεων και συζητήσεων στη Σερβία, ανακοινώθηκε η σύνθεση της νέας κυβέρνησης. Από τα πρόσωπα που συμμετέχουν είναι δυνατόν να πούμε ποιος ενίσχυσε τη θέση του στον άξονα Βελιγράδι – Μόσχα—Βρυξέλλες. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2022/11/08/i-nea-kybernisi-tis-serbias-i-oydetero/

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

Περί διεθνοποίησης του τουρκικού αναθεωρητισμού

 

Ας μην γελιόμαστε. Ο τουρκικός αναθεωρητισμός νομιμοποιήθηκε από τις δικές μας φοβίες, την υποχωρητικότητα, τις αστοχίες μας, την απουσία σχεδίου και συντονισμού των πολιτικών δυνάμεων της πατρίδας μας… από τον πολιτικό μας “πολιτισμό”. Πιθανόν, να μην γινόταν διαφορετικά.

Να μην λησμονούμε ποτέ τη διάσταση Ανατολής - Δύσης σε ό,τι αφορά νοοτροπία κι αντίληψη. Αυτή η διάσταση αυξάνει μέρα με τη μέρα μέσα από το πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων καθώς, δεν εντοπίζεται μόνον στις όποιες εδαφικές βλέψεις και διεκδικήσεις που ανέκαθεν προέβαλε η γειτονική μας χώρα, ούτε και περιορίζεται στην επιρροή και την ισχύ ή τα όποια ενδεχόμενα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποδώσει η περιοχή μας. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο κόσμους είναι πολιτισμική. Φτάνει να παρατηρήσει κανείς την φρασεολογία που χρησιμοποιείται και από τις δύο πλευρές, για να διαπιστώσει ότι το ζήτημα είναι πιο σύνθετο απ’ όσο φαίνεται.

Η Τουρκία είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα

Το πρόβλημα όμως, είναι η Τουρκία. Και τί μας λέει; Μας δηλώνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι δεν δεσμεύεται από καμία συμφωνία, καμία συνθήκη και καμία συνεννόηση εφόσον αυτή δεν εξυπηρετεί τους στόχους και τα συμφέροντά της. Δεν σέβεται ούτε εχθρούς, ούτε φίλους· εκμεταλλεύεται την ευρωπαϊκή ανεπάρκεια κι απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο. Καταφέρεται εναντίον του ελληνισμού με φτηνή γλώσσα, ψεύδη, συκοφαντίες και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς αλλά και με πολιτικές που κινούνται μακράν και πέραν κάθε νομιμότητας ή λογικής. Σημειωτέον, όταν ομιλούμε περί νομιμότητας αλλιώς την εννοεί η Δύση και αλλιώς η Ανατολή και μάλιστα, καθεστώτα όπως εκείνα της Ρωσίας, της Τουρκίας ή του Ιράν κ.λπ.

Όσοι γνωρίζουμε τους τούρκους και τον τρόπο που εκφράζονται και συμπεριφέρονται - ακόμη και μεταξύ τους, κυρίως μεταξύ τους - δεν δοκιμάζουμε την παραμικρή έκπληξη. Αντίθετα, έκπληξη προκαλεί η επιμονή κάποιων συγκεκριμένων προσώπων και κύκλων στην χώρα μας στην διατήρηση μιας παθητικής - “ψύχραιμη” την ονομάζουν - στάσης που, αντί να διορθώνει κάπως τα πράγματα, προμηθεύει με περισσότερη καύσιμη ύλη τον τουρκικό παροξυσμό. Στον αντίποδα, έχουμε και τις υστερικές πολεμικές ιαχές κάποιων άλλων λες και τώρα ήρθε η ώρα να πάρουμε την Πόλη…

Έτσι όμως δεν γίνεται εξωτερική πολιτική. Δεν είναι αυτός ο ενδεδειγμένος τρόπος διασφάλισης των εθνικών μας συμφερόντων. Κι όλοι όσοι γράφουμε ή ομιλούμε δημόσια κι εκφραζόμαστε κατά την αντίληψή μας, πριν οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να αναλογιστούμε εάν πράγματι βοηθούμε και υποστηρίζουμε την εθνική προσπάθεια με τους λόγους και τα γραπτά μας.

Ωστόσο, η γειτονική μας χώρα έχει επιλέξει τον δρόμο της. Κι αν φαίνεται ότι λειτουργεί βάσει σχεδίου, μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει την πραγματικότητα. Από την στιγμή που αισθάνθηκε ότι μπορεί, προβάλλει αξιώσεις και διεκδικεί έναν ρόλο που δεν είναι ανάλογος ούτε των δυνατοτήτων της, ούτε της ιστορίας της, ούτε του πολιτισμού της. Δοκιμάζει κάθε δυνατή εναλλακτική έτσι, ώστε επαληθευθεί το αφήγημα της “μεγάλης” και “σημαντικής” Τουρκίας.

Τί την έκανε να αισθανθεί “δυνατή”; Ανίκανες ευρωπαϊκές ηγεσίες, η ασυνεννοησία μεταξύ τους σε πλήθος ζητημάτων, η άνοδος της ακροδεξιάς και η αυξανόμενη ισλαμοφοβία στον ευρωπαϊκό χώρο, το πλεονέκτημα που της παραχώρησαν Τραμπ-ρεπουμπλικάνοι, η αποχώρηση των αμερικανών και των συμμάχων τους από το Αφγανιστάν, τα ρωσικά σχέδια έναντι της Ουκρανίας και η αλληλοκατανόηση με τη Μόσχα, η απρόσκοπτη διείσδυσή της στην Αφρική, η χρησιμότητά της στο ενεργειακό πεδίο, το μεταναστευτικό/προσφυγικό, ο πλούτος του Αιγαίου και της Μεσογείου… όλα αυτά κι ακόμη περισσότερα, τροφοδότησαν τις φαντασιώσεις της τουρκικής ισλαμιστικής και εθνολαϊκιστικής ελίτ που διέκρινε το περιθώριο ανάπτυξης μια αναθεωρητικής πολιτικής χαμηλού κόστους. Τώρα, πόσο “χαμηλό” θα είναι αυτό το κόστος μένει να το δούμε.

Πάντως, ο τουρκικός ρεβιζιονισμός δεν έχει στο επίκεντρό του μόνο την Ελλάδα. Οι βλέψεις και οι επιδιώξεις της Τουρκίας δεν περιορίζονται σε εμάς. Εμείς όμως στεκόμαστε εμπόδιο σε αυτές τις επιδιώξεις. Κι όπως πολύ ορθά το περιέγραψε με λίγες λέξεις ο Δρ. Νικ. Ντάσιος σε πρόσφατο άρθρο του στην Huffington Post: “ο ελληνισμός στην παρούσα συγκυρία (και για ακόμη μια φορά) μετατρέπεται σε σύνορο του Δυτικού κόσμου έναντι του Ασιατικού δεσποτισμού”.

Διεθνείς σχέσεις και όροι επικοινωνίας

Όμως, ας πάμε στην ουσία του θέματος ή έστω, στην πιο σημαντική του παράμετρο. Οι διεθνείς σχέσεις αν και στην δομή τους έχουν κάποιες σταθερές που είναι αποδεκτές και ακολουθούνται από όλους εντούτοις, μεταβάλλονται, αναπτύσσονται και εξελίσσονται διαρκώς. Κι εκεί είναι που πάσχουμε ως χώρα. Αυτό πρέπει να είναι για εμάς το ζητούμενο!

Η Ελλάδα, ακόμη και τώρα, επιμένει στην χρήση εργαλείων και στην εφαρμογή πρακτικών που θεωρούνται από παρωχημένες και άχρηστες ως εξαιρετικά επικίνδυνες, εφόσον δεν καταφέρνουν να λύνουν προβλήματα ή να δημιουργούν ευκαιρίες στο βαθμό που θα ήθελε κανείς. Πρέπει κάποια στιγμή και μάλιστα γρήγορα να τελειώνουμε με το “μύκονοςςςςς”, συρτάκι, σουβλάκι, φουστανέλα, “nick the greek” και τα τοιαύτα. Ούτε και το χαρτί του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και πνεύματος είναι πλέον αρκετό. Κι αν αυτή δεν είναι η αλήθεια, αυτή την εικόνα βγάζουμε προς τα έξω και δεν μας βοηθά καθόλου.

Τί περιμένουμε ή τί άλλο θα πρέπει να συμβεί για να αναθεωρήσουμε επιτέλους - κι εμείς με τη σειρά μας, τον τρόπο που προωθούμε τις διεθνείς μας σχέσεις και ασκούμε την εξωτερική μας πολιτική; Είναι ή δεν είναι αντικειμενικός μας σκοπός η διασφάλιση της κυριαρχίας μας, των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων αλλά και η ασφάλεια και η ευημερία μας;

Ας παρατηρήσουμε τι συμβαίνει γύρω μας. Όλες οι χώρες αργά ή γρήγορα καλούνται να διαχειριστούν ζητήματα που θεωρούνταν λίγο ως πολύ λυμένα. Νέοι συσχετισμοί δημιουργούνται διαρκώς και επιδιώκουν την νομιμοποίησή τους όχι απαραίτητα με την ισχύ αλλά, όλο και πιο συχνά, με όρους marketing και πρακτικές merchandising.

Εμείς βέβαια, έχοντας την Τουρκία δίπλα μας, είμαστε μάλλον άτυχοι. Αλλά, αν μη τι άλλο, οι όροι του εμπορίου απέκτησαν νέο νόημα και νέο περιβάλλον εφαρμογής, δημιουργώντας ένα χαοτικό μείγμα προθέσεων, στόχων, αντιλήψεων, ερμηνειών αξιώσεων και ναι, αιτιάσεων που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος εξαιτίας πολλών παραγόντων, μεταξύ αυτών, της άγνοιας, της ανεπάρκειας και την μετριότητας που είναι δεδομένες στην ευρωπαϊκή πολιτική ζωή - μιλώντας πάντα για τα του οίκου μας!  Έτσι, κράτη, λαοί, θεσμοί, οργανισμοί μετατράπηκαν σε καταναλωτές - και μάλιστα, δίχως καταναλωτική συνείδηση!

Η Τουρκία, πέραν της καθημερινά επαναλαμβανόμενης φτηνής ρητορικής, των προσβολών και των απειλών που εξαπολύει με κάθε ευκαιρία, έχει επιδοθεί σε έναν μεγάλο αγώνα δυσφήμισης και εξαναγκασμού (μας) κι επενδύει στην ψυχραιμία - με ή χωρίς εισαγωγικά - που εμείς επιδεικνύουμε. Και βρίσκει ευήκοα ώτα, όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο ή παράλογο. Προφανώς, το ζήτημα δεν είναι μόνον γεωπολιτικό…

Γιατί λοιπόν τα καταφέρνει εφόσον έχει άδικο; Μήπως δεν επικοινωνούμε τις θέσεις μας και τις απόψεις μας με τρόπο αποτελεσματικό; Μήπως οι όροι με τους οποίους επιδιώκουμε αυτήν την επικοινωνία είναι κάπως ξεπερασμένοι;      

Από την άλλη, δεν μπορούμε να επαναπαυόμαστε εσαεί στους αγώνες της ομογένειας και την καλή πίστη δυο-τριών-πέντε-δέκα γερουσιαστών στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ή στην κατανόηση και συμπαράσταση φίλων κι εταίρων εδώ στην Ευρώπη, όταν κάποιοι αυτούς επενδύουν στην πολεμική μηχανή της Τουρκίας· εναντίον μας δηλαδή!

Θυμάμαι - δεν πάει πολύς καιρός, την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να σηκώνει padiera rossa για την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και να απειλεί με επιβολή κυρώσεων την Ρωσία, την ίδια ώρα και στιγμή που η Τουρκία επιτίθονταν στην Ελλάδα (Έβρος, Μάρτιος 2020). Κυρώσεις δεν υπήρξαν ποτέ και ούτε θα υπάρξουν αν κι εφόσον εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε την εδαφική μας ακεραιότητα.

Στο τέλος-τέλος, μήπως θα πρέπει να αρχίσουμε να διατυπώνουμε μία σειρά ερωτημάτων που θα βοηθήσουν τη διεθνή κοινότητα να δει ό,τι δεν βλέπει ή δεν θέλει να δει; για παράδειγμα, πόσο αξιόπιστη είναι η Τουρκία και πώς; Διασφαλίζει τα συμφέροντα του ελεύθερου και δημοκρατικού κόσμου; Πώς; Να μάθουμε επιτέλους, πόσο στρατηγική είναι τελικά η θέση της και πως μας εξυπηρετεί; - αν μας εξυπηρετεί…  

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

77η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών: Η αξιοπρεπής στάση του ελληνισμού απέναντι στις προκλήσεις και τις απειλές της Τουρκίας

 

Επιχειρώντας μία πρώτη εκτίμηση και συγκρίνοντας τις ομιλίες Ερντογάν - Μητσοτάκη / Αναστασιάδη στην Ολομέλεια των Ηνωμένων Εθνών, δεν μπορώ παρά να σημειώσω πριν από οτιδήποτε άλλο το οφθαλμοφανές: το χάσμα - δηλαδή - που χωρίζει το ελληνικό πνεύμα από τον τούρκικο χαρακτήρα. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.facebook.com/christos.moissidis/posts/10228281283478569

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2022

Οι ομαδοποιήσεις της παγκόσμιας οικονομίας

γράφει ο Σπύρος Αξαρλής

 


Τον τελευταίο καιρό, το Πεκίνο διεξάγει διάλογο με τη συλλογική Δύση με σκληρό, ακόμη και αγενή τόνο. Το παλιό τακτ, η συνηθισμένη ανατολική διπλωματία, δομημένη σε αόριστους υπαινιγμούς, έχει εξαφανιστεί. Και από τον περασμένο Φεβρουάριο, το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών έχει αρχίσει να μεσολαβεί πιο αποφασιστικά για τη Ρωσία.

Την Πέμπτη 14 Ιουνίου, το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών εξέπληξε για άλλη μια φορά τη διεθνή κοινότητα με ένα σύντομο, αλλά περιεκτικό σχόλιο. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Zhao Lijiang σημείωσε τη διαφορά στην κατανόηση της φράσης «διεθνής κοινότητα» ανάμεσα σε όλο τον κόσμο και στο δυτικό Τύπο. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2022/07/15/oi-omadopoiiseis-tis-pagkosmias-oiko/

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2022

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι η Τουρκία


Υπάρχει πλέον ικανός αριθμός εμπεριστατωμένων άρθρων κι αναλύσεων, και σε έντυπη και ηλεκτρονική έκδοση, αναφορικά με τα αποτελέσματα της Συνόδου του ΝΑΤΟ στην Μαδρίτη. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν συμμερίζονται τις εκτιμήσεις της ελληνικής κυβέρνησης κι απορρίπτουν την θετική αποτίμηση της Αθήνας για ό,τι αφορά στο πεδίο των ελληνοτουρκικών κι ευρωτουρκικών σχέσεων. Στην συνέχεια θα εξηγηθεί το γιατί. Προηγουμένως όμως, ας θυμηθούμε με ποιο σκεπτικό μετέβησαν στην Μαδρίτη Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός, για να επαναβεβαιώσει την προσήλωσή της Ελλάδας στους ευρωατλαντικούς δεσμούς, την υποστήριξή της στην διεύρυνση της Συμμαχίας αλλά και για να απαντήσει σε τυχόν προκλήσεις της τουρκικής πλευράς – όπως στελέχη της ΝΔ και συστημικά μέσα ενημέρωσης είχαν επιμελώς φροντίσει να προκαταλάβουν την ελληνική κοινή γνώμη, το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της Συνόδου.

Ο Τούρκος Πρόεδρος, για να αναδείξει την Τουρκία ρυθμιστή των ευρωπαϊκών θεμάτων.

Και οι δύο επέτυχαν τον αντικειμενικό τους σκοπό. Από εκεί και ύστερα, ο δρόμος της διεύρυνσης δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Η ασφάλεια της Ευρώπης παραμένει ζητούμενο και το νέο στρατηγικό δόγμα του ΝΑΤΟ; Με δεδομένη την αδυναμία των ευρωπαϊκών ηγεσιών να διακρίνουν εγκαίρως απειλές, πραγματικές απειλές! και να αξιολογούν το είδος και το μέγεθος των προκλήσεων που παρουσιάζονται μπροστά τους κάθε φορά, μας επιτρέπεται να ομιλούμε από τώρα για μία μεγάλη αποτυχία. 

Σουηδία – Φινλανδία – Τουρκία 

Αν μη τι άλλο, η Τουρκία θα ήθελε κάτι καλύτερο από ένα γενικόλογο κείμενο σαν κι αυτό που τελικά υπεγράφη από τους Υπουργούς Εξωτερικών των τριών χωρών. Δηλαδή, της Τουρκίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας. Εντούτοις, η υπογραφή ενός μνημονίου κατανόησης και συνεργασίας δεν ήταν το ζητούμενο στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου. Γι’ αυτό και η στάση των Τούρκων ήταν μάλλον χλιαρή.

Από την άλλη, τα χαμόγελα των ευρωατλαντιστών περίσσευαν κι οι διαβεβαιώσεις περί ενός «έντιμου» συμβιβασμού τύπου win-win ή ...kazan-kazan, κατά την προσφιλή έκφραση του Τούρκου Προέδρου στη γλώσσα του, έδιναν κι έπαιρναν. «Ξεπεράστηκε ο σκόπελος». «Πρυτάνευσε η λογική» και οι «συμμαχικοί δεσμοί είναι πιο ισχυροί από ποτέ».

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το ΝΑΤΟ δεν επιθυμεί ένα μέλλον χωρίς την Τουρκία. Μια  σειρά χωρών από τις Η.Π.Α. και τη Μεγάλη Βρετανία, μέχρι την Ισπανία και την Ιταλία μα, ακόμη και  η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, δεν αντιλαμβάνονται την Τουρκία ως «συστημική πρόκληση», παρά την έως τώρα συνολική συμπεριφορά της και τις έντονα ευδιάκριτες διαφορές σε πολιτικό, πολιτισμικό, αξιακό και ιδεολογικό επίπεδο. Έτσι, είναι πάντοτε διατεθειμένες να κάνουν υποχωρήσεις και να επιδιώκουν συμβιβασμούς, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζουν ένα μίνιμουμ σταθερότητας κι ασφάλειας. Πάνω και πέρα απ’ όλα σημασία έχει η επικαιροποίηση του αφηγήματος της «συνοχής» και της «συνεννόησης»…

Δεν πρόλαβε ο Πρόεδρος Ερντογάν να επιστρέψει στην Τουρκία κι ευθύς αμέσως επανέλαβε - με την γνωστή αυθάδη ρητορική του - εκβιασμούς και απειλές, απαιτώντας εφαρμογή των συμφωνηθέντων, όπως τα εννοεί και τα ερμηνεύει η τουρκική ηγεσία, προκαλώντας εκ νέου πονοκέφαλο στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αφού, ο δρόμος μέχρι τη επικύρωση της ένταξης Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ από το τουρκικό κοινοβούλιο θα είναι μακρύς.

Οι απαντήσεις της φινλανδικής Προεδρίας και του Υπουργού Δικαιοσύνης της Σουηδίας σε αυτές τις απαιτήσεις, καταδεικνύουν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο αυτή την διαφορά ερμηνείας την οποία κι επισημαίνουμε και παράλληλα, επαληθεύονται για πολλοστή φορά όλοι όσοι έχουν κατ’ επανάληψη εκφράσει την άποψη ότι, η Άγκυρα όχι μόνον δεν σέβεται την υπογραφή της αλλά, κι ερμηνεύει συμφωνίες, συνθήκες και μνημόνια συνεργασίας μέσα από το πρίσμα των δικών της "ευαισθησιών", φιλοδοξιών κι επιδιώξεων.

Όμως, αυτό το γνωρίζουν όλοι! Συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής κυβέρνησης. Το γνωρίζει και ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ ο οποίος,
μόνο που δεν δακρύζει κάθε φορά που προφέρει το όνομα της γειτονικής μας χώρας. Γι’ αυτό και παρουσιάστηκε και προτάθηκε προς τα ενδιαφερόμενα μέρη ένα κείμενο επιτηδευμένα γενικόλογο ώστε, Σουηδία και Φιλανδία να νιώθουν ικανοποιημένες μέσα από ασάφειες και κενά, η δε Τουρκία, να εξακολουθεί να έχει την ευχέρεια των αξιώσεών της.

Οι αξιώσεις του τουρκικού παράγοντα κι οι αυταπάτες μας

Η στάση της Τουρκίας στην Μαδρίτη δεν ήταν παρά μία κίνηση τακτικισμού καθώς, και σύμφωνα πάντα με την τουρκική θεώρηση, κάθε συμφωνία μπορεί και ερμηνεύεται κατά το δοκούν. Άρα, ποιά ερμηνεία θα υπερισχύει κατά περίπτωση; Εκείνη των Σουηδών και των Φιλανδών ή των Τούρκων;

Στην ουσία τώρα. Η Τουρκία γνωρίζει πολύ καλά ότι στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. το εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο λειτουργούν ως δικλείδες ασφαλείας, ώστε όλοι να απολαμβάνουν της προστασίας του Νόμου, πολίτες ή μη. Άρα, το διακύβευμα δεν αφορά σε απελάσεις ή στις όποιες νομικές υποχωρήσεις στα όρια του «ανεκτού». Άλλο είναι το θέμα. Η Τουρκία αποκτά λόγο στα νομικά πράγματα των δύο αυτών χωρών - κατά συνέπεια, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δικαίως θα αναρωτηθείτε: μα, δεν συμβαίνει ήδη; Συμβαίνει. Έχουμε πλήθος τούρκων και ισλαμιστών «ακτιβιστών» και τουρκοϊσλαμιστικών κομμάτων και οργανώσεων που για λόγους «πολιτικής ορθότητας» μπορούν και δραστηριοποιούνται εντός - και πολλές εκτός -  θεσμικού πλαισίου στο εσωτερικό των χωρών της Ε.Ε. όμως, είναι η πρώτη φορά που ευρωπαϊκές χώρες υποχρεώνονται να αποδεχτούν την συμμετοχή και τον έλεγχο της Τουρκίας στο νομοθετικό τους έργο.

Επιπλέον, με την συναίνεσή τους, ανοίγει ο δρόμος για συμμετοχή της Τουρκίας στις πολιτικές ασφάλειας κι άμυνας της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης της όποιας διευκόλυνσης συμμετοχής της στο έργο της PESCO.

Κάποια στιγμή, πρέπει να τελειώνουμε με τις όποιες αυταπάτες μας και να θέσουμε ευθέως πολύ συγκεκριμένα και σοβαρά ερωτήματα στους εταίρους μας. Ευρωπαίους και νατοϊκούς:

Από πού κι ως που μία ασιατική χώρα, μία ισλαμιστική χώρα, μια κατοχική δύναμη, μια χώρα με παρουσία σε εμπόλεμες ζώνες και ενεργή εμπλοκή σε συγκρούσεις που δεν εξυπηρετούν τα ευρωατλαντικά συμφέροντα και πολλές φορές στρέφονται κατά αυτών· με παθητική στάση στην ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, με συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες, με παρεμβάσεις στο εσωτερικό άλλων χωρών· μια χώρα που αποδεδειγμένα υποστήριξε κι εξακολουθεί να υποστηρίζει το ισλαμικό κράτος - ό,τι κι αν έχει απομείνει αυτό· μια χώρα που αμφισβητεί συνθήκες και συμφωνίες που η ίδια έχει υπογράψει, που καταπατά κάθε έννοια δικαίου, που δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, που αμφισβητεί την εδαφική ακεραιότητα κυρίαρχων χωρών, απειλεί την ασφάλειά τους κι επιβουλεύεται τον πλούτο τους… αυτή η χώρα μπορεί να συμμετέχει στις πολιτικές άμυνας κι ασφάλειας στον ευρωπαϊκό χώρο; Μπορεί να είναι κομμάτι του ελεύθερου, δημοκρατικού και πολιτισμένου κόσμου και να απολαμβάνει οικονομικών κι άλλων προνομίων; Μπορεί να εξοπλίζεται με ευρωπαϊκά όπλα; Μπορεί να έχει λόγο και ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα;

Αυτήν την (ανανεωμένη) εικόνα θέλει να βγάλει προς τα έξω η Ευρωαντλαντική Συμμαχία; Αυτές είναι οι αξίες κι οι αρχές της; Με αυτόν τον χαρακτήρα θα εγγυηθεί την «ελευθερία», την «δημοκρατία», την «ειρήνη», την «δικαιοσύνη» και την «ευημερία»… στο όνομα των οποίων δρα ή καλείται να δράσει οπουδήποτε στον κόσμο;

Δεν βλέπουν οι νατοϊκοί και οι Ευρωπαίοι - κυρίως οι δεύτεροι, τί κρύβεται στις «ανησυχίες» και στις «ευαισθησίες» των Τούρκων;

Η απάντηση είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες των ευρωπαϊκών και νατοϊκών χωρών, αδυνατούν να αντικατοπτρίσουν στους σχεδιασμούς και τις αποφάσεις τους ό,τι σκέπτονται και ό,τι επιθυμούν στην πλειοψηφία τους οι πολίτες τους. Σχεδόν σε όλα τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών άμυνας κι ασφάλειας.  

Η «πολιτική μπίζνα» αγνοεί αυτή τη πραγματικότητα κι ως εκ τούτου, η Τουρκία εξακολουθεί να θεωρείται αναγκαίος και σημαντικός εταίρος. Η Τουρκία όμως έχει επιλέξει στρατόπεδο. Και το στρατόπεδο αυτό δεν είναι το συμμαχικό!

Αν το ΝΑΤΟ επιθυμεί να διακρίνει απειλές και προκλήσεις, μάλλον θα πρέπει να κοιτάξει στο εσωτερικό του. Αν οι ευρωπαϊκοί λαοί επιθυμούν να είναι ελεύθεροι και ασφαλείς θα πρέπει να λάβουν τα μέτρα τους απέναντι στην Τουρκία, όσο είναι ακόμη νωρίς.

 

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2022

Η αποτυχία της Συνόδου της Αμερικής 2022

γράφει ο Μανώλης Μουράτογλου

Καθώς η Σύνοδος Κορυφής της Αμερικής της αμερικανικής κυβέρνησης τελείωσε στο Λος Άντζελες, το κυριότερο γεγονός της παραμένει ότι οι πρόεδροι του Μεξικού, της Βολιβίας, της Ονδούρας και της Γουατεμάλας αρνήθηκαν να παραστούν, διαμαρτυρόμενοι για τον αποκλεισμό της Κούβας, της Βενεζουέλας και της Νικαράγουας.

Η Ουάσιγκτον αρνήθηκε να προσκαλέσει τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις της Κούβας, της Βενεζουέλας και της Νικαράγουας.

Για να διαμαρτυρηθούν για αυτόν τον αποκλεισμό, οι πρόεδροι του Μεξικού, της Βολιβίας και της Ονδούρας μποϊκοτάρισαν τη Σύνοδο Κορυφής. Ο πρόεδρος της Γουατεμάλας επέλεξε επίσης να μην παραστεί στη διάσκεψη. Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.geoeurope.org/2022/06/10/i-apotyxia-tis-synodoy-tis-amerikis-2022/

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

Ο ηθικός αυτουργός των ευρωπαϊκών δεινών (και η ελληνική ανυπαρξία)


 

Τα χρόνια που ακολούθησαν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης - και όχι την ήττα, όπως θέλουν να αναφέρονται σε αυτήν οι θιασώτες της λεγόμενης μετά-δημοκρατίας… της θεσμικής αιρεσιμότητας και της οικονομικής - πολιτικής ασυδοσίας δηλαδή,  βρήκε το «δυτικό στρατόπεδο» σε κατάσταση σύγχυσης· με τους ηγέτες και τους αξιωματούχους Ευρώπης κι Ηνωμένων Πολιτειών να προβληματίζονται ως προς τον τρόπο διαχείρισης των διεθνών τους σχέσεων και πιο συγκεκριμένα, για ζητήματα όπως η ειρήνη, η ασφάλεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και η πολιτική διακυβέρνηση και η οικονομία.

Ιστορικό πλαίσιο

Ο κόσμος μας άλλαζε με ραγδαίους ρυθμούς και σε ό,τι αφορά στο τελευταίο, στην οικονομία, τα πράγματα έμοιαζαν να είναι πιο εύκολα. Όλοι γνώριζαν και όλοι γνωρίζαμε ποιον δρόμο θα έπρεπε να βαδίσουμε, μέχρι την οικονομική κρίση που ξέσπασε στην Ασία, στα τέλη της δεκαετίας του ’90,  προκαλώντας ένα ισχυρό αν και περιορισμένης έκτασης σοκ, εξαιτίας πολιτικών επιλογών και γεγονότων που δεν είναι αντικείμενο του παρόντος άρθρου.[1]

Ωστόσο και για ό,τι μας αφορά, η ειρήνη, η ασφάλεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι όροι και οι προϋποθέσεις που θα έπρεπε να διέπουν την πολιτική διακυβέρνηση στον ευρωπαϊκό χώρο καθώς, και το εύρος της δύναμης των χωρών της Ευρώπης ήταν ζητούμενα κι αντιστρόφως ανάλογα της αντίληψης που ήθελε τις Η.Π.Α. να ηγεμονεύουν κι επί των εταίρων και συμμάχων τους.

Αναφερόμαστε σε μία εποχή - δεκαετία του ‘90 - όταν στην Ευρώπη εργαζόμασταν εντατικά πάνω στο θέμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (Συνθήκη Μάαστριχτ (1992)[2] / Κριτήρια Κοπεγχάγης (1993)[3] & Άμστερνταμ (1997)[4] και σχεδιάζαμε μία νέα αρχιτεκτονική στην κοινή μας ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, παράπλευρα από τις δομές και τους μηχανισμούς του Ν.Α.Τ.Ο. ούτως, ώστε η Ε.Ε. να μπορεί να έχει και να απολαμβάνει αμυντικής αυτονομίας.

Πιθανόν, σε αυτόν τον σχεδιασμό να μας οδήγησε η διάσταση απόψεων ευρωπαίων-αμερικανών που αρχίζει να παρατηρείται στους κόλπους της Συμμαχίας και η γενικότερη ευρωπαϊκή αντίληψη που επεδίωκε τον μετ’ επιτάσεως μετασχηματισμό του Ν.Α.Τ.Ο. για να εξακολουθεί να έχει λόγο ύπαρξης, αντιμετωπίζοντας παράλληλα την Δ.Ε.Ε.[5] ως έναν μάλλον παρωχημένο θεσμό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έμοιαζε να είναι ικανή και αρκετή από μόνη της για να απαντά στις προκλήσεις εντός της και στην περιφέρειά της, και να επιτυγχάνει ισορροπίες με πολιτικούς, οικονομικούς ακόμη ακόμη και πολιτισμικούς όρους![6]

Οι αμερικανοί - ξεκάθαρα - δεν μπορούσαν να εννοήσουν την αυτονομία που επεδίωκαν οι ευρωπαίοι εταίροι τους, ούτε καν τον κοινωνικό-πολιτισμικό πλουραλισμό τους κι αρχίζουν να τους αντιμετωπίζουν ανταγωνιστικά ενώ, το ευρωπαϊκό αφήγημα στη βάση του, αμφισβητούσε την ηγεμονία των αμερικανών και προσέβλεπε σε μία εταιρική σχέση μαζί τους ειλικρινή και ισότιμη. Γι’ αυτό άλλωστε και το Ν.Α.Τ.Ο. χρησιμοποιήθηκε ως προθάλαμος για κάποιες από τις υπό ένταξη χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν (σ.σ. και κατά την άποψή μου εξακολουθούν να μην είναι) ώριμες πολιτικά για μία τέτοια σχέση και τότε ενεργοποιήθηκε ο αγγλοαμερικανικός άξονας (και οι γερμανοί εν συνεχεία για δικούς τους λόγους)[7] στην καλλιέργεια της ιδέας περί επαναπροσδιορισμού και μεταβολής του χαρακτήρα της Συμμαχίας, προσδίδοντάς της πολιτικό πρόσημο το οποίο όμως, δεν έπειθε κανέναν ή τουλάχιστον δεν τους έπειθε όλους… Η συνέχεια είναι γνωστή.

Βρέθηκαν οι χρήσιμοι εχθροί και οι απαραίτητες απειλές ούτως, ώστε συμβιβαστούν οι ευρωπαϊκές χώρες και λαοί με τις παρεμβάσεις και την καθοδήγηση του αμερικανικού παράγοντα, δήθεν στην εξυπηρέτηση και των δικών τους γεωπολιτικών συμφερόντων. Με χρονολογική σειρά: Κρίση των Ιμίων, Γιουγκοσλαβία, Σαντάμ Χουσεΐν και Ιράκ, Αφγανιστάν, Αραβική Άνοιξη, ισλαμικός φονταμενταλισμός και τρομοκρατία κ.ο.κ. Κι όμως, όλα αυτά - φαίνεται - δεν ήταν αρκετά!

Στις πεδιάδες της Ουκρανίας η αναβίωση του ψυχρού πολέμου

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούσαν ποτέ να έρθουν σε ανοικτή αντιπαράθεση με τους παραδοσιακούς εταίρους τους σε οποιοδήποτε πεδίο. Ως εκ τούτου, ήταν υποχρεωμένες να βρουν ή να δημιουργήσουν ζητήματα γεωπολιτικής ανωμαλίας, που θα τους επέτρεπαν να παρεμβαίνουν αποφασιστικά στα ευρωπαϊκά πράγματα και να ορίζουν - στο βαθμό που θα μπορούσαν να ορίζουν, τα ευρωπαϊκά συμφέροντα συνολικά ή ανά χώρα. Μέσα από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να μελετούμε τώρα και στο μέλλον και την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στα Βαλκάνια και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το φλέγον ζήτημα της ενεργειακής μας επάρκειας. 

Οι αμερικανοί ουδέποτε έπαψαν να ομιλούν περί ψυχρού πολέμου. Η δε Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είχε λόγους να αναμιχθεί πολιτικά και στρατιωτικά στην αντιπαράθεση Ουκρανίας - Ρωσίας[8]. Η πολιτική κρίση που ξέσπασε στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2014 και η σύγκρουση με την Ρωσία, προφανώς και οριστικοποίησε τις ιδέες και διαμόρφωσε το περιβάλλον μέσα από το οποίο οι Η.Π.Α. θα εξακολουθούσαν να έχουν λόγο στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. Ωστόσο, αξίζει να επισημανθεί ότι η διακυβέρνηση Ομπάμα τότε, δεν μπορούσε να πείσει καν τους ψηφοφόρους της για την «αναγκαιότητα» παρέμβασης στην Ουκρανία.

Αν ανατρέξουμε στα δημοσιεύματα της εποχής εκείνης και μελετήσουμε τις δηλώσεις και τις απόψεις που εξέφραζαν οι αμερικανοί, ακόμη και την φρασεολογία που χρησιμοποιούσαν, με την ασφάλεια της ιστορικής απόστασης να μας χωρίζει από τότε, μπορούμε κάλλιστα να συμπεράνουμε πως ό,τι συμβαίνει σήμερα είχε μάλλον σχεδιαστεί προ πολλού. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν η στοχοποίηση του εχθρού (πρόεδρος Πούτιν), η προετοιμασία του θύματος (ο ουκρανικός λαός και ο ρωσικός λαός) και ένας χρήσιμος ηλίθιος (πρόεδρος Ζελένσκι) ο οποίος, παρεμπιπτόντως, παίζει τον καλύτερο ρόλο της ζωής του και δεν θα είναι δυστυχώς ποτέ υποψήφιος για το χρυσό αγαλματίδιο!

Αίσθησή μου είναι ότι η εισβολή στην Ουκρανία σήμερα, εκβιάστηκε από τις Η.Π.Α. μην επιτρέποντας στην ρωσική ηγεσία άλλη επιλογή - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η δεύτερη είναι άμοιρη ευθυνών. Έτσι όμως, μπορεί να εξηγηθεί η εικόνα που παρουσιάζει η κραταιά Ρωσία με α) τις καθυστερήσεις, τις αποτυχίες στο πεδίο και τις μεγάλες απώλειες σε στρατιωτικό προσωπικό – σύμφωνα πάντα με τους κάθε είδους ειδικούς και … γνώστες που μας διαφωτίζουν καθημερινά από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες, β) η αλαζονική σχεδόν προκλητική στάση που επιδεικνύει η ουκρανική ηγεσία καθώς, και γ) η έκδηλη υποκρισία από πλευράς Ευρωπαϊκών Θεσμών.   

Ο οικονομικός πόλεμος θα συνεχιστεί

Οι οικονομικές κυρώσεις που συνεπώς επιβάλλονται στη Ρωσία, δεν έχουν στόχο τη Ρωσία μόνο. Έχουν στόχο και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση! Έχουν στόχο την αποδυνάμωσή της, την φτωχοποίηση των ευρωπαίων και την απόλυτη εξάρτησή τους από τον αμερικανικό παράγοντα. Τούτο μοιάζει επιτακτικό αν αναλογιστεί κανείς την δυναμική που αναπτύσσουν κι άλλοι παγκόσμιοι παίκτες, οι οποίοι μάλιστα έχουν να προτείνουν διαφορετικές προσεγγίσεις για οικονομία και διακυβέρνηση.

Από την κατάρρευση της Σοβιετική Ένωσης μέχρι και σήμερα, ο μεγαλύτερος φόβος των αμερικανών ήταν και είναι το ενδεχόμενο συρρίκνωσης της επιρροής τους.

Φεύγοντας για λίγο μακρυά από την Ευρώπη, στην Αφρική που παραδοσιακά αποτελεί «πεδίο δοκιμών» και πειραματισμών, η Ρωσία διατηρεί στρατιωτική παρουσία, η Κίνα εμπορική και η Γαλλία και οι Η.Π.Α πολιτισμική και πολιτική αντίστοιχα. Η παρουσία τους εκεί δεν είναι μόνον ανταγωνιστική αλλά έχει και  «επενδυτικό» κόστος κι ως τέτοιο αναμένεται να παράξει πλούτο. Να πως εξηγείται και το όψιμο ενδιαφέρον της Τουρκίας η οποία, στερούμενη πολιτισμού, οικονομικών μέσων και ικανής στρατιωτικής δύναμης, προσπαθεί να πατήσει πόδι με την θρησκεία και την τρομοκρατία ως επί το πλείστον αλλά, και με κάθε άλλο τρόπο μπορεί. Στο μέλλον, η αφρικανική ήπειρος θα μας απασχολήσει αρκετά. Όχι όμως τώρα.

Οπωσδήποτε, το άρθρο αυτό περιγράφει μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη. Δεν είναι η μόνη. Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο χρήματος, αίματος κι εξουσίας το ερώτημα περί του δικού μας ρόλου παραμένει επίκαιρο. Ποιός ο δικός μας ρόλος; Πολύ φοβάμαι κανένας απολύτως. Όσο έχουμε πολιτική ηγεσία και δεν αναφέρομαι στην κυβέρνηση της ΝΔ αλλά σε όλα τα κόμματα, που διαχειρίζονται τα συμφέροντα της χώρας μας ως τσιφλικάδες της μετα-οθωμανικής περιόδου, η πατρίδα μας δεν θα μπορέσει να αποκτήσει ποτέ κανένα ειδικό βάρος, ούτε καν με το πλέον «εξαγώγιμο» προϊόν μας τον πολιτισμό. Πόσο μάλλον, με το εμπόριο, την οικονομία, την παιδεία ή ό,τι άλλο. Θα μπορούσαμε να κάνουμε πολλά πράγματα. Δεν διακρίναμε την ευκαιρία. Επιλέξαμε τον αυτοευνουχισμό ως την πλέον πολιτικά ορθή στάση, με «πρωτοβουλίες» που δεν μας τιμούν.



[1] Ba, A. D.. "Asian financial crisis." Encyclopedia Britannica.https://www.britannica.com/event/Asian-financial-crisis.

[2] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=LEGISSUM:xy0026

[3] https://eur-lex.europa.eu/summary/glossary/accession_criteria_copenhague.html?locale=el

[4] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX:11997D/TXT

[5] https://el.wikipedia.org/wiki/Δυτικοευρωπαϊκή_Ένωση

[6] Volker Rühe, πρώην Υπουργός Άμυνας της Ο.Δ. της Γερμανίας: «Η προσαρμογή της συμμαχίας στις μεγάλες προκλήσεις» (1993)

[7] Manfred Wörner, πρώην Γ.Γ. του Ν.Α.Τ.Ο.: «Περί διαμόρφωσης της έννοιας των διασυνδεόμενων οργανισμών» (1992): «το ΝΑΤΟ είναι θεσμός τον οποίο οι ΗΠΑ και ο Καναδάς θεωρούν ως το μέσο για την συμμετοχή τους στις υποθέσεις της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ευαισθητοποιεί επίσης τους ευρωπαίους στα προβλήματα και τις προοπτικές των βορειοαμερικανών (…)». Το απόσπασμα που παρατίθεται εδώ είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο αξιολογούν οι βορειοαμερικανοί τους ευρωπαίους εταίρους τους και επιβεβαιώνει την πρόθεση ενεργής εμπλοκής τους στις υποθέσεις των ευρωπαϊκών χωρών.

[8] Manfred Wörner, πρώην Γ.Γ. του Ν.Α.Τ.Ο.: «Οι περιφερειακές συγκρούσεις δεν είναι απλώς η αναπόφευκτη κρίση εφηβείας της νέας Ευρώπης, αλλά μάλλον απλά ατυχήματα στο δρόμο προς ένα λαμπρότερο μέλλον (…)», Δελτίο ΝΑΤΟ, Ιανουάριος 1992