Τριάντα χρόνια ενασχόλησης με τις διεθνείς σχέσεις μού έχουν διδάξει ότι οι ουσιαστικές μεταβολές στο διεθνές σύστημα σπάνια εκδηλώνονται ως αιφνίδιες ρήξεις. Πρόκειται συνήθως για αργές, συσσωρευτικές μετατοπίσεις που γίνονται αντιληπτές εκ των υστέρων, όταν τα αποτελέσματά τους έχουν ήδη παγιωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, η σταδιακή ανάδειξη της επικοινωνιακής διαχείρισης ως κυρίαρχου εργαλείου στις διεθνείς σχέσεις δεν υπήρξε εξέλιξη που συνέβη εν μια νυκτί. Αποτελεί προϊόν μιας μακράς διαδικασίας κατά την οποία η έμφαση μετατοπίστηκε, σχεδόν ανεπαίσθητα, από τη λογική της θεσμικής δέσμευσης στη λογική της αφήγησης, σηματοδοτώντας μια μορφή διάβρωσης (norm erosion) στο διεθνές σύστημα.
Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά απλώς τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη παρουσιάζουν τις ενέργειές τους. Αγγίζει βαθύτερα τη σχέση ανάμεσα στην ισχύ, τη νομιμοποιητική βάση και τους θεσμούς που συγκροτούν τη διεθνή τάξη. Εκεί όπου άλλοτε η διεθνής πολιτική όφειλε να συμμορφώνεται με ένα σύνολο κανόνων που περιόριζαν τη χρήση στρατιωτικής δύναμης, σήμερα παρατηρείται ολοένα συχνότερα η υποκατάσταση της κανονιστικής αυτής δέσμευσης από την αφηγηματική παρουσίαση των όποιων παρεμβάσεων.
Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει σταδιακά τη δομή της διεθνούς νομιμοποίησης. Οι κανόνες που συγκρότησαν το μεταπολεμικό θεσμικό πλαίσιο - ιδιαίτερα στη Δύση - και οι περιορισμοί στη χρήση της βίας δεν αποτέλεσαν ποτέ απόλυτο φραγμό. Λειτουργούσαν, ωστόσο, ως ένα σημείο αναφοράς που καθόριζε τα όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς και παρείχε ένα κοινό μέτρο λογοδοσίας. Σήμερα, η αξιολόγηση μιας πολιτικής ενέργειας στρέφεται όλο και περισσότερο από τη συμμόρφωσή της με το κανονιστικό πλαίσιο, προς την αποτελεσματικότητα της επικοινωνιακής της διαχείρισης.
Με άλλα λόγια, η νομιμοποιητική βάση μιας ενέργειας δεν εξαρτάται πλέον από τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο ή τις αρχές της συλλογικής ασφάλειας, αλλά από την δυνατότητα διαμόρφωσης ενός πειστικού αφηγήματος. Η στρατηγική επιτυχία δεν κρίνεται πλέον μόνο στο πεδίο της ισχύος ή των θεσμών, αλλά και στο πεδίο της ερμηνείας, δηλαδή στην ικανότητα του δρώντος να παρουσιάσει την πράξη του ως αναγκαία και/ή ιστορικά δικαιολογημένη.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι διεθνείς νόρμες μεταβάλλονται σταδιακά από δεσμευτικούς μηχανισμούς σε εργαλεία επιλεκτικής επίκλησης. Επικαλούνται όταν ενισχύουν την πολιτική θέση ενός κράτους ή ηγέτη και παρακάμπτονται όταν περιορίζουν τα περιθώρια δράσης του. Η επικοινωνιακή διαχείριση λειτουργεί τότε ως μηχανισμός εξομάλυνσης αυτής της αντίφασης, μετατρέποντας την απόκλιση από τους κανόνες σε πολιτικά αποδεκτή πράξη μέσω κατάλληλης ερμηνείας και παρουσίασης.
Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι βαθιά συστημικές. Όσο περισσότερο η διεθνής τάξη βασίζεται στην ισχύ της αφήγησης και λιγότερο στη συνέπεια προς τους κανόνες, τόσο αποδυναμώνεται το θεσμικό πλαίσιο που υποτίθεται ότι συγκρατεί τις συγκρούσεις. Η μετακίνηση από τη νομιμότητα προς τη δημιουργία αφηγηματικού πλαισίου για τις ενέργειες των δρώντων μετατρέπει τους κανόνες σε ευέλικτα εργαλεία πολιτικής.
Σε αυτό το διεθνές σκηνικό, η σταθερότητα του συστήματος δεν καθορίζεται τόσο από την ύπαρξη κοινά αποδεκτών κανόνων όσο από τον συσχετισμό δυνάμεων και την ικανότητα των ισχυρών να επιβάλλουν την εκδοχή της πραγματικότητας που τους εξυπηρετεί. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το βαθύτερο διακύβευμα. Όταν η αφήγηση υποκαθιστά τη νομιμότητα, η ισχύς δεν χρειάζεται πλέον να πειθαρχεί σε θεσμούς· αρκεί να ελέγχει την ερμηνεία κάθε κίνησης και κάθε ενέργειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου