Καθώς περνούν τα χρόνια, το ερώτημα επιστρέφει με αυξανόμενη ενόχληση: τί ακριβώς γιορτάζουμε την Πρωτομαγιά και με ποιο ηθικό δικαίωμα επικαλούμαστε ακόμα τον συμβολισμό της συγκεκριμένης ημέρας; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Είναι η πιο ειλικρινής πρόκληση που μπορεί να απευθύνει κανείς σε μια κοινωνία που έχει μάθει να συμβιώνει άνετα με τις αντιφάσεις της.
Γιατί η αδράνεια που παρατηρούμε γύρω μας δεν είναι απλή αδυναμία ή κούραση. Είναι επιλογή. Οι πολίτες δεν αδυνατούν απλώς να υπερασπιστούν δικαιώματα που κατακτήθηκαν με αίμα και κόπο· πολύ συχνά συμβάλλουν οι ίδιοι στην αποδόμησή τους, υιοθετώντας αφηγήματα που παρουσιάζουν την υποβάθμιση της ζωής τους ως “αναπόφευκτη πραγματικότητα” ή “κοινό συμφέρον”. Πίσω από αυτά τα αφηγήματα κρύβονται πολιτικοί όλων των αποχρώσεων, συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και κάθε λογής διαχειριστές, οι οποίοι από τη μία αποδομούν εργασιακές κατακτήσεις και από την άλλη κομπάζουν για τις δήθεν παροχές που «διορθώνουν» «αδικίες», ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγουν το ίδιο πλέγμα εξάρτησης και διαρκούς ανακύκλωσης των προβλημάτων που υποτίθεται ότι θεραπεύουν.
Η ιστορική οπισθοδρόμηση δεν είναι απλά εντυπωσιακή... Είναι ντροπή ένας εργαζόμενος να μην μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τα στοιχειώδη για να ζήσει ανθρώπινα από τη δουλειά του. Είναι προσβλητικό για την ίδια την έννοια της ανθρώπινης αξίας να μην μπορεί να θρέψει την οικογένειά του χωρίς να εξαντληθεί σωματικά και ψυχικά. Είναι εξοργιστικό να αναγκάζεται σε δύο και τρεις δουλειές, χωρίς ασφάλεια, χωρίς σταθερότητα, χωρίς καμία προοπτική, απλά και μόνο για να επιβιώνει πληρώνοντας την κυβερνητική ανικανότητα με καπέλο. Είναι ακατανόητη η αδυναμία πρόσβασης σε αξιοπρεπή στέγη… Μόνο μία εξήγηση μπορεί να είναι αποδεκτή: το κράτος έχει προδώσει την πιο βασική του αποστολή καθώς, όσα αλλού θεωρούνται αυτονόητα, εδώ παρουσιάζονται ως ανέφικτες πολυτέλειες από ακριβώς εκείνους που ποζάρουν ως υπερασπιστές του εργαζόμενου.
Η Πρωτομαγιά έχει εκφυλιστεί προ πολλού σε ένα κενό τελετουργικό. Μια ημέρα “τιμής της εργασίας” που οικειοποιούνται ακριβώς εκείνοι που συνέβαλαν περισσότερο στην υποβάθμισή της. Και ενώ αυτοί μιλούν για “πρόοδο” και “δικαιώματα” και “κατακτήσεις” και “αγώνες”, οι ίδιοι οι πολίτες - με την ανοχή, τη σιωπή τους, τον φόβο τους, τον μικροκομματικό τους διχασμό - λειτουργούν ως ο πιο αποτελεσματικός σύμμαχος αυτής της διάβρωσης.
Και η διάβρωση αυτή δεν συντελείται πλέον μόνο στο επίπεδο των νόμων και των αγορών. Συντελείται και εκεί όπου ο αλγόριθμος καθορίζει τι θα γίνει ορατό. Οι πλατφόρμες που “φιλοξενούν” τον σύγχρονο δημόσιο διάλογο και επιβάλλουν το περιεχόμενο και κατευθύνουν την προσοχή στο εντυπωσιακό και το πολωτικό εις βάρος του ουσιαστικού.
Η Πρωτομαγιά - όπως κάθε τι εμπορεύσιμο - γίνεται hashtag, η αγανάκτηση γίνεται story, η διεκδίκηση γίνεται post που εξαντλούνται με το σκρολάρισμα. Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι η εξαφάνιση της αντίστασης· είναι ότι αυτή προδιαγράφεται ως αδρανής ακόμα πριν εκφραστεί, ενσωματωμένη εκ των προτέρων στον ίδιο τον μηχανισμό που υποτίθεται ότι αμφισβητεί. Έτσι προκύπτουν θεσμοί που λειτουργούν αλλά δεν εμπνέουν, και πολίτες που συμμετέχουν αλλά δεν πιστεύουν. Βλέπε δικαιοσύνη...
Δεν χρειάζεται να γίνουμε Ροβεσπιέροι για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Αρκεί να παραδεχτούμε ότι η χρόνια παθητικότητα απέναντι στην αδικία δεν είναι ουδετερότητα αλλά συναίνεση. Και ότι η αγανάκτηση, όταν η αδικία παγιώνεται, δεν είναι απλώς συναίσθημα αλλά πολιτική ανάγκη.
Αν θέλουμε να τιμήσουμε ειλικρινά αυτή την ημέρα, πρέπει πρώτα να σταματήσουμε να αυταπατώμαστε. Η αναδιάταξη της σχέσης πολίτη και εξουσίας δεν θα έρθει με συμβολικές πορείες, κενές διακηρύξεις ή (viral) αναρτήσεις. Χρειάζεται απόφαση και γι’ αυτή την απόφαση θα απαιτηθεί θάρρος για να κοιτάξουμε κατάματα τη δική μας ευθύνη για την κατάσταση που καταγγέλλουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου