Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η μονομερής λογική της Τουρκίας έναντι της συλλογικής προσέγγισης της Ελλάδας / Turkey’s unilateral approach vs. Greece’s collective security vision


🇬🇷 Η στάση Αθήνας και Άγκυρας στην Κύπρο, ιδιαίτερα υπό το βάρος των πρόσφατων εξελίξεων, αναδεικνύει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις για το τι συνιστά πραγματική ασφάλεια στο νησί και την Ανατολική Μεσόγειο κατ’ επέκταση.

Ο Νίκος Δένδιας υπογράμμισε ότι ζητούμενο είναι η ασφάλεια όλων των νόμιμων κατοίκων της μεγαλονήσου, ανεξαρτήτως κοινότητας. Η διατύπωση αυτή αντανακλά μια πρακτική αντίληψη που εντάσσει τη σταθερότητα και την προστασία της κυπριακής κοινωνίας - στο σύνολό της - σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κρατικής νομιμότητας, αμυντικής θωράκισης και διεθνούς υποστήριξης, χωρίς εξαιρέσεις, αστερίσκους ή επικαλυπτόμενα συμφέροντα.

Από την ελληνική οπτική, η βιώσιμη ασφάλεια ενός πλήρως αναγνωρισμένου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να στηρίζεται σε καθεστώτα επιτήρησης ή σε εξωτερικές “εγγυήσεις”, αλλά στην κυριαρχία, στην έμπρακτη αποτροπή απειλών και στην ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας και της συμμαχικής αλληλεγγύης, ώστε η Κύπρος να μην βρεθεί ποτέ απομονωμένη.

Στον αντίποδα, η τουρκική αντίδραση - με την ανάπτυξη έξι μαχητικών F-16 και συστημάτων αεράμυνας στα κατεχόμενα ως “εγγυήτρια δύναμη” για την αποκλειστική προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας - επιβεβαιώνει τη μονομερή λογική της Άγκυρας. Αντί να ενταχθεί σε ένα σχήμα συνολικής ασφάλειας για το σύνολο του νησιού, η Τουρκία αναπαράγει τη λογική της διχοτόμησης και διατηρεί στρατιωτική παρουσία που λειτουργεί ως συνεχής μηχανισμός επιτήρησης - ουσιαστικά ομηρίας, στα κατεχόμενα, αποκλείοντας κάθε θεσμική πρόβλεψη συλλογικής προστασίας.

Η αντίθεση αυτή δεν περιορίζεται στο επίπεδο της ρητορικής. Προδίδει μια βαθιά απόκλιση στρατηγικής κουλτούρας. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει την ασφάλεια ως συλλογικό αγαθό όλων των Κυπρίων και την εντάσει οργανικά στο ευρωπαϊκό και δυτικό πλαίσιο ασφάλειας. Η Τουρκία, αντίθετα, την περιορίζει στην έννοια της “εγγύησης” για μία και μόνο κοινότητα, αγνοώντας συστηματικά την ανάγκη για ενιαία, θεσμικά κατοχυρωμένη αρχιτεκτονική ασφάλειας σε όλη την Κύπρο.

Η Άγκυρα δεν έχει διατυπώσει, ούτε υπαινιχθεί, οποιαδήποτε πρόθεση ενσωμάτωσης της στρατιωτικής της παρουσίας σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο συλλογικής άμυνας. Αντιθέτως, επιμένει στο παρωχημένο μονομερές εγγυητικό καθεστώς, ερμηνεύοντάς το με τρόπο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Η σημασία αυτής της στάσης καθίσταται πιο εμφανής στο ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό. Η Τουρκία διατηρεί ανοικτούς - και σε ορισμένες περιπτώσεις ενισχυμένους - διαύλους συνεργασίας με το Ιράν σε πολλαπλά μέτωπα, από τη Συρία έως τον Καύκασο και τις ενεργειακές ισορροπίες της Μέσης Ανατολής, παρά τις ευθείες συγκρούσεις της Τεχεράνης με τη Δύση, το Ισραήλ και σημαντικούς συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.

Αυτή η παράλληλη συνύπαρξη με μια δύναμη σε συστημική αντιπαράθεση με το δυτικό στρατόπεδο ενισχύει τις αμφιβολίες για το κατά πόσο η Τουρκία συμμερίζεται πράγματι τις θεμελιώδεις αξίες, αρχές και στρατηγικές προτεραιότητες που διέπουν την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική κοινότητα.

Η πρόσφατη ανάπτυξη μαχητικών στα κατεχόμενα συνιστά απόδειξη της αδυναμίας ένταξης της Τουρκίας σε συλλογικά ευρωπαϊκά εγχειρήματα ασφάλειας και άμυνας καθώς και στις όποιες πρωτοβουλίες στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αντίθεση αντίληψης Αθήνας και Άγκυρας στην Κύπρο λειτουργεί ως βαρόμετρο της ευρύτερης στρατηγικής απόκλισης ανάμεσα στην Τουρκία και τη Δύση. Σε μια περίοδο αυξανόμενης περιφερειακής αστάθειας, η απόκλιση αυτή καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμη, τη στιγμή που οι διεθνείς συνθήκες απαιτούν μεγαλύτερη σύγκλιση αντιλήψεων, θεσμών και αξιών μεταξύ συμμάχων.

Η τουρκική αντίληψη παραμένει ασύμβατη με τη φιλοσοφία της συλλογικής ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας.

***

🇬🇧 Athens and Ankara’s positions on Cyprus, especially in light of recent developments, reveal two completely opposing views of what real security on the island - and in the Eastern Mediterranean more broadly - actually means.

Nikos Dendias has stressed that the priority is the security of all lawful residents of the island, regardless of community. This approach reflects a practical perspective that places the stability and protection of Cypriot society as a whole within a broader framework of state legitimacy, defense, and international support, without exceptions, caveats, or conflicting interests.

From the Greek point of view, sustainable security for a fully recognized EU member state cannot rest on surveillance systems or external “guarantees.” It depends on sovereignty, practical deterrence of threats, and strengthening both defense capabilities and allied support, so that Cyprus is never left isolated.

Turkey, by contrast, has responded by deploying six F-16 fighter jets and air defense systems in the occupied areas, claiming to act as a “guaranteeing power” solely for the Turkish Cypriot community. This reinforces Ankara’s unilateral logic. Instead of being part of a comprehensive security framework for the whole island, Turkey repeats the logic of division, maintaining a military presence that functions as constant surveillance - effectively a form of hostage-taking - while ignoring any institutional framework for collective protection.

This difference is not rhetorical; it reflects a deep gap in strategic culture. Greece sees security as a collective good for all Cypriots, embedding it organically within the European and Western security framework. Turkey, on the other hand, reduces the idea of “guarantee” to a single community, systematically ignoring the need for a unified, institutionally anchored security system across the island.

Ankara has neither expressed nor hinted at any intention to integrate its military presence into a broader European framework for collective defense. On the contrary, it persists with its outdated unilateral guarantee regime, interpreting it in ways that directly contradict international law and UN Security Council resolutions.

The importance of this stance becomes even clearer in the broader geopolitical context. Turkey keeps open - and in some cases strengthened - channels of cooperation with Iran across multiple fronts, from Syria to the Caucasus and energy issues in the Middle East, despite Iran’s direct confrontations with the West, Israel, and key NATO allies.

This parallel alignment with a country in systemic opposition to the West raises serious doubts about whether Turkey truly shares the fundamental values, principles, and strategic priorities that underpin the European and Euro-Atlantic community.

The recent deployment of fighter jets in the occupied areas confirms Turkey’s inability to participate effectively in collective European security and defense initiatives, as well as in EU strategic autonomy efforts.

The divergence in how Athens and Ankara see and act on Cyprus serves as a barometer of the wider strategic gap between Turkey and the West. In a time of increasing regional instability, this gap becomes even more critical, just when international conditions demand greater alignment of views, institutions, and values among allies.

Turkey’s approach remains incompatible with the philosophy of collective European defense and security.

 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;


Το ερώτημα επανέρχεται διαρκώς κάθε φορά που η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε περιόδους υψηλής έντασης. Ωστόσο, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι αρκετή, όπως δεν είναι αρκετό να εξετάσουμε μόνο τη νομιμότητα των πολεμικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
 
Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο τέτοιες ενέργειες μεταβάλλουν την ίδια τη δομή της περιφερειακής ασφάλειας και το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η διεθνής νομιμότητα. Διότι, στην πράξη, η χρήση στρατιωτικής ισχύος από ισχυρά κράτη τείνει να δημιουργεί προηγούμενα που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και άλλων δρώντων.
 
Στην περίπτωση του Ιράν, η εν εξελίξει επιχείρηση δεν αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό του πρόγραμμα ή τη στρατιωτική του ισχύ. Ούτε καν το ύφος, το περιεχόμενο ή τη δομή εξουσίας στη χώρα. Αφορά πρωτίστως τον ρόλο που διαδραματίζει ως περιφερειακός πόλος επιρροής στη Μέση Ανατολή και την προσπάθεια ανταγωνιστικών δυνάμεων να περιορίσουν αυτή την επιρροή πριν αποκτήσει μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά. Υπό αυτή την οπτική, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αποτελούν λιγότερο μια στιγμιαία απάντηση σε μια απειλή και περισσότερο ένα εργαλείο διαμόρφωσης του γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
 
Παράλληλα, η επίκληση του “σκοπού” ως ηθικής δικαιολόγησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς εξακολουθεί να λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας. Όσο πιο ασαφές γίνεται το όριο μεταξύ άμυνας, αποτροπής και προληπτικού πλήγματος, τόσο περισσότερο η έννοια της νομιμότητας μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.
 
Σε αυτό το πλαίσιο, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο αν τα μέσα δικαιολογούνται από τον σκοπό. Είναι κατά πόσο η αποδοχή μιας τέτοιας λογικής, ακόμη και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, υπονομεύει το ίδιο το πλαίσιο κανόνων που υποτίθεται ότι συγκρατεί την ανεξέλεγκτη χρήση ισχύος στις διεθνείς σχέσεις.
 
Όταν η εξαίρεση μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής, η διάκριση μεταξύ νομιμότητας και ισχύος αρχίζει να θολώνει. Τότε η διεθνής τάξη μετατρέπεται περισσότερο σε πεδίο συσχετισμών παρά σε σύστημα κανόνων, ενώ η βία της ισχύος παρουσιάζεται ως δομικό στοιχείο ενός κόσμου όπου η πολιτική σκοπιμότητα υπερέχει της νομιμότητας και κάθε έννοιας δικαίου.
 
Οι ρητορείες περί "αναγκαιότητας", "ασφάλειας" ή "ιστορικής αποστολής" καταρρέουν μπροστά στην εμπειρία των ανθρώπων που καλούνται να πληρώσουν το πραγματικό κόστος των αποφάσεων. Η απόσταση ανάμεσα στους στρατηγικούς στόχους και στην ανθρώπινη πραγματικότητα είναι εμφανής.
 
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για τις ενέργειες εναντίον του Ιράν δεν είναι μόνο νομική ή στρατηγική. Είναι και βαθιά πολιτισμική. Κάθε εποχή κατασκευάζει το δικό της λεξιλόγιο για να περιγράψει την αναγκαιότητα της ισχύος: άλλοτε "αυτοάμυνα", άλλοτε "σταθερότητα", άλλοτε "αποτροπή". Πίσω όμως από τις έννοιες αυτές παραμένει το ίδιο διαχρονικό ερώτημα: ποιός αποφασίζει ποιος σκοπός είναι αρκετά σημαντικός ώστε να δικαιολογεί τα μέσα;
 
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι κοινωνίες σπάνια απαντούν σε αυτό το ερώτημα πριν από τη σύγκρουση. Συνήθως το αντιμετωπίζουν εκ των υστέρων και τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από τη θεωρία της δικαιολόγησης στη συνειδητοποίηση του κόστους. Διότι, όσο πειστική κι αν φαίνεται η λογική του σκοπού στο επίπεδο της στρατηγικής, η πραγματικότητα των μέσων είναι εκείνη που τελικά καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία.
 
Και ο καθορισμός αυτός αναπόφευκτα απογυμνώνει κάθε πόλεμο, κάθε πολεμική σύρραξη ή στρατιωτική επιχείρηση - όπως κι αν επιλέξει κανείς να την ονομάσει - από κάθε ηθική δικαιολόγηση.
 

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Κυπριακή Θαλασσογραφία


Κανονικά, αν η Τουρκία ήταν σοβαρό κράτος, αντί να εκνευρίζεται με την Ελλάδα που προσπαθεί - με όσα μέσα διαθέτει - να υπερασπιστεί την επικράτειά της και τον ελληνισμό απέναντι σε κάθε απειλή, από όπου κι αν προέρχεται, θα έπρεπε να ανησυχεί με την απόφαση των "εταίρων" και "συνεταίρων" της, Ισπανίας και Ιταλίας (μαζί με Ολλανδία, Γαλλία κ.λπ.), να στείλουν ναυτικές δυνάμεις στην Κύπρο για να υπερασπιστούν ευρωπαϊκό έδαφος, επικαλούμενες τις ευρωπαϊκές συνθήκες περί αλληλεγγύης και συνδρομής.

Θα έπρεπε να εξοργίζεται με αυτή την έμπρακτη υπενθύμιση ότι η ευρωπαϊκή κυριαρχία δεν είναι αφηρημένη έννοια, ούτε διαπραγματεύσιμη ζώνη γκρίζων ερμηνειών και ημι-παραχωρήσεων.

Για χρόνια η τουρκική στρατηγική βασίστηκε στην υπόθεση ότι η Ευρώπη θα αρκείται σε ανακοινώσεις, σε εκκλήσεις για "αυτοσυγκράτηση" και σε ανούσιες "εκφράσεις ανησυχίας". Ότι η πραγματική αποτροπή θα παρέμενε υπόθεση διαχειρίσιμων τρίτων - λ.χ. Αμερικανών. Όταν όμως χώρες χωρίς άμεσο γεωγραφικό συμφέρον, όπως η Ισπανία, η Ιταλία ή η Ολλανδία, αποφασίζουν να στείλουν φρεγάτες για να δηλώσουν παρουσία στην Κύπρο, η εξίσωση αλλάζει ριζικά. Ο χώρος των μονομερών ελιγμών και των τετελεσμένων στην Ανατολική Μεσόγειο στενεύει επικίνδυνα. Και αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε να αντιμετωπιστεί με απειλές ή μπλόφες.

Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί η εκκωφαντική αφωνία των Βρυξελλών. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση - ως θεσμός - είναι ανύπαρκτη αυτή τη στιγμή. Ανύπαρκτοι και οι γραφειοκράτες της που κρύβονται... όπως ακριβώς τους αξίζει.

Με κάθε συμπεριφορά και στάση τους επιβεβαιώνουν αυτό που όλοι μας βλέπουμε και αναγνωρίζουμε χρόνια τώρα: η ΕΕ έχει καταντήσει ένας οργανισμός απολύτως άχρηστος. Μια ξεπερασμένη, παρωχημένη φιλοδοξία - όχι ιδέα πια, αλλά κακέκτυπο. Ένας ψευδαισθητικός οραματισμός που τελικά δημιούργησε πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα έλυσε. Το μόνο που καταφέρνει να κάνει σωστά; επαγγελματική αποκατάσταση χιλιάδων αργόσχολων κηφήνων και ανάδειξη ηγετών μέσα από κλιμάκια υπαλληλικής ιεραρχίας β’ και γ’ διαλογής.

Στην πραγματικότητα, η ύπαρξή της και μόνο προσβάλλει κάθε έννοια πολιτισμού και κάθε έννοια δικαίου και ασφάλειας. Αν μια ένωση κρατών αδυνατεί να προστατεύσει το έδαφός της, αναμένοντας από τα κράτη-μέλη της να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, τότε δεν είναι πια ένωση. Είναι απλώς ένα ακριβό σκηνικό για φωτογραφίσεις κορυφής.

Και η Τουρκία; Ας συνεχίσει να μετράει τα πλοία που δεν είναι δικά της στην περιοχή. Ας συνεχίσει να υπολογίζει ότι η Ευρώπη θα μένει στα λόγια. Μόνο που αυτή τη φορά τα πλοία είναι εκεί και δεν είναι μόνο ελληνικά. Και είναι εκεί όχι για να διαπραγματευτούν αλλά για να υπενθυμίσουν ότι το ευρωπαϊκό έδαφος δεν είναι ανοιχτός στόχος.

Η φίλη Τουρκία ας συνεχίσει να παίζει με τις νερομπογιές της.

 

 

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Διπλή Προσέγγιση: Η Ευρώπη αντιδρά σε κρίσεις αλλά αδυνατεί στο Κυπριακό

Η άμεση και πολυεπίπεδη κινητοποίηση ευρωπαϊκών χωρών μετά την επίθεση που εξαπολύθηκε από το έδαφος του Λιβάνου κατά της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι - αν μη τι άλλο - αναδεικνύει μια Ευρώπη ικανή να λειτουργεί με ταχύτητα και συντονισμό, όταν εκτιμά ότι διακυβεύεται η περιφερειακή της σταθερότητα. Στρατιωτικά μέσα τέθηκαν σε κινητοποίηση και επιφυλακή από χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η Ιταλία προχώρησε σε διπλωματικό διάβημα προς τον Ιρανό πρέσβη. Παράλληλα, πολιτικοί δίαυλοι ενεργοποιήθηκαν χωρίς καθυστέρηση, με σαφή στόχο την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης. Το μήνυμα είναι διττό: αφενός ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αντιλαμβάνονται την Ανατολική Μεσόγειο ως περιοχή στρατηγικού ενδιαφέροντος και αφετέρου ότι, υπό προϋποθέσεις, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μπορεί πράγματι να έχει απτό περιεχόμενο.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, προκαλεί αναπόφευκτα τη σύγκριση με το διαχρονικό ζήτημα της παρουσίας τουρκικών κατοχικών δυνάμεων στο βόρειο τμήμα της κυπριακής επικράτειας. Από την εισβολή του 1974, το νησί παραμένει διαιρεμένο, με την Τουρκία να διατηρεί στρατεύματα σε έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έως τώρα ευρωπαϊκή αντίδραση στο Κυπριακό ζήτημα υπήρξε κυρίως πολιτική και διπλωματική, περιοριζόμενη σε δηλώσεις συμπαράστασης, επαναβεβαίωση αρχών και στήριξη των διαπραγματεύσεων υπό τα Ηνωμένα Έθνη, χωρίς να εκδηλώνεται ουσιαστική στρατηγική συνέπεια και χωρίς να τίθεται σε λειτουργία ένας ενεργός αποτρεπτικός μηχανισμός απέναντι στην παράνομη κατοχή.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις δεν έγκειται μόνο στη φύση των απειλών, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ιεραρχούνται. Στην περίπτωση της επίθεσης με drones, η απειλή εκλαμβάνεται ως άμεση, εξωγενής και δυνητικά επεκτάσιμη σε ευρύτερη περιφερειακή σύρραξη. Ως εκ τούτου, η ενεργοποίηση αντανακλαστικών συλλογικής ασφάλειας ήταν σχεδόν αυτονόητη. Αντιθέτως, η τουρκική εισβολή και κατοχή έχει παγιωθεί επί δεκαετίες κι έχει καταστεί ζήτημα που, αν και νομικά και πολιτικά προβληματικό, θεωρείται διαχειρίσιμο. Η ίδια η χρονική διάρκεια της εκκρεμότητας στην επίλυσή του φαίνεται να έχει μειώσει την αίσθηση του επείγοντος.

Η σύγκριση δεν αποσκοπεί στην εξίσωση διαφορετικών περιστάσεων. Η Βρετανική Βάση στο Ακρωτήρι παραμένει στρατηγική εγκατάσταση με ιδιαίτερη σημασία για το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή παρουσία στην περιοχή. Αντιστοίχως, το Κυπριακό εντάσσεται σε ένα περίπλοκο πλέγμα διαπραγματεύσεων, ισορροπιών και διεθνών δεσμεύσεων. Η αντίστιξη αυτή αναδεικνύει μια ασυμμετρία, καθώς όταν η απειλή θεωρείται νέα και δυνητικά αποσταθεροποιητική για ευρύτερα συμφέροντα, η ευρωπαϊκή αντίδραση επιταχύνεται, ενώ σε περίπτωση χρόνιας παραβίασης της εδαφικής ακεραιότητας κράτους-μέλους, η διαχείριση μετατίθεται σχεδόν αποκλειστικά στο διπλωματικό πεδίο.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν οι δύο περιπτώσεις είναι ταυτόσημες, αλλά αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να επιδείξει μεγαλύτερη στρατηγική συνέπεια. Η ιδιότητα της Κύπρου ως κράτους-μέλους δημιουργεί προσδοκίες ότι η αρχή της αλληλεγγύης δεν θα περιορίζεται σε ρητορική υποστήριξη. Παρά τις όποιες ρήτρες αμοιβαίας συνδρομής και αλληλεγγύης που στηρίζουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το περιεχόμενό τους εξαρτάται από την πολιτική βούληση των κρατών-μελών και από τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται κάθε φορά το “κοινό συμφέρον”.

Η Ανατολική Μεσόγειος έχει αποκτήσει αυξημένη σημασία λόγω ενεργειακών διαδρομών, θαλάσσιας ασφάλειας και μεταναστευτικών ροών. Σε αυτό το περιβάλλον, η Κύπρος δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ιστορικής εκκρεμότητας, αλλά κρίκος σε μια αλυσίδα περιφερειακών ισορροπιών. Η ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας καλείται να απαντήσει στο κατά πόσο μπορεί να παραμένει επιλεκτικά ενεργή, παραμένοντας δυναμική σε περιπτώσεις αιφνίδιας κρίσης, αλλά επιφυλακτική σε χρόνιες συγκρούσεις που αφορούν άμεσα κράτος-μέλος.

Η παρούσα συγκυρία υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν είναι στατική ούτε αυτονόητη. Η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, όχι μόνο λόγω γεωγραφίας, αλλά ως δοκιμασία αξιοπιστίας της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας. Αν η Ένωση επιδιώκει να λειτουργεί ως γεωπολιτικός παράγοντας με συνεκτική στρατηγική, οφείλει να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στην άμεση αντίδραση σε νέες απειλές και στη διαχρονική διαχείριση εκκρεμών συγκρούσεων.

Η σύγκριση, τελικά, φωτίζει περισσότερο τη φύση της ευρωπαϊκής πολιτικής παρά τις επιμέρους κρίσεις. Η ικανότητα υπάρχει. Ζητούμενο παραμένει η συνέπεια στην εφαρμογή της.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Η Ευρώπη παρακολουθεί, η Ελλάδα ακολουθεί: η κρίση του Ιράν και η έλλειψη στρατηγικής

Την ώρα που οι πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν κλιμακώνονται, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αρκείται σε γενικόλογες εκκλήσεις και διαχειριστικές τοποθετήσεις, επιβεβαιώνοντας την πολιτική της αμηχανία και τη δομική της αδυναμία να λειτουργήσει ως αυτόνομος στρατηγικός δρων. Σε μια κρίση που ήδη επανακαθορίζει τις ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή και επηρεάζει άμεσα τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, η απουσία ουσιαστικής διπλωματικής παρέμβασης καθιστά την Ευρώπη απλώς θεατή των γεγονότων.

Για την ιστορία του πράγματος, προχθές, σε έκτακτη τηλεδιάσκεψη, οι υπουργοί Εξωτερικών της Ε.Ε., με δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου Kaja Kallas, κάλεσαν σε “μέγιστη αυτοσυγκράτηση” - άραγε τί σημαίνει αυτή τη στιγμή κάτι τέτοιο;, τόνισαν την ανάγκη προστασίας των Ευρωπαίων πολιτών και των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και προειδοποίησαν για τους κινδύνους από ενδεχόμενη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία έχουν ήδη κλείσει οι Φρουροί της Επανάστασης! Παρ’ όλα αυτά, καμία ενεργή πρωτοβουλία δεν υιοθετήθηκε, ούτε στρατιωτική, ούτε πολιτική, ούτε διπλωματική.

Τα κράτη-μέλη εμφανίζουν διαφορετικές προσεγγίσεις.Ο Emmanuel Macron ζήτησε έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, προτάσσοντας τον διάλογο, ενώ ο Friedrich Merz φαίνεται πιο εναρμονισμένος με τις ΗΠΑ, με επίκεντρο τον έλεγχο του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γερμανία συγκαταλέγεται στις χώρες της Ε.Ε. με στενές οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με το Ιράν… ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Από την άλλη, ο Pedro Sánchez καταδίκασε τις μονομερείς επιδρομές, υπενθυμίζοντας τους κινδύνους για τη διεθνή ασφάλεια ενώ, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen επανέλαβε ότι η διπλωματία παραμένει η μόνη βιώσιμη λύση, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη για “αξιόπιστη μετάβαση” στο Ιράν και τη στήριξη των - σε ελεύθερη απόδοση - “φιλελεύθερων” φιλοδοξιών του ιρανικού λαού, παρ’ ότι η ίδια αγνοεί τις πραγματικές επιδιώξεις και προσδοκίες της ιρανικής κοινωνίας! Αυτές οι διαφοροποιήσεις δείχνουν ότι η Ένωση παραμένει κατακερματισμένη και χωρίς ενιαία στρατηγική με περίοπτη θέση στο περιθώριο των εξελίξεων.

Με την κρίση να εξαπλώνεται και τη Hezbollah να εξαπολύει επιθέσεις στο έδαφος του Ισραήλ αλλά και στην Κύπρο, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται μουδιασμένοι, διχασμένοι, χωρίς συνοχή και χωρίς ουσιαστική στρατηγική αυτονομία - παρά τις επανειλημμένες σχετικές διακηρύξεις. Στην πράξη, η Ευρώπη επιχειρεί να διαχειριστεί τις συνέπειες, όπως η ενεργειακή ασφάλεια και επάρκεια, η άνοδος του κόστους του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, καθώς και ο επαναπατρισμός των Ευρωπαίων πολιτών. Τίποτε περισσότερο.

Μέσα σε όλα αυτά, η απόφαση της Ελλάδας να στείλει άμεσα στη Μεγαλόνησο τις φρεγάτες “Κίμων” και “Ψαρά” μαζί με δύο ζεύγη F-16, υπό το πρόσχημα της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά με κύριο στόχο τη στήριξη των βρετανικών δυνάμεων, αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα την έλλειψη αυτοδύναμης ευρωπαϊκής πολιτικής. Αντί για μια στρατηγική επιλογή που θα ενίσχυε τη θέση της χώρας μας στο ευρωπαϊκό και περιφερειακό πλαίσιο, πολύ φοβάμαι, η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να περιορίζεται σε κινήσεις συμπληρωματικές προς τις αποφάσεις τρίτων, χωρίς σαφή τεκμηρίωση στρατηγικού οφέλους ή ενσωμάτωση σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή ή περιφερειακή πολιτική. Το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο η Ελλάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει την κρίση προωθώντας μια πιο ενιαία ευρωπαϊκή αμυντική στάση, αντί να περιορίζεται σε διμερείς ή συμμαχικές δράσεις. Μόλις χθες, άλλωστε, συζητούσαμε για την ανάγκη επίδειξης γεωπολιτικής διορατικότητας...

 

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ιράν υπό πίεση, Τουρκία υπό απειλή


Καθώς οι επιχειρήσεις ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του ιρανικού καθεστώτος συνεχίζονται, αξίζει να έχουμε υπόψη ότι η χώρα που ανησυχεί περισσότερο από τις τρέχουσες εξελίξεις είναι η Τουρκία. Μια ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν θα μπορούσε να διαταράξει την εύθραυστη περιφερειακή ισορροπία ισχύος, η οποία σήμερα επιτρέπει στην Άγκυρα να ελίσσεται ανάμεσα σε ανταγωνιστικά μπλοκ.

Για τη γειτονική μας χώρα, το σημερινό ιρανικό καθεστώς αποτελεί έναν προβλέψιμο - αν και ανταγωνιστικό - παράγοντα, με τον οποίο έχει μάθει να συνυπάρχει στη Συρία, το Ιράκ και τον Καύκασο. Μια ενδεχόμενη φιλοδυτική στροφή της Τεχεράνης θα μείωνε δραστικά τη γεωπολιτική αξία της Άγκυρας για τη Δύση (ή έναντι αυτής), περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών και τη διαπραγματευτική της ισχύ. Παράλληλα, ακόμα και μια περιορισμένη χρονικά αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να εντείνει τις ανησυχίες της για το κουρδικό στοιχείο στο εσωτερικό και στα σύνορά της, ενώ δεν αποκλείεται να προκαλέσει και νέες προσφυγικές ροές.

Επιπλέον, τα ενεργειακά και εμπορικά συμφέροντα της Τουρκίας θα εισέλθουν σε φάση αυξημένης αβεβαιότητας. Ό,τι και αν συμβεί τελικά στην Τεχεράνη, η Άγκυρα θα αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει την εξωτερική της πολιτική και να αναπροσαρμόσει τις ισορροπίες της ανάμεσα στη Δύση, τη Ρωσία και τον ευρύτερο περιφερειακό της περίγυρο.

Αυτός ο επαναπροσδιορισμός και αυτή η αναπροσαρμογή μας αφορούν άμεσα. Οφείλουμε, λοιπόν, να επιδείξουμε όχι μόνο προσοχή, αλλά και γεωπολιτική διορατικότητα και ενεργητική διπλωματία, ενισχύοντας σταθερά τον ρόλο μας ως πυλώνα σταθερότητας και αξιοπιστίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Η Ευρώπη στο περιθώριο: Ανικανότητα, ψευδαισθήσεις και γραφειοκρατική αυτοϊκανοποίηση


 
Στη δική μου αντίληψη, η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, που διεξάγεται αυτές τις ημέρες, αποκαλύπτει ξανά - σε μια κουραστική επανάληψη - εκείνο που όλοι γνωρίζουμε αλλά ελάχιστοι τολμούν να πουν δημόσια: η Ευρώπη είναι ανίκανη να ηγηθεί, να επηρεάσει τον κόσμο μας, να προσφέρει ασφάλεια, όραμα και προοπτική. Αδυνατεί να προστατεύσει, να δημιουργήσει ή να διαμορφώσει και να καθοδηγήσει πολιτικά, οικονομικά, διπλωματικά ή πολιτισμικά, εγκλωβισμένη σε μια νοοτροπία χαμηλού επιπέδου δημοσιουπαλληλίας και τεχνοκρατισμού.

Οι “ιστορικές” στιγμές μάς έχουν ήδη προσπεράσει κι εμείς έχουμε συμβιβαστεί με μια γραφειοκρατική αυτοϊκανοποίηση που τόσο εύστοχα είχε επισημάνει ο Νάιτζελ Φάρατζ, 15 χρόνια πριν, απευθυνόμενος στον τότε πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου: “Δεν θέλω να γίνω αγενής, αλλά έχετε το χάρισμα μιας βρεγμένης πατσαβούρας και την εμφάνιση ενός χαμηλόβαθμου τραπεζικού υπαλλήλου”. Αυτή είναι, δυστυχώς, η εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και φτάσαμε σήμερα (χθες) στο σημείο ο Γερμανός καγκελάριος να μιλά για το “τέλος των βεβαιοτήτων” και να περιγράφει την τρέχουσα κατάσταση ασφάλειας ως ριζικά αλλοιωμένη. Αλήθεια, ποιός μας έφτασε εδώ; Ποιός μας πούλησε φαντασιώσεις περί ειρήνης, προόδου, ανάπτυξης, αυτονομίας, αξιοπρέπειας και κυριαρχίας;

Μήπως οι ηγεσίες της Ευρώπης δεν πέρασαν δεκαετίες μελετώντας οικονομικά γραφήματα και δημοσκοπήσεις αντί για χάρτες στρατηγικής και ροές ισχύος; Μήπως αυτές οι ηγεσίες δεν προτίμησαν το βολικό ψέμα της “ασφάλειας χωρίς κόστος”; Μήπως αυτές οι ηγεσίες δεν έκρυβαν το κεφάλι τους σαν τη στρουθοκάμηλο, ενώ οι ευρωπαϊκοί λαοί έβλεπαν προοδευτικά τις ζωές τους να κινδυνεύουν, τα κράτη τους να χάνουν την ασφάλειά τους και την αυτονομία τους;

Αυτοί οι Ευρωπαίοι ηγέτες επέλεξαν συνειδητά να δημιουργούν ψευδαισθήσεις, αντί να προετοιμάζονται - και να μας προετοιμάζουν - για τον σκληρό κόσμο που φαινόταν να έρχεται. Προτίμησαν τις “επιτροπές”, τα “δελτία τύπου” και τις “διαδικασίες”. Κάθε κρίση αντιμετωπιζόταν ως ευκαιρία για επικοινωνιακή διαχείριση, όχι για αποφασιστική δράση.

Όταν η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα, η αντίδραση ήταν καθυστερημένη και αμυντική. Στην Ουκρανία, η “αποφασιστικότητα” ήρθε μόνο μετά τον αιφνιδιασμό. Για την Κύπρο, παραμένει παθητική χωρίς ουσιαστική παρέμβαση. Και όταν οι ΗΠΑ μας είπαν ξεκάθαρα ότι δεν θα είναι μόνιμος εγγυητής της ασφάλειάς μας, η Ευρώπη αντέδρασε σαν μαθητούδι.

Η γραφειοκρατία έχει εξελιχθεί σε υπαρξιακό μας πρόβλημα. Η Ε.Ε. πιστεύει ότι η ισχύς παράγεται μέσω πλαισίων, επιτροπών και ανακοινώσεων. Η ισχύς όμως παράγεται με βούληση, αποφάσεις και θάρρος σύγκρουσης αν χρειάζεται, όταν χρειάζεται. Σε ό,τι η Ευρώπη αποτυγχάνει συστηματικά δηλαδή.

Και οι ηγέτες μας, παραμένουν ανίκανοι και ανεπαρκείς. Το χειρότερο; Εξακολουθούν να βλέπουν τη μεταψυχροπολεμική περίοδο σαν παιδικό παραμύθι. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι ο κόσμος μας έχει ήδη προχωρήσει χωρίς αυτούς. Φτάνει μόνο να ακούσει κανείς τις κατά καιρούς δηλώσεις της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ή της Κάγια Κάλλας (τον Αντόνιο Κόστα δεν τον λαμβάνω καν υπόψη μου) για να κατάλάβει που έχουμε μπλέξει και με ποιους!

Η Ευρώπη που φανταζόμασταν; Η Ευρώπη που θέλαμε; Δεν υπήρξε ποτέ...

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Άγκυρα 2026: Συνεργασία ή πολιτικός αυτοματισμός;

 


Η χθεσινή σύγκληση του 6ου - ας πούμε - Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα αποτυπώνει την προσπάθεια των δύο ηγεσιών να περιλάβουν τις μακροχρόνιες διαφορές τους σε ένα αφήγημα ελεγχόμενης συνεργασίας. Η προσπάθεια αυτή, όσο διπλωματική και αν εμφανίζεται, διατηρεί στον πυρήνα της ανέπαφες τις δομικές λογικές που εδώ και δεκαετίες επιβαρύνουν και τις δύο κοινωνίες.

Από τη μία πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε την προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο και την ανάγκη άρσης απειλών· από την άλλη, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαρακτήρισε τα προβλήματα “πολύπλοκα αλλά όχι ανυπέρβλητα”. Τα κείμενα συνεργασίας και οι συμφωνίες σε τεχνικούς τομείς - πολιτισμός, τεχνολογία, μεταφορές - μπορούν να αξιολογηθούν θετικά, αλλά λειτουργούν κυρίως ως βαλβίδες αποσυμπίεσης και όχι ως ουσιαστική διαμόρφωση ενός πλαισίου συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης.

Το κύριο εμπόδιο του εγχειρήματος βρίσκεται στο ίδιο το πολιτικό αφήγημα που παρουσιάζει την ένταση ως μόνιμη δυνατότητα και σχεδόν φυσική κατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αυτό το αφήγημα δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην επίλυση διαφορών, αλλά στη διατήρηση ενός ελεγχόμενου φόβου, πολιτικά χρήσιμου και για τις δύο πλευρές. Όσο η όποια ενδεχόμενη σύγκρουση αντιμετωπίζεται ως “μοιραία”, “αναπόφευκτη” και διαρκώς μετατιθέμενη στο απροσδιόριστο μέλλον, τέτοιες συναντήσεις κινδυνεύουν να περιοριστούν στη διαχείριση ενός χρόνιου αδιεξόδου.

Η πραγματική πολιτική τόλμη δεν θα κριθεί από τον αριθμό των συμφωνιών ή των δηλώσεων καλής θέλησης, αλλά από το αν αμφισβητηθεί έμπρακτα η αντίληψη ότι η κρίση αποτελεί φυσικό νόμο και όχι αποτέλεσμα συγκεκριμένων, αναστρέψιμων πολιτικών επιλογών.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως πιθανόν θα παρατηρούσε εύστοχα ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ: ουδέν νεώτερο από το Ανατολικό Μέτωπο.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Legality vs Revisionism: A response to “Equitable Maritime Delimitation between Turkey and Greece” / Νομιμότητα έναντι Αναθεωρητισμού: Απάντηση στη “Δίκαιη θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας”

🏴󠁧󠁢󠁥󠁮󠁧󠁿 

The recently published article by Dr. Serhat Süha Çubukçuoğlu, seeks to reconstruct the legal framework that should govern maritime zones between Greece and Turkey, advancing a purportedly “equitable” and “geographically realistic” approach. However, behind the technical terminology and selective citation of case law, the article adopts arguments that are not merely alternative legal interpretations but reiterate core positions of Turkish state revisionism, often in a misleading manner. The methodology of the text does not aim at equitable delimitation but at shifting the discourse from legally recognized entitlements to negotiable “sharing.”

The Invocation of the Alleged 2003 Agreement and the Deliberate Omission of Critical Data

A key feature of the article is its reference to the alleged Greece-Turkey approach of 2003, attributed to the then Greek goverment and presented as evidence that Greece supposedly accepted a differentiated application of law in the Aegean. This reference is misleading. Even if it is accepted that discussions or a draft political agreement took place, they concerned exclusively the breadth of territorial waters in the Aegean (6 vs. 12 nautical miles) and did not include provisions regarding the continental shelf or the Exclusive Economic Zone (EEZ). Omitting this decisive element distorts the legal significance of the example and creates the false impression that Greece had accepted a limitation of the islands’ rights to maritime zones beyond territorial waters.

“Land Dominates the Sea” and the Misuse of a Legal Principle

A central pillar of the article’s argumentation is the invocation of the principle that “land dominates the sea.” As articulated in International Court of Justice (ICJ) jurisprudence, this principle refers to the fact that maritime zones derive from sovereignty over land. It does not support, nor suggest, that a State deprive an insular territory of its maritime entitlements merely because it is situated near or on the geological continental shelf of another State. Nevertheless, the article arbitrarily distorts the principle, claiming that Greek islands east of the 25th meridian “sit on the Turkish continental shelf” and therefore cannot generate maritime zones.

This position is not merely a controversial interpretation; it constitutes a direct violation of Article 121 of the United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS), which accords islands the same rights to the continental shelf and EEZ as mainland coasts, except for rocks explicitly excluded under Article 121(3). Geological continuity of the seabed is not a legal criterion for the existence of rights after the establishment of the 200-nautical-mile rule, as explicitly confirmed in the Libya/Malta case (ICJ, 1985).

The Rejected “Cut-Off” Theory

The proposal to reduce territorial waters to 3 nautical miles east of 25°E does not constitute a technical adjustment but revives a practice repeatedly rejected by international jurisprudence. The logic that islands should not generate maritime zones because they “cut off” another State’s access to the sea is known as the cut-off effect and has been legally deemed unacceptable. In Nicaragua v. Colombia (ICJ, 2012), the Court expressly rejected the notion that the geographic position of islands could nullify their rights, even when adjustments are made for proportionality.

The full or near-complete deprivation of rights due to proximity to another coast has no basis in international practice.

“Grey Zones” as a Political Doctrine, Not a Legal Concept

Particularly problematic is the article’s adoption of the concept of “152 grey zones” and the proposal for their “division.” This terminology does not constitute a neutral academic concept. It derives directly from the official position of the Turkish Ministry of Foreign Affairs, which refers to “islands, islets, and rocks not ceded to Greece.” It is a political doctrine that seeks to create a permanent reservoir of contested Greek sovereingty, despite the fact that the status of Aegean islands has been clearly determined by the Treaties of Lausanne and Paris.

When a journal, affiliated with an academic institution such as Johns Hopkins, employs the term “grey zones” and discusses their division as a purportedly technical solution, it does not engage in neutral theoretical debate. It contributes to legitimizing the core Turkish revisionist position, that there exists a category of Greek territory with disputed sovereignty, potentially subject to future negotiation. This contradicts the fundamental principle of international law that sovereignty precedes delimitation and is not subject to division.

Recapitulation

Equity: is not an independent source of law nor a tool to redistribute sovereignty or entitlements, but a method applied at the final stage of maritime delimitation. Equity does not precede legal entitlements.

Greek-Turkish 2003 Discussions: There is no binding international agreement between Greece and Turkey from 2003. Any informal discussions did not produce opinio juris, cannot be considered state practice, and never addressed the continental shelf or EEZ.

Land Dominates the Sea: Geological continuity is no longer a legal criterion under UNCLOS. The idea that islands “sit on another state’s continental shelf” has no legal basis.

UNCLOS Article 121 and Islands: All islands (except rocks under 121§3) are entitled to territorial sea, continental shelf, and EEZ.

Cut-off Effect: International jurisprudence rejects the notion that the “cut-off” effect nullifies rights, while allowing limited adjustments for proportionality.

Grey Zones: “Grey zones” do not exist under international law.

Sovereignty: precedes delimitation and cannot be subjected to equitable sharing.

Conclusion

Dr. Çubukçuoğlu’s article does not propose an equitable solution, but a revisionist reordering of the legal framework, based on selective application of principles, omission of critical elements, and adoption of terminology originating from state propaganda. The Greek position, in contrast, does not require special treatment. It requires the application of universally recognized international rules: full recognition of legal rights and delimitation based on proportionality and equity, not preemptive deprivation. Any solution founded on the logic of “sharing” sovereignty rather than delimiting entitlements does not constitute compromise but institutionalizes dispute.

 

*

🇬🇷 

Το πρόσφατα δημοσιευμένο άρθρο του Δρ. Serhat Süha Çubukçuoğlu επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το νομικό πλαίσιο που - κατά τον συγγραφέα, θα έπρεπε να διέπει τις θαλάσσιες ζώνες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, προβάλλοντας μια προσέγγιση η οποία αυτοχαρακτηρίζεται ως "δίκαιη" και "γεωγραφικά ρεαλιστική". Πίσω, ωστόσο, από την τεχνική ορολογία και την επιλεκτική επίκληση της διεθνούς νομολογίας, το άρθρο υιοθετεί θέσεις που δεν συνιστούν απλώς εναλλακτική νομική ερμηνεία, αλλά αναπαραγωγή του τουρκικού κρατικού αναθεωρητισμού, με τρόπο συστηματικό και παραπλανητικό. Η μεθοδολογική του στόχευση δεν είναι η επίτευξη δίκαιης οριοθέτησης κατά το διεθνές δίκαιο, αλλά η μετατόπιση της συζήτησης από νομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα σε μια λογική διαπραγματεύσιμης κατανομής.

Η επίκληση της υποτιθέμενης προσέγγισης του 2003 και η αποσιώπηση κρίσιμων στοιχείων

Κομβικό σημείο της επιχειρηματολογίας του άρθρου αποτελεί η αναφορά στη φερόμενη ελληνοτουρκική "προσέγγιση" του 2003, η οποία αποδίδεται στην τότε ελληνική κυβέρνηση και προβάλλεται ως ένδειξη αποδοχής από την Ελλάδα μιας δήθεν διαφοροποιημένης εφαρμογής του διεθνούς δικαίου στο Αιγαίο. Η αναφορά αυτή είναι ουσιωδώς παραπλανητική. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι έλαβαν χώρα διερευνητικές συνομιλίες ή συζητήσεις πολιτικού χαρακτήρα, αυτές αφορούσαν αποκλειστικά το εύρος των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο (6 έναντι 12 ναυτικών μιλίων) και ουδέποτε περιέλαβαν ρυθμίσεις σχετικές με την υφαλοκρηπίδα ή την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η σκόπιμη αποσιώπηση του κρίσιμου αυτού στοιχείου αλλοιώνει τη νομική βαρύτητα του παραδείγματος και δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ότι η Ελλάδα είχε αποδεχθεί περιορισμό των δικαιωμάτων των νησιών πέραν των χωρικών υδάτων, κάτι που ουδέποτε συνέβη.

"Η ξηρά κυριαρχεί επί της θάλασσας" και η καταχρηστική επίκληση της νομολογίας

Κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας του άρθρου είναι η επίκληση της αρχής ότι "η ξηρά κυριαρχεί επί της θάλασσας". Στη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η αρχή αυτή σημαίνει ότι οι θαλάσσιες ζώνες αντλούν τη νομική τους βάση από την κυριαρχία επί της ξηράς. Δεν υποδηλώνει ούτε επιτρέπει τη στέρηση θαλάσσιων δικαιωμάτων από νησιωτικό έδαφος λόγω της γεωγραφικής εγγύτητάς του ή της γεωλογικής του σχέσης με την υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους.

Παρά ταύτα, στο άρθρο παραποιείται αυτή η αρχή, υποστηρίζοντας ότι τα ελληνικά νησιά ανατολικά του 25ου μεσημβρινού "εδράζονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα" και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να παράγουν αυτοτελείς θαλάσσιες ζώνες.

Η θέση αυτή δεν συνιστά απλώς αμφιλεγόμενη ερμηνεία, αλλά ευθεία παραβίαση του άρθρου 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο αναγνωρίζει στα νησιά πλήρη δικαιώματα χωρικής θάλασσας, υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, με μοναδική εξαίρεση τους βράχους του άρθρου 121 παρ. 3. Η γεωλογική συνέχεια του βυθού έχει παύσει να αποτελεί νομικό κριτήριο για τη γένεση θαλάσσιων δικαιωμάτων μετά την καθιέρωση του κανόνα των 200 ναυτικών μιλίων, όπως ρητώς επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Λιβύη/Μάλτα (1985).

Η απορριφθείσα θεωρία του "αποκλεισμού"

Η πρόταση περιορισμού των χωρικών υδάτων στα 3 ναυτικά μίλια ανατολικά του 25ου μεσημβρινού δεν συνιστά τεχνική προσαρμογή, αλλά αναβίωση πρακτικής που έχει κατ’ επανάληψη απορριφθεί από τη διεθνή νομολογία. Η άποψη ότι τα νησιά δεν θα πρέπει να παράγουν θαλάσσιες ζώνες επειδή "αποκλείουν" την πρόσβαση άλλου κράτους στη θάλασσα - το λεγόμενο cut-off effect - έχει κριθεί νομικά απαράδεκτη.

Στην υπόθεση Νικαράγουα κατά Κολομβίας (2012), το Δικαστήριο απέρριψε ρητώς την ιδέα ότι η γεωγραφική θέση των νησιών μπορεί να μηδενίσει τα δικαιώματά τους, ακόμη και όταν γίνονται περιορισμένες προσαρμογές για λόγους αναλογικότητας. Η πλήρης ή σχεδόν πλήρης αποστέρηση δικαιωμάτων λόγω εγγύτητας προς άλλη ακτή δεν βρίσκει έρεισμα στη διεθνή πρακτική.

Οι "γκρίζες ζώνες" ως πολιτικό δόγμα

Ιδιαίτερα προβληματική είναι η υιοθέτηση της έννοιας των "152 γκρίζων ζωνών" και η πρόταση περί "διαίρεσής" τους. Ο όρος αυτός δεν συνιστά ουδέτερη ακαδημαϊκή αντίληψη ή έννοια. Περιγράφει την επίσημη ρητορική του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο δόγμα διαρκούς και συστηματικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας, παρά το γεγονός ότι το καθεστώς των νήσων του Αιγαίου έχει καθοριστεί με σαφήνεια από τις Συνθήκες της Λωζάννης και των Παρισίων

Η χρήση του όρου από ακαδημαϊκό περιοδικό συνδεδεμένο με πανεπιστημιακό ίδρυμα, όπως το Johns Hopkins, δεν συνιστά αμερόληπτη θεωρητική προσέγγιση. Αντιθέτως, συμβάλλει στη νομιμοποίηση του τουρκικού αναθεωρητισμού, σύμφωνα με τον οποίο υφίσταται ελληνικό έδαφος αμφισβητούμενης κυριαρχίας. Η θέση αυτή αντιβαίνει στη θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου ότι η κυριαρχία προηγείται της οριοθέτησης και δεν αποτελεί αντικείμενο διαίρεσης ή "συνεκμετάλλευσης".

Συμπερασματικές επισημάνσεις

* Η "ευθυδικία" δεν αποτελεί αυτοτελή πηγή δικαίου ούτε μηχανισμό ανακατανομής κυριαρχίας ή δικαιωμάτων, αλλά μέθοδο εφαρμοζόμενη στο τελικό στάδιο της θαλάσσιας οριοθέτησης.

Δεν υφίσταται δεσμευτική διεθνής συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας από το 2003. Τυχόν άτυπες συζητήσεις δεν παρήγαγαν opinio juris, δεν μπορούν να θεωρηθούν κρατική πρακτική και ουδέποτε αφορούσαν την υφαλοκρηπίδα ή την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η γεωλογική συνέχεια δεν συνιστά πλέον νομικό κριτήριο υπό το ισχύον δίκαιο της θάλασσας. Η αντίληψη ότι νησιά «εδράζονται στην υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους» στερείται νομικής βάσης.

Όλα τα νησιά, πλην των βράχων που εμπίπτουν στο άρθρο 121 παρ. 3, δικαιούνται χωρική θάλασσα, υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η διεθνής νομολογία απορρίπτει την άποψη ότι το λεγόμενο "cut-off effect" μπορεί να αναιρεί θαλάσσια δικαιώματα, επιτρέποντας μόνον περιορισμένες προσαρμογές για λόγους αναλογικότητας.

* Οι λεγόμενες "γκρίζες ζώνες" δεν υφίστανται στο διεθνές δίκαιο.

* Η κυριαρχία προηγείται της οριοθέτησης και δεν αποτελεί αντικείμενο "δίκαιης κατανομής".

Επίλογος

Το άρθρο του Δρ. Çubukçuoğlu δεν προτείνει μια πραγματικά δίκαιη λύση, αλλά εκφράζει μια αναθεωρητική ερμηνεία του νομικού πλαισίου, βασισμένη σε επιλεκτική εφαρμογή αρχών, αποσιώπηση κρίσιμων στοιχείων και υιοθέτηση ορολογίας που προέρχεται από επίσημη τουρκική κρατική προπαγάνδα. Η ελληνική θέση, αντίθετα, δεν απαιτεί ειδική μεταχείριση. Απαιτεί την εφαρμογή των καθολικά αναγνωρισμένων διεθνών κανόνων: πλήρη αναγνώριση των νομικών δικαιωμάτων και οριοθέτηση με βάση την αναλογικότητα και την ευθυδικία, και όχι προληπτική στέρησή τους. Οποιαδήποτε λύση θεμελιώνεται στη λογική του "μοιράσματος" της κυριαρχίας αντί της οριοθέτησης δικαιωμάτων δεν συνιστά συμβιβασμό, αλλά θεσμοποιεί τη διαφορά.

 

 *

 

 

References:

1. R.R. Churchill & A.V. Lowe, The Law of the Sea 3rd ed. (Manchester Univ. Press 1999).

2. D. Rothwell & T. Stephens, The International Law of the Sea 2nd ed. (Hart 2016).

3. B.J.C. McGrath, The Legal Regime of Islands in International Law (Brill | Nijhoff 2018).

4. Cihat Yaycı, Doğu Akdeniz’in Paylaşım Mücadelesi ve Türkiye 1st ed. (Kırmızı Kedi Yayınevi 2020).

5. Serhat Süha Çubukçuoğlu, Turkey’s Naval Activism: Maritime Geopolitics and the Blue Homeland Concept 1st ed., Palgrave Studies in Maritime Politics and Security (Palgrave Macmillan 2023).

6. Angelos Syrigos & Thanos Dokos, Atlas of Greek-Turkish Relations (Kathimerini, n.d.).

7. Serhat Süha Çubukçuoğlu, “Rethinking Equitable Maritime Delimitation between Türkiye and Greece,” SAIS Review (Jan. 2026).

8. J.C. Daughton, “Equity in Maritime Boundary Delimitation,” Tul. J. Int’l & Comp. L. (2025).

9. C.H. Schofield, “Equity and Delimitation,” Int’l J. Marine & Coastal L. 32 (2017): 1–28.

10. Juan Luis Suárez de Vivero & Juan Carlos Rodríguez Mateos, “Maritime Europe and EU Enlargement: A Geopolitical Perspective,” Marine Policy 30, no. 2 (2006): 167–72, https://doi.org/10.1016/j.marpol.2004.11.002.

11. Çiğdem Göksel et al., “An Analysis of the Aegean Coastline Using Remotely Sensed Imagery,” Int’l Symposium on Remote Sensing and Integrated Technologies (1999): 361–68.

12. Stephen A. Gallota, “A 12-NM Greek Territorial Sea: Is Transit Passage Safe?” U.S. Naval War College (May 18, 2001), https://apps.dtic.mil/sti/tr/pdf/ADA393368.pdf.

13. Christos Rozakis, “What Greece Had Agreed with Turkey under Simitis,” eKathimerini (Athens, Oct. 31, 2025), https://www.ekathimerini.com/opinion/1285311/what-greece-had-agreed-with-turkey-under-simitis/.

14. Ifri, “Mavi Vatan (‘Blue Homeland’): The Origins, Influences, and Limits of an Ambitious Doctrine for Turkey” (Apr. 2021).

15. Center for International Maritime Security, “The Mavi Vatan Doctrine and Blue Homeland Anthem: Turkey’s Maritime Worldview” (2021).

16. War on the Rocks, “Blue Homeland: The Politics Behind Turkey’s New Maritime Strategy” (June 2020).

17. Nikos Tsafos, “Getting East Med Energy Right,” Commentary, Center for Strategic and International Studies (CSIS) (Oct. 26, 2020), https://www.csis.org/analysis/getting-east-med-energy-right.

18. Cem Gürdeniz, “Amiral Cem Gürdeniz: Türkiye Derhal MEB İlan Etmeli,” VeryansınTV (Oct. 5, 2021), https://www.veryansintv.com/turkiye-derhal-meb-ilan-etmeli.

19. Wikipedia, s.v. “Aegean dispute,” https://tinyurl.com/juvz5z7r.

20. İnönü Vakfı, “Lozan Barış Antlaşması Tam Metni” (2025), https://www.ismetinonu.org.tr/lozan-baris-antlasmasi-tam-metni/.

21. Christos Moissidis, “On the internationalization of Turkish revisionism”, Political Approach blog (Oct. 2022), https://cmoiss.blogspot.com/2022/10/blog-post_13.html

22. Continental Shelf (Libyan Arab Jamahiriya/Malta), Judgment, ICJ Rep. 1985, p. 13.

23. Territorial and Maritime Dispute (Nicaragua v. Colombia), Judgment, ICJ (Mar. 17, 2022).

24. Maritime Delimitation in the Black Sea (Romania v. Ukraine), Judgment, ICJ (Feb. 3, 2009).

25. North Sea Continental Shelf Cases (Federal Republic of Germany/Denmark; Federal Republic of

26. Germany/Netherlands), Judgment, ICJ Rep. 1969, p. 3.

27. Maritime Delimitation and Territorial Questions between Qatar and Bahrain (Qatar v. Bahrain), Judgment, ICJ Rep. 2001, p. 40.

 



Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Καλή πίστη με απειλή πολέμου

 

 

Λίγο πριν από τη γνωστοποίηση της ημερομηνίας συνάντησης του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο από την τουρκική προεδρία, κύκλοι του τουρκικού υπουργείου Άμυνας διέρρεαν στον τουρκικό Τύπο την επίσημη απάντηση της Άγκυρας στις πρόσφατες δηλώσεις του Έλληνα υπουργού Άμυνας και τις τοποθετήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού για το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, καθώς και για την προσήλωση της Αθήνας στους κανόνες του διεθνούς δικαίου στην προάσπιση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας.

Η Τουρκία επανέλαβε για ακόμη μία φορά τη διαφωνία της με τις ελληνικές θέσεις, υποστηρίζοντας ότι “μονομερείς” ενέργειες δεν συνάδουν - κατά την άποψή της - με το ισχύον διεθνές νομικό πλαίσιο, χωρίς βέβαια να διευκρινίζει ποιο είναι αυτό το “διεθνές νομικό πλαίσιο”.

Η ανακοίνωση της Τουρκίας, η οποία σημειωτέον δεν έχει καταγραφεί ή δημοσιοποιηθεί επίσημα από το Υπουργείο Άμυνας της χώρας, τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή, διατυπώθηκε ως εξής:

Η στάση της χώρας μας απέναντι στις δηλώσεις Ελλήνων πολιτικών σχετικά με την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο Πέλαγος στα 12 ναυτικά μίλια είναι σαφής. Ως Τουρκία, υποστηρίζουμε ότι μια δίκαιη, ισότιμη και σύμφωνη με τις αρχές του διεθνούς δικαίου κατανομή θαλάσσιας δικαιοδοσίας στο Αιγαίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από αμοιβαίο διάλογο και καλή πίστη. Οι μονομερείς ενέργειες, ισχυρισμοί και δηλώσεις της Ελλάδας, οι οποίες αγνοούν τις υφιστάμενες διαφορές και παραβιάζουν τα δικαιώματα της τουρκικής πλευράς, είναι αντίθετες προς το διεθνές δίκαιο και απαράδεκτες. Οι δηλώσεις αυτές δεν παράγουν καμία νομική συνέπεια για τη χώρα μας. Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, στο πλαίσιο της αντίληψης της “Γαλάζιας Πατρίδας”, συνεχίζουν με αποφασιστικότητα και σταθερότητα την αποστολή τους για την προστασία κάθε δικαιώματος και συμφέροντος της χώρας μας στις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της.

Η αξιολόγηση της τουρκικής αυτής αντίδρασης από την ελληνική πλευρά - και κυρίως από αναλυτές και δημοσιογράφους - δεν είναι η ενδεδειγμένη. Ούτε λίγο ούτε πολύ, όλοι μας λένε ότι εντάσσεται στο συνήθη κύκλο δηλώσεων και αντιδηλώσεων. Ωστόσο, από την ανακοίνωση προκύπτουν δύο βασικά ερωτήματα: Πρώτον, γιατί επέλεξε το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Τουρκίας να τοποθετηθεί αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Δεύτερον, γιατί η αντίδραση προήλθε από το Υπουργείο Άμυνας και όχι από το Υπουργείο Εξωτερικών ή την Προεδρία της Δημοκρατίας;

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Άγκυρα φαίνεται να επιχειρεί να στείλει μηνύματα σε πολλαπλούς αποδέκτες: στο εσωτερικό της κοινό, στο ΝΑΤΟ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Αθήνα, ενώ παράλληλα θέτει το ζήτημα της διαφορετικής αντίληψης σε ένα πλαίσιο αποτροπής και στρατιωτικής ετοιμότητας.

Η επιλογή του Υπουργείου Άμυνας είναι επίσης στρατηγική: μετατοπίζει συνειδητά οποιαδήποτε διαφορά από το διπλωματικό στο αποτρεπτικό πεδίο, ενεργοποιεί συμβολικά τις Ένοπλες Δυνάμεις και υποβαθμίζει τον διάλογο σε καθαρά τυπική διαδικασία.

Η περαιτέρω ανάλυση του κειμένου αποκαλύπτει επιμέρους επιδιώξεις:

  • Επιχειρεί να ακυρώσει τον νομιμοποιητικό λόγο των ελληνικών πολιτικών (βλέπε Υπουργό Εθνικής Άμυνας) και να υποβαθμίσει τον ρόλο του Έλληνα πρωθυπουργού.
  • Προσπαθεί να μετατρέψει το κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση έως τα 12 μίλια σε ζήτημα διαπραγμάτευσης.
  • Θέτει όρους και προϋποθέσεις για οποιαδήποτε συζήτηση.
  • Αποποιείται την ευθύνη για την όποια ένταση, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως την πλευρά που “δημιουργεί προβλήματα”.
  • Επικαλείται γενικά και αόριστα νόμιμα και ηθικά δικαιώματα χωρίς να τα εξειδικεύει.
  • Συνδέει τη στρατιωτική της ισχύ με το εθνικό της ιδεολόγημα και αφήνει ανοικτή την απειλή χρήσης βίας αν κι εφόσον η Ελλάδα “τολμήσει” να ασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. 

Και επειδή οι τούρκοι μιλούν για “καλή πίστη” θα πρέπει να επισημανθεί ότι - πράγματι, η επίλυση διαφορών προϋποθέτει θεμελιωδώς την τήρηση της αρχής της καλής πίστης. Η ιστορική εμπειρία και οι σύγχρονες εξελίξεις θέτουν υπό αμφισβήτηση κατά πόσον η Τουρκία έχει ποτέ επιδείξει τέτοια καλή πίστη.

Μπορεί η συστηματική πρόκληση στρατιωτικών και διπλωματικών επεισοδίων στο Αιγαίο και αλλού όπως στα χερσαία μας σύνορα στον Έβρο κατά το πρόσφατο παρελθόν να ερμηνευτεί ως ένδειξη καλής πίστης;

Είναι η διατήρηση ενός casus belli απέναντι στη νόμιμη άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας συμβατή με τις αρχές της ειρηνικής επίλυσης διαφορών; Παρομοίως, μπορούν οι απόπειρες δημιουργίας faits accomplis - μέσω παραβιάσεων του εναέριου χώρου, εργαλειακής εκμετάλλευσης των μεταναστευτικών ροών ή μονομερών μέτρων αντίθετων στο καθιερωμένο διεθνές δίκαιο - να θεωρηθούν εκδηλώσεις καλής πίστης;

Η καλή πίστη δεν αποτελεί ρητορική ή διακηρυκτική δέσμευση· αποδεικνύεται μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες. Ο σεβασμός στις διεθνείς συνθήκες, η αποφυγή απειλών και προκλήσεων, η γνήσια συμμετοχή σε διάλογο χωρίς καταναγκασμό και η τήρηση κανόνων που δεσμεύουν όλα τα κράτη συνιστούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις. Ελλείψει αυτών, οποιαδήποτε επίκληση διαλόγου καθίσταται κενή περιεχομένου, ενώ η ευθύνη για το όποιο αδιέξοδο βαρύνει το μέρος που προτάσσει την κλιμάκωση έναντι της συμμόρφωσης με το διεθνές δίκαιο.

Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα της καλής πίστης δεν είναι απλώς θεωρητικό ή ηθικό. Συνιστά πρακτική προϋπόθεση για οποιαδήποτε νόμιμη, δίκαιη και νομικά θεμελιωμένη επίλυση της όποιας διαφοράς. Χωρίς αποδεικτέα τήρηση της καλής πίστης, η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και των αρχών της ισότητας καθίσταται αδύνατη, ενώ ο ίδιος ο διάλογος κινδυνεύει να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την προώθηση μονομερούς πλεονεκτήματος, αντί για την επίτευξη λύσης.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ίμια 1996: Όταν η Ελλάδα δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της


Η κρίση των Ιμίων παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και οδυνηρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ήταν μια δοκιμασία που ανέδειξε τα όρια της πολιτικής, της διπλωματικής και της στρατιωτικής ικανότητας της χώρας μας, εξελίχθηκε σε τραγωδία και έφερε στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, βαθιά και διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. Σε κρίσιμες στιγμές αποκαλύφθηκαν η πολιτική ανεπάρκεια, η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και η θεσμική αδυναμία να καλυφθούν αυτή η έλλειψη και αυτή η ανεπάρκεια, με καθοριστικό τον ρόλο του τότε πρωθυπουργού, του υπουργού των Εξωτερικών και του υπουργού Εθνικής Άμυνας να αδυνατούν να υπερασπιστούν έμπρακτα την εθνική μας κυριαρχία, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε ευθέως.

Η αδιαμφισβήτητη ελληνική κυριαρχία και η κατασκευή των “γκρίζων ζωνών”

Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που διατύπωσε αργότερα η Τουρκία, τα Ίμια βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό αναντίρρητη ελληνική κυριαρχία, όπως αυτή καθορίζεται σαφώς από τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και κυρίως από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), με την οποία η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα “εν πλήρει κυριαρχία” ολόκληρη τη Δωδεκάνησο μαζί με τις παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες.

Πριν από το 1996, η ελληνική κυριαρχία στα Ίμια ήτα αναγνωρισμένη σε διεθνείς χάρτες, επίσημα έγγραφα, διπλωματικές αλληλογραφίες και στην ίδια τη μακροχρόνια και αδιαμφισβήτητη άσκηση κυριαρχίας. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών επινοήθηκε εκ των υστέρων από την Άγκυρα ως εργαλείο αναθεωρητισμού και διπλωματικής πίεσης, και εμείς, ακόμη και σήμερα, ανόητα και ακατανόητα της προσδίδουμε νομιμοποίηση με την αναπαραγωγή της - βλέπε Μακάριος Λαζαρίδης, ΝΔ, Βουλή των Ελλήνων, Ιανουάριος 2026.

Η Τουρκία κατασκεύασε γεγονότα με σκηνοθετική μαεστρία, προκειμένου να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά της Ελλάδας και τα βρήκε απογοητευτικά αδύναμα. Αντί για αποφασιστικότητα, συνάντησε φοβικότητα. πολιτική φοβικότητα.

Η πολιτική και στρατιωτική διαχείριση της κρίσης - Πρόσωπα και ευθύνες

Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης αποδείχθηκε ανίκανος να διαχειριστεί μια κρίση εθνικής σημασίας όχι απλώς σε επίπεδο τακτικών χειρισμών, αλλά κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής αντίληψης. Αντί να χαράξει μια σαφή εθνική γραμμή και να τραβήξει ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές, επέλεξε να διαχειριστεί τον προσωπικό του φόβο και το πολιτικό κόστος.

Ο υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος απέτυχε να υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις. Η διπλωματία χρησιμοποιήθηκε ως μηχανισμός εκτόνωσης. Η αποδοχή της φόρμουλας “no ships, no flags, no troops” αν και από ορισμένους θεωρήθηκε “αξιοπρεπής” συμβιβασμός, δεν ήταν παρά σιωπηρή αποδοχή της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και εδραίωση της λογικής των γκρίζων ζωνών.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο συντονισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, καθιστώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις χωρίς καθοδήγηση. Η ασάφεια των εντολών και η έλλειψη ενιαίου επιχειρησιακού πλαισίου οδήγησαν σε πλήρη ακινησία, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Ακόμη κι αν διαφωνεί ή απορρίπτει κανείς αυτές τις αξιολογήσεις, οφείλει να παραδεχτεί ότι η διαχείριση της κρίσης από τα τρία αυτά συγκεκριμένα πρόσωπα είναι αμφιλεγόμενη. Τα γεγονότα δείχνουν σαφώς ότι ελήφθησαν αποφάσεις που επηρέασαν την εξέλιξη της κρίσης, ωστόσο η αξιολόγηση της ικανότητας και της αποτελεσματικότητάς τους παραμένει ζήτημα υποκειμενικό. Η προσωπική κρίση του καθενός διαμορφώνεται από παράγοντες όπως η πολιτική του τοποθέτηση, η ιστορική γνώση, η πρόσβαση σε πληροφορίες ή η εκτίμηση για το τι συνιστά επιτυχία ή αποτυχία. Εγώ δεν καταγράφω την ιστορία. Την άποψή μου εκφράζω σύμφωνα με όσα γνωρίζω και με ό,τι αισθάνομαι. Και συνεχίζω...

Τούρκοι καταδρομείς πάτησαν σε ελληνικό έδαφος, η ελληνική σημαία αποσύρθηκε υπό “… αδιευκρίνιστες” συνθήκες, και ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού συνετρίβη, παρασύροντας στον θάνατο τους αξιωματικούς Χριστόδουλο Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκο και Έκτορα Γιαλοψό. Εκείνο το βράδυ, η Ελλάδα δεν έχασε απλώς ένα ελικόπτερο και τρεις αξιωματικούς· έχασε την αυτοπεποίθησή της, το ηθικό της, την εθνική της αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ χάσαμε την ψυχή μας!

Η κυβέρνηση επέλεξε τον δρόμο της “αποκλιμάκωσης πάση θυσία”, μετατρέποντας μια εθνική πρόκληση σε στρατηγική υποχώρηση. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, παρότι επιχειρησιακά έτοιμες και αποφασισμένες να εκτελέσουν το καθήκον τους, καθηλώθηκαν από μια ηγεσία που δεν είχε ούτε σχέδιο, ούτε θάρρος, ούτε αποφασιστικότητα.

Στο σηνμειό αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι και ο Α/ΓΕΕΘΑ φέρει σοβαρές ευθύνες για τη σύγχυση και την αποδιοργάνωση που επικράτησαν κατά τη διαχείριση της κρίσης. Οι ευθύνες αυτές δεν περιορίζονται μόνο σε επιμέρους χειρισμούς. Εκ των υστέρων προκύπτει ότι δεν υπήρχε προκαθορισμένο πλαίσιο αντιμετώπισης ενός τέτοιου σεναρίου. Σε κάθε περίπτωση, είτε η στρατιωτική ηγεσία δεν παρείχε στην πολιτική ηγεσία πλήρη, σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα της κατάστασης, είτε αποδέχθηκε πολιτικές αποφάσεις χωρίς να προβάλει την αναγκαία και θεσμικά επιβεβλημένη στρατιωτική αντίρρηση.

Όπως πιθανόν γίνεται κατανοητό, στρατιωτική ισχύς χωρίς σχέδιο και πολιτική βούληση εκμηδενίζεται.

Οι συνέπειες της κρίσης των Ιμίων και η διαρκής τουρκική αμφισβήτηση

Τριάντα χρόνια μετά, το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Το χρονικό των Ιμίων αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της τουρκικής στρατηγικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Οι υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου, οι παράνομες NAVTEX, οι αξιώσεις περί αποστρατικοποίησης και το τουρκολιβυκό μνημόνιο ακόμη, εδράζονται στην ίδια λογική: η Ελλάδα δεν θα αντιδράσει δυναμικά. Η Τουρκία έμαθε το 1996 ότι μπορεί να δημιουργεί τετελεσμένα με χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Εμείς, αντίθετα, φαίνεται ότι δεν διδαχθήκαμε τίποτα.

Η δημοσιογραφική έρευνα ως τώρα δεν κατάφερε και πολλά. Όσοι από τους πρωταγωνιστές παραμένουν εν ζωή, αποφεύγουν να αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα και αρνούνται κάθε ευθύνη. Φάκελοι παραμένουν κλειστοί, μισοφαγωμένοι από τον σκόρο και τη σκόνη. Καθοριστικής σημασίας αποφάσεις δεν εξηγήθηκαν ποτέ επαρκώς και, αντί για αυτοκριτική, επιλέχθηκε η ανακατασκευή της μνήμης... Ένα, όμως, είναι βέβαιο: η πολιτική ηγεσία της εποχής προσέφερε κάκιστες υπηρεσίες στην πατρίδα, εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες, σε ηθική και πατριωτική ανεπάρκεια, καθώς και σε διαχειριστική ανικανότητα.

Υπάρχει και μία ακόμη δυσάρεστη βεβαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, γνώριζαν ότι επίκειται τουρκική στρατιωτική ενέργεια στο Αιγαίο και δεν έπραξαν τίποτα ουσιαστικό για να την αποτρέψουν. Αντιθέτως, λειτούργησαν ως “διαμεσολαβητής ίσων αποστάσεων”, εξισώνοντας τον θύτη με το θύμα. Για την Ελλάδα, αυτό δεν ήταν κάτι νέο. Ήταν μια επανάληψη της ιστορίας. Όπως συνέβη και στην Κύπρο. Επιπλέον, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες έκτοτε, η αμερικανική παρέμβαση δεν αποκατέστησε το status quo ante ξεκάθαρα υπέρ της Ελλάδας.

Σύμφωνα με όσους υπερασπίζονται τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης το 1996, η κρίση των Ιμίων εκτυλίχθηκε σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, όπου οποιαδήποτε στρατιωτική αντίδραση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και γενικευμένη ελληνοτουρκική σύρραξη. Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα, παρά το δίκαιο των θέσεών της, δεν διέθετε την πολυτέλεια ενός πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες για την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και τη διεθνή της θέση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο εσωτερικής πολιτικής αστάθειας και διεθνούς ρευστότητας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Κατά τη λογική αυτή, η επιλογή της αποκλιμάκωσης, έστω και με επώδυνους συμβιβασμούς, θεωρείται πράξη ευθύνης και όχι δειλίας, και δημιούργησε χώρο για διπλωματικές πρωτοβουλίες και διεθνή παρέμβαση, στοχεύοντας στην αποτροπή ενός πολέμου που θα μπορούσε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο οδηγώντας τη χώρα σε περιπέτειες χωρίς σαφή στρατηγικό όφελος.

Ιστορική αποτίμηση και οι συνέπειες των επιλογών

Η Ιστορία ούτε ξαναγράφεται, ούτε ξεχνάει. Τα έργα του καθενός είναι εκεί, αδιάψευστοι μάρτυρες των επιλογών που έγιναν και της πολιτικής νοοτροπίας που τις υπαγόρευσε. Η “μικρά πλην έντιμος Ελλάς” οδηγήθηκε σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Γιατί; διότι για τους πολιτικούς μας ινστρούχτορες η διπλωματία και η πολιτική αποτελούν πεδίο συμβιβασμών και τακτικισμών, ακόμα και εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε την αλήθεια: η Ελλάδα, ακόμη και όταν διαθέτει ισχύ, δεν διαθέτει πάντα τη βούληση να την χρησιμοποιήσει.

Όμως, η εθνική κυριαρχία δεν είναι δεδομένη. Απαιτεί σαφή προσανατολισμό και στρατηγική, αποφασιστική ηγεσία, επιχειρησιακή εγρήγορση και προβολή ισχύος επί του πεδίου. Δεν αρκούν τα λόγια, οι δηλώσεις ή οι συμβολισμοί. Η πατρίδα μας έχει πληρώσει βαρύ τίμημα για τη δειλία, την ατολμία και την ανικανότητα ορισμένων, και η Ιστορία δεν συγχωρεί! Σε κάθε ιστορική στιγμή, σε κάθε ευκαιρία καλούμαστε να δείξουμε ποιοι είμαστε και πώς επιτρέπουμε να μας καθορίζουν οι περιστάσεις.

Η Ελλάδα των Ιμίων ήταν μια χώρα που, εκείνη τη νύχτα, δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της και εμεις αποδειχθήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων.

Ο νέος ναυτικός ψυχρός πόλεμος

Η επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ —η ακινητοποίηση και κατάσχεση του δεξαμενόπλοιου «Marinera» σε διεθνή ύδατα νότια της Ισλανδίας και η κατάσχεση του παναμαϊκού υπερδεξαμενόπλοιου «Sophia» στην Καραϊβική, μαζί με τα πλοία Olina, Centuries και Skipper— εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο μιας «νέας ναυτικής ψυχροπολεμικής» αντιπαράθεσης.

Στο πρώτο περιστατικό, η Ακτοφυλακή των ΗΠΑ (USCG), βάσει ομοσπονδιακού εντάλματος και με επίκληση παραβίασης του εμπάργκο κατά της Βενεζουέλας, πραγματοποίησε νηοψία και κατάσχεση. Η προσπάθεια προστασίας του πλοίου μέσω εν πλω αλλαγής σημαίας (από Γουιάνα σε Ρωσία) δεν απέτρεψε την επιχείρηση, ενώ τα ρωσικά ναυτικά μέσα στην περιοχή, δεν παρενέβησαν. Παράλληλα, το «Sophia» συνδέθηκε με λαθρεμπόριο πετρελαίου προς όφελος της Κίνας. Διαβάστε τη συνέχεα εδώ: https://geoeurope.org/2026/01/10/o-neos-naytikos-psyxros-polemos/

 

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Το αυτονόητο δεν είναι πρόκληση

 

illustration by christosmoiss

Η απάντηση στο καταληκτικό ερώτημα της προηγούμενης ανάρτησης είναι αρνητική - για να κάνω και την απαραίτητη σύνδεση. Και είναι αρνητική, διότι η ενασχόληση με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε κάθε επίπεδο, είναι πρωτίστως ζήτημα αντίληψης.

Κάθε φορά που η Ελλάδα υπενθυμίζει τα αυτονόητα, η Άγκυρα αντιδρά σαν να πρόκειται για αιφνιδιασμό. Οι προχθεσινές δηλώσεις του Νίκου Δένδια δεν ήταν ούτε απειλή ούτε πρόκληση. Ήταν μια ψύχραιμη υπενθύμιση μιας θεμελιώδους αρχής: τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν απαιτούν άδεια για να ασκηθούν.

Η επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια δεν είναι ελληνική “ιδιοτροπία”. Είναι δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και ασκείται από τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών παγκοσμίως. Το να παρουσιάζεται αυτό ως “πρόκληση” λέει περισσότερα για εκείνον που το καταγγέλλει παρά για εκείνον που το ασκεί.

Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η πραγματική πηγή έντασης στο Αιγαίο είναι το casus belli που διατηρεί η Τουρκία εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Πρόκειται για μια θεσμοθετημένη απειλή πολέμου απέναντι σε ένα απολύτως νόμιμο δικαίωμα ενός άλλου κράτους.

Η ελληνική στάση είναι ξεκάθαρη: διάλογος, ναι· διάλογος υπό απειλή, όχι. Η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται υπό καθεστώς εκβιασμού, ούτε αναστέλλει δικαιώματα για να κατευνάσει αναθεωρητισμούς. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει ειλικρινής συζήτηση όσο η μία πλευρά διατηρεί στο τραπέζι τη χρήση βίας ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.

Αν η Τουρκία επιθυμεί πράγματι σταθερότητα και συνεργασία, η λύση είναι εξίσου ξεκάθαρη: άρση του casus belli, ρητή δέσμευση στους διεθνείς κανόνες που η ίδια επικαλείται κατά το δοκούν και έναρξη διαλόγου αποκλειστικά επί της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, με τελικό κριτή το Διεθνές Δικαστήριο.

Όποιος πιστεύει στο δίκαιο δεν φοβάται το δικαστήριο.
Όποιος πιστεύει στις απειλές φοβάται τον κανόνα.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

NAVTEX και γεωπολιτικό παιχνίδι

 



Τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων - τέτοιες μέρες ήταν - το Αιγαίο εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την επιμονή της Τουρκίας να δημιουργεί τετελεσμένα. Οι πρόσφατες τουρκικές NAVTEX μακράς διάρκειας δεν είναι απλές ανακοινώσεις προς ναυτιλλομένους. Πρόκειται για την εφαρμογή μιας ευρύτερης στρατηγικής που επιδιώκει να παγιώσει την αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, μετατρέποντας ένα εργαλείο ασφάλειας σε μέσο γεωπολιτικής πίεσης.
 
Αν κάτι μάθαμε από την κρίση των Ιμίων, είναι ότι οι κρίσεις στο Αιγαίο δεν ξεσπούν ξαφνικά. Χτίζονται σταδιακά, μέσα από πρακτικές “χαμηλής έντασης” που επιχειρούν να κανονικοποιήσουν την αμφισβήτηση. Σήμερα, οι NAVTEX λειτουργούν ως σύγχρονη εκδοχή αυτής της τακτικής, με γραμμές και δεσμεύσεις στη θάλασσα. Δεν χρειάζονται ούτε σημαίες - για να τις πάρει ο άνεμος - ούτε βράχοι για αναρρίχηση, ούτε κατσίκες για βοσκή.
 
Γιατί, λοιπόν, πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν πρέπει να το αφήνουμε να περνάει στα ψιλά;
 
Η Τουρκία χρησιμοποιεί τις NAVTEX για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δρα νόμιμα, αφού η NAVTEX είναι διεθνώς αναγνωρισμένη διαδικασία. Μέσω αυτών επιχειρεί να προωθήσει τα δικά της νομικά και πολιτικά επιχειρήματα για τα όρια στο Αιγαίο, χωρίς να χρειάζεται διπλωματική συμφωνία με την Ελλάδα. 
 
Επιπλέον, η έκδοσή τους λειτουργεί ως πλατφόρμα νομιμοποίησης εντός του ΝΑΤΟ, καθώς παρουσιάζονται ως τυπική στρατιωτική δραστηριότητα, ενώ στην πραγματικότητα αμφισβητούν κυριαρχικά δικαιώματα συμμαχικής χώρας. Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία επιχειρεί να δείξει ότι δεν παραβιάζει διεθνείς κανόνες, ενώ ταυτόχρονα κανονικοποιεί την αμφισβήτηση ελληνικών νησιών.
 
Η έκδοση αντι-NAVTEX απαντά σε επίπεδο αναγγελίας, αλλά λύνει άραγε το πρόβλημα;

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Νταβός 2026: Το Θολό Αντίκρισμα μιας Παράλυτης Ευρώπης

 

Illustration by Liu Rui/GT

Το Νταβός ήταν (και παραμένει) μία ακόμη ευκαιρία για να αντικρύσει η Ευρώπη το είδωλό της στον καθρέπτη. Για ακόμη μία φορά επέλεξε να κλείσει τα μάτια.

Ενώ ο κόσμος μας κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς μια εποχή ωμής ισχύος, γεωπολιτικής σύγκρουσης και τεχνολογικού ανταγωνισμού, η ευρωπαϊκή ηγεσία εξακολουθεί να μιλά και να συμπεριφέρεται σαν να βρισκόμαστε ακόμη στα χρόνια της μεταψυχροπολεμικής αυταπάτης. Δεν πρόκειται για παθητικότητα. Πρόκειται για εθελοντική τύφλωση.

Η ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού, που έσπασε τη συνήθη αυτάρεσκη ρητορική του Φόρουμ, κινήθηκε σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος. Με ευθύ και ρεαλιστικό λόγο, παραδέχθηκε ότι η “παλιά διεθνής τάξη” δεν επιστρέφει και ότι οι μεσαίες και μικρές δυνάμεις οφείλουν να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο διαρκούς αστάθειας, όχι να προσποιούνται ότι όλα λειτουργούν όπως πριν. Οι Ευρωπαίοι, αντίθετα, αρκέστηκαν στη βαρετή επανάληψη λέξεων χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο - “αξίες”, “κανόνες”, “συνεργασία” - λες και η επανάληψη από μόνη της μπορεί να παράγει ισχύ.

Η στάση τους απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες - και ειδικότερα απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο - αποτύπωσε με τον πιο καθαρό τρόπο τη δομική ανεπάρκεια της ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Καμία τόλμη, καμία αυτονομία, καμία διάθεση σύγκρουσης εκεί όπου αυτή είναι αναπόφευκτη. Μόνο προσεκτικά ζυγισμένες λέξεις, σχεδιασμένες όχι για να επηρεάσουν την πραγματικότητα, αλλά για να συγκαλύψουν την αδυναμία. Η Ευρώπη δεν διαπραγματεύεται ως ισότιμος πόλος ισχύος. Προσποιείται ότι είναι τέτοιος!

Η ομιλία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτέλεσε ίσως την πιο καθαρή εκδήλωση αυτής της ανεπάρκειας. Ένας λόγος αποστειρωμένος, σχεδόν γραφειοκρατικά νεκρός, γεμάτος κενές έννοιες και αυτάρεσκη ηθικολογία. Καμία αναφορά στο πραγματικό πρόβλημα ισχύος, καμία αποδοχή της στρατηγικής υστέρησης της Ευρώπης, καμία πρόταση που να αγγίζει τη σκληρή πραγματικότητα του διεθνούς ανταγωνισμού. Ένας λόγος φτιαγμένος για να καθησυχάζει τις ευρωπαϊκές ελίτ, όχι για να απαντά σε έναν όλο και πιο εχθρικό κόσμο.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ευρώπη αγνοεί τι συμβαίνει. Το πρόβλημα είναι ότι αρνείται να το αποδεχθεί. Έχει εθιστεί στον ρόλο του κανονιστικού κήρυκα, την ώρα που γύρω της συγκροτούνται μπλοκ ισχύος τα οποία δεν ενδιαφέρονται ούτε για τις διακηρύξεις της ούτε για τη θεσμική της γλώσσα. Μιλά για κανόνες σε έναν κόσμο που ξαναγράφεται από εκείνους που διαθέτουν τη δύναμη να τους επιβάλλουν.

Στο Νταβός δεν επιβεβαιώθηκε απλώς η ευρωπαϊκή ανικανότητα· αναδείχθηκε η βαθύτερη ανεπάρκεια της ηγεσίας της. Μια ηγεσία που δεν διαθέτει ούτε στρατηγικό βάθος, ούτε πολιτικό θάρρος, ούτε ηθικό βάρος, και που αντιμετωπίζει τη νέα εποχή όχι με σχέδιο, αλλά με ευχολόγια. Όσο η Ευρώπη επιμένει να συγχέει την ηθική ανωτερότητα με την πολιτική ισχύ, τόσο μετατρέπεται από δρών υποκείμενο σε παθητικό αντικείμενο των εξελίξεων.

Σε ό,τι αφορά το ΝΑΤΟ, αυτό παραμένει μια διαρκής γελοιότητα, αν ληφθούν σοβαρά υπόψη οι τελευταίες δηλώσεις του Γενικού του Γραμματέα.