Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Από τη νομιμότητα στην αφήγηση: Η επικοινωνιακή υποκατάσταση των κανόνων στις διεθνείς σχέσεις

Τριάντα χρόνια ενασχόλησης με τις διεθνείς σχέσεις μού έχουν διδάξει ότι οι ουσιαστικές μεταβολές στο διεθνές σύστημα σπάνια εκδηλώνονται ως αιφνίδιες ρήξεις. Πρόκειται συνήθως για αργές, συσσωρευτικές μετατοπίσεις που γίνονται αντιληπτές εκ των υστέρων, όταν τα αποτελέσματά τους έχουν ήδη παγιωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, η σταδιακή ανάδειξη της επικοινωνιακής διαχείρισης ως κυρίαρχου εργαλείου στις διεθνείς σχέσεις δεν υπήρξε εξέλιξη που συνέβη εν μια νυκτί. Αποτελεί προϊόν μιας μακράς διαδικασίας κατά την οποία η έμφαση μετατοπίστηκε, σχεδόν ανεπαίσθητα, από τη λογική της θεσμικής δέσμευσης στη λογική της αφήγησης, σηματοδοτώντας μια μορφή διάβρωσης (norm erosion) στο διεθνές σύστημα.

Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά απλώς τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη παρουσιάζουν τις ενέργειές τους. Αγγίζει βαθύτερα τη σχέση ανάμεσα στην ισχύ, τη νομιμοποιητική βάση και τους θεσμούς που συγκροτούν τη διεθνή τάξη. Εκεί όπου άλλοτε η διεθνής πολιτική όφειλε να συμμορφώνεται με ένα σύνολο κανόνων που περιόριζαν τη χρήση στρατιωτικής δύναμης, σήμερα παρατηρείται ολοένα συχνότερα η υποκατάσταση της κανονιστικής αυτής δέσμευσης από την αφηγηματική παρουσίαση των όποιων παρεμβάσεων.

Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει σταδιακά τη δομή της διεθνούς νομιμοποίησης. Οι κανόνες που συγκρότησαν το μεταπολεμικό θεσμικό πλαίσιο - ιδιαίτερα στη Δύση - και οι περιορισμοί στη χρήση της βίας δεν αποτέλεσαν ποτέ απόλυτο φραγμό. Λειτουργούσαν, ωστόσο, ως ένα σημείο αναφοράς που καθόριζε τα όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς και παρείχε ένα κοινό μέτρο λογοδοσίας. Σήμερα, η αξιολόγηση μιας πολιτικής ενέργειας στρέφεται όλο και περισσότερο από τη συμμόρφωσή της με το κανονιστικό πλαίσιο, προς την αποτελεσματικότητα της επικοινωνιακής της διαχείρισης.

Με άλλα λόγια, η νομιμοποιητική βάση μιας ενέργειας δεν εξαρτάται πλέον από τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο ή τις αρχές της συλλογικής ασφάλειας, αλλά από την δυνατότητα διαμόρφωσης ενός πειστικού αφηγήματος. Η στρατηγική επιτυχία δεν κρίνεται πλέον μόνο στο πεδίο της ισχύος ή των θεσμών, αλλά και στο πεδίο της ερμηνείας, δηλαδή στην ικανότητα του δρώντος να παρουσιάσει την πράξη του ως αναγκαία και/ή ιστορικά δικαιολογημένη.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι διεθνείς νόρμες μεταβάλλονται σταδιακά από δεσμευτικούς μηχανισμούς σε εργαλεία επιλεκτικής επίκλησης. Επικαλούνται όταν ενισχύουν την πολιτική θέση ενός κράτους ή ηγέτη και παρακάμπτονται όταν περιορίζουν τα περιθώρια δράσης του. Η επικοινωνιακή διαχείριση λειτουργεί τότε ως μηχανισμός εξομάλυνσης αυτής της αντίφασης, μετατρέποντας την απόκλιση από τους κανόνες σε πολιτικά αποδεκτή πράξη μέσω κατάλληλης ερμηνείας και παρουσίασης.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι βαθιά συστημικές. Όσο περισσότερο η διεθνής τάξη βασίζεται στην ισχύ της αφήγησης και λιγότερο στη συνέπεια προς τους κανόνες, τόσο αποδυναμώνεται το θεσμικό πλαίσιο που υποτίθεται ότι συγκρατεί τις συγκρούσεις. Η μετακίνηση από τη νομιμότητα προς τη δημιουργία αφηγηματικού πλαισίου για τις ενέργειες των δρώντων μετατρέπει τους κανόνες σε ευέλικτα εργαλεία πολιτικής.

Σε αυτό το διεθνές σκηνικό, η σταθερότητα του συστήματος δεν καθορίζεται τόσο από την ύπαρξη κοινά αποδεκτών κανόνων όσο από τον συσχετισμό δυνάμεων και την ικανότητα των ισχυρών να επιβάλλουν την εκδοχή της πραγματικότητας που τους εξυπηρετεί. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το βαθύτερο διακύβευμα. Όταν η αφήγηση υποκαθιστά τη νομιμότητα, η ισχύς δεν χρειάζεται πλέον να πειθαρχεί σε θεσμούς· αρκεί να ελέγχει την ερμηνεία κάθε κίνησης και κάθε ενέργειας.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η μονομερής λογική της Τουρκίας έναντι της συλλογικής προσέγγισης της Ελλάδας / Turkey’s unilateral approach vs. Greece’s collective security vision


🇬🇷 Η στάση Αθήνας και Άγκυρας στην Κύπρο, ιδιαίτερα υπό το βάρος των πρόσφατων εξελίξεων, αναδεικνύει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις για το τι συνιστά πραγματική ασφάλεια στο νησί και την Ανατολική Μεσόγειο κατ’ επέκταση.

Ο Νίκος Δένδιας υπογράμμισε ότι ζητούμενο είναι η ασφάλεια όλων των νόμιμων κατοίκων της μεγαλονήσου, ανεξαρτήτως κοινότητας. Η διατύπωση αυτή αντανακλά μια πρακτική αντίληψη που εντάσσει τη σταθερότητα και την προστασία της κυπριακής κοινωνίας - στο σύνολό της - σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κρατικής νομιμότητας, αμυντικής θωράκισης και διεθνούς υποστήριξης, χωρίς εξαιρέσεις, αστερίσκους ή επικαλυπτόμενα συμφέροντα.

Από την ελληνική οπτική, η βιώσιμη ασφάλεια ενός πλήρως αναγνωρισμένου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να στηρίζεται σε καθεστώτα επιτήρησης ή σε εξωτερικές “εγγυήσεις”, αλλά στην κυριαρχία, στην έμπρακτη αποτροπή απειλών και στην ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας και της συμμαχικής αλληλεγγύης, ώστε η Κύπρος να μην βρεθεί ποτέ απομονωμένη.

Στον αντίποδα, η τουρκική αντίδραση - με την ανάπτυξη έξι μαχητικών F-16 και συστημάτων αεράμυνας στα κατεχόμενα ως “εγγυήτρια δύναμη” για την αποκλειστική προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας - επιβεβαιώνει τη μονομερή λογική της Άγκυρας. Αντί να ενταχθεί σε ένα σχήμα συνολικής ασφάλειας για το σύνολο του νησιού, η Τουρκία αναπαράγει τη λογική της διχοτόμησης και διατηρεί στρατιωτική παρουσία που λειτουργεί ως συνεχής μηχανισμός επιτήρησης - ουσιαστικά ομηρίας, στα κατεχόμενα, αποκλείοντας κάθε θεσμική πρόβλεψη συλλογικής προστασίας.

Η αντίθεση αυτή δεν περιορίζεται στο επίπεδο της ρητορικής. Προδίδει μια βαθιά απόκλιση στρατηγικής κουλτούρας. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει την ασφάλεια ως συλλογικό αγαθό όλων των Κυπρίων και την εντάσει οργανικά στο ευρωπαϊκό και δυτικό πλαίσιο ασφάλειας. Η Τουρκία, αντίθετα, την περιορίζει στην έννοια της “εγγύησης” για μία και μόνο κοινότητα, αγνοώντας συστηματικά την ανάγκη για ενιαία, θεσμικά κατοχυρωμένη αρχιτεκτονική ασφάλειας σε όλη την Κύπρο.

Η Άγκυρα δεν έχει διατυπώσει, ούτε υπαινιχθεί, οποιαδήποτε πρόθεση ενσωμάτωσης της στρατιωτικής της παρουσίας σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο συλλογικής άμυνας. Αντιθέτως, επιμένει στο παρωχημένο μονομερές εγγυητικό καθεστώς, ερμηνεύοντάς το με τρόπο που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Η σημασία αυτής της στάσης καθίσταται πιο εμφανής στο ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό. Η Τουρκία διατηρεί ανοικτούς - και σε ορισμένες περιπτώσεις ενισχυμένους - διαύλους συνεργασίας με το Ιράν σε πολλαπλά μέτωπα, από τη Συρία έως τον Καύκασο και τις ενεργειακές ισορροπίες της Μέσης Ανατολής, παρά τις ευθείες συγκρούσεις της Τεχεράνης με τη Δύση, το Ισραήλ και σημαντικούς συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.

Αυτή η παράλληλη συνύπαρξη με μια δύναμη σε συστημική αντιπαράθεση με το δυτικό στρατόπεδο ενισχύει τις αμφιβολίες για το κατά πόσο η Τουρκία συμμερίζεται πράγματι τις θεμελιώδεις αξίες, αρχές και στρατηγικές προτεραιότητες που διέπουν την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική κοινότητα.

Η πρόσφατη ανάπτυξη μαχητικών στα κατεχόμενα συνιστά απόδειξη της αδυναμίας ένταξης της Τουρκίας σε συλλογικά ευρωπαϊκά εγχειρήματα ασφάλειας και άμυνας καθώς και στις όποιες πρωτοβουλίες στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αντίθεση αντίληψης Αθήνας και Άγκυρας στην Κύπρο λειτουργεί ως βαρόμετρο της ευρύτερης στρατηγικής απόκλισης ανάμεσα στην Τουρκία και τη Δύση. Σε μια περίοδο αυξανόμενης περιφερειακής αστάθειας, η απόκλιση αυτή καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμη, τη στιγμή που οι διεθνείς συνθήκες απαιτούν μεγαλύτερη σύγκλιση αντιλήψεων, θεσμών και αξιών μεταξύ συμμάχων.

Η τουρκική αντίληψη παραμένει ασύμβατη με τη φιλοσοφία της συλλογικής ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας.

***

🇬🇧 Athens and Ankara’s positions on Cyprus, especially in light of recent developments, reveal two completely opposing views of what real security on the island - and in the Eastern Mediterranean more broadly - actually means.

Nikos Dendias has stressed that the priority is the security of all lawful residents of the island, regardless of community. This approach reflects a practical perspective that places the stability and protection of Cypriot society as a whole within a broader framework of state legitimacy, defense, and international support, without exceptions, caveats, or conflicting interests.

From the Greek point of view, sustainable security for a fully recognized EU member state cannot rest on surveillance systems or external “guarantees.” It depends on sovereignty, practical deterrence of threats, and strengthening both defense capabilities and allied support, so that Cyprus is never left isolated.

Turkey, by contrast, has responded by deploying six F-16 fighter jets and air defense systems in the occupied areas, claiming to act as a “guaranteeing power” solely for the Turkish Cypriot community. This reinforces Ankara’s unilateral logic. Instead of being part of a comprehensive security framework for the whole island, Turkey repeats the logic of division, maintaining a military presence that functions as constant surveillance - effectively a form of hostage-taking - while ignoring any institutional framework for collective protection.

This difference is not rhetorical; it reflects a deep gap in strategic culture. Greece sees security as a collective good for all Cypriots, embedding it organically within the European and Western security framework. Turkey, on the other hand, reduces the idea of “guarantee” to a single community, systematically ignoring the need for a unified, institutionally anchored security system across the island.

Ankara has neither expressed nor hinted at any intention to integrate its military presence into a broader European framework for collective defense. On the contrary, it persists with its outdated unilateral guarantee regime, interpreting it in ways that directly contradict international law and UN Security Council resolutions.

The importance of this stance becomes even clearer in the broader geopolitical context. Turkey keeps open - and in some cases strengthened - channels of cooperation with Iran across multiple fronts, from Syria to the Caucasus and energy issues in the Middle East, despite Iran’s direct confrontations with the West, Israel, and key NATO allies.

This parallel alignment with a country in systemic opposition to the West raises serious doubts about whether Turkey truly shares the fundamental values, principles, and strategic priorities that underpin the European and Euro-Atlantic community.

The recent deployment of fighter jets in the occupied areas confirms Turkey’s inability to participate effectively in collective European security and defense initiatives, as well as in EU strategic autonomy efforts.

The divergence in how Athens and Ankara see and act on Cyprus serves as a barometer of the wider strategic gap between Turkey and the West. In a time of increasing regional instability, this gap becomes even more critical, just when international conditions demand greater alignment of views, institutions, and values among allies.

Turkey’s approach remains incompatible with the philosophy of collective European defense and security.

 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;


Το ερώτημα επανέρχεται διαρκώς κάθε φορά που η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε περιόδους υψηλής έντασης. Ωστόσο, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι αρκετή, όπως δεν είναι αρκετό να εξετάσουμε μόνο τη νομιμότητα των πολεμικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
 
Το ουσιαστικό ερώτημα αφορά το κατά πόσο τέτοιες ενέργειες μεταβάλλουν την ίδια τη δομή της περιφερειακής ασφάλειας και το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί η διεθνής νομιμότητα. Διότι, στην πράξη, η χρήση στρατιωτικής ισχύος από ισχυρά κράτη τείνει να δημιουργεί προηγούμενα που επηρεάζουν τη συμπεριφορά και άλλων δρώντων.
 
Στην περίπτωση του Ιράν, η εν εξελίξει επιχείρηση δεν αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό του πρόγραμμα ή τη στρατιωτική του ισχύ. Ούτε καν το ύφος, το περιεχόμενο ή τη δομή εξουσίας στη χώρα. Αφορά πρωτίστως τον ρόλο που διαδραματίζει ως περιφερειακός πόλος επιρροής στη Μέση Ανατολή και την προσπάθεια ανταγωνιστικών δυνάμεων να περιορίσουν αυτή την επιρροή πριν αποκτήσει μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά. Υπό αυτή την οπτική, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αποτελούν λιγότερο μια στιγμιαία απάντηση σε μια απειλή και περισσότερο ένα εργαλείο διαμόρφωσης του γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
 
Παράλληλα, η επίκληση του “σκοπού” ως ηθικής δικαιολόγησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς εξακολουθεί να λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας. Όσο πιο ασαφές γίνεται το όριο μεταξύ άμυνας, αποτροπής και προληπτικού πλήγματος, τόσο περισσότερο η έννοια της νομιμότητας μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.
 
Σε αυτό το πλαίσιο, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο αν τα μέσα δικαιολογούνται από τον σκοπό. Είναι κατά πόσο η αποδοχή μιας τέτοιας λογικής, ακόμη και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, υπονομεύει το ίδιο το πλαίσιο κανόνων που υποτίθεται ότι συγκρατεί την ανεξέλεγκτη χρήση ισχύος στις διεθνείς σχέσεις.
 
Όταν η εξαίρεση μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής, η διάκριση μεταξύ νομιμότητας και ισχύος αρχίζει να θολώνει. Τότε η διεθνής τάξη μετατρέπεται περισσότερο σε πεδίο συσχετισμών παρά σε σύστημα κανόνων, ενώ η βία της ισχύος παρουσιάζεται ως δομικό στοιχείο ενός κόσμου όπου η πολιτική σκοπιμότητα υπερέχει της νομιμότητας και κάθε έννοιας δικαίου.
 
Οι ρητορείες περί "αναγκαιότητας", "ασφάλειας" ή "ιστορικής αποστολής" καταρρέουν μπροστά στην εμπειρία των ανθρώπων που καλούνται να πληρώσουν το πραγματικό κόστος των αποφάσεων. Η απόσταση ανάμεσα στους στρατηγικούς στόχους και στην ανθρώπινη πραγματικότητα είναι εμφανής.
 
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για τις ενέργειες εναντίον του Ιράν δεν είναι μόνο νομική ή στρατηγική. Είναι και βαθιά πολιτισμική. Κάθε εποχή κατασκευάζει το δικό της λεξιλόγιο για να περιγράψει την αναγκαιότητα της ισχύος: άλλοτε "αυτοάμυνα", άλλοτε "σταθερότητα", άλλοτε "αποτροπή". Πίσω όμως από τις έννοιες αυτές παραμένει το ίδιο διαχρονικό ερώτημα: ποιός αποφασίζει ποιος σκοπός είναι αρκετά σημαντικός ώστε να δικαιολογεί τα μέσα;
 
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι κοινωνίες σπάνια απαντούν σε αυτό το ερώτημα πριν από τη σύγκρουση. Συνήθως το αντιμετωπίζουν εκ των υστέρων και τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από τη θεωρία της δικαιολόγησης στη συνειδητοποίηση του κόστους. Διότι, όσο πειστική κι αν φαίνεται η λογική του σκοπού στο επίπεδο της στρατηγικής, η πραγματικότητα των μέσων είναι εκείνη που τελικά καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η ιστορία.
 
Και ο καθορισμός αυτός αναπόφευκτα απογυμνώνει κάθε πόλεμο, κάθε πολεμική σύρραξη ή στρατιωτική επιχείρηση - όπως κι αν επιλέξει κανείς να την ονομάσει - από κάθε ηθική δικαιολόγηση.
 

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Κυπριακή Θαλασσογραφία


Κανονικά, αν η Τουρκία ήταν σοβαρό κράτος, αντί να εκνευρίζεται με την Ελλάδα που προσπαθεί - με όσα μέσα διαθέτει - να υπερασπιστεί την επικράτειά της και τον ελληνισμό απέναντι σε κάθε απειλή, από όπου κι αν προέρχεται, θα έπρεπε να ανησυχεί με την απόφαση των "εταίρων" και "συνεταίρων" της, Ισπανίας και Ιταλίας (μαζί με Ολλανδία, Γαλλία κ.λπ.), να στείλουν ναυτικές δυνάμεις στην Κύπρο για να υπερασπιστούν ευρωπαϊκό έδαφος, επικαλούμενες τις ευρωπαϊκές συνθήκες περί αλληλεγγύης και συνδρομής.

Θα έπρεπε να εξοργίζεται με αυτή την έμπρακτη υπενθύμιση ότι η ευρωπαϊκή κυριαρχία δεν είναι αφηρημένη έννοια, ούτε διαπραγματεύσιμη ζώνη γκρίζων ερμηνειών και ημι-παραχωρήσεων.

Για χρόνια η τουρκική στρατηγική βασίστηκε στην υπόθεση ότι η Ευρώπη θα αρκείται σε ανακοινώσεις, σε εκκλήσεις για "αυτοσυγκράτηση" και σε ανούσιες "εκφράσεις ανησυχίας". Ότι η πραγματική αποτροπή θα παρέμενε υπόθεση διαχειρίσιμων τρίτων - λ.χ. Αμερικανών. Όταν όμως χώρες χωρίς άμεσο γεωγραφικό συμφέρον, όπως η Ισπανία, η Ιταλία ή η Ολλανδία, αποφασίζουν να στείλουν φρεγάτες για να δηλώσουν παρουσία στην Κύπρο, η εξίσωση αλλάζει ριζικά. Ο χώρος των μονομερών ελιγμών και των τετελεσμένων στην Ανατολική Μεσόγειο στενεύει επικίνδυνα. Και αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε να αντιμετωπιστεί με απειλές ή μπλόφες.

Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί η εκκωφαντική αφωνία των Βρυξελλών. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση - ως θεσμός - είναι ανύπαρκτη αυτή τη στιγμή. Ανύπαρκτοι και οι γραφειοκράτες της που κρύβονται... όπως ακριβώς τους αξίζει.

Με κάθε συμπεριφορά και στάση τους επιβεβαιώνουν αυτό που όλοι μας βλέπουμε και αναγνωρίζουμε χρόνια τώρα: η ΕΕ έχει καταντήσει ένας οργανισμός απολύτως άχρηστος. Μια ξεπερασμένη, παρωχημένη φιλοδοξία - όχι ιδέα πια, αλλά κακέκτυπο. Ένας ψευδαισθητικός οραματισμός που τελικά δημιούργησε πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα έλυσε. Το μόνο που καταφέρνει να κάνει σωστά; επαγγελματική αποκατάσταση χιλιάδων αργόσχολων κηφήνων και ανάδειξη ηγετών μέσα από κλιμάκια υπαλληλικής ιεραρχίας β’ και γ’ διαλογής.

Στην πραγματικότητα, η ύπαρξή της και μόνο προσβάλλει κάθε έννοια πολιτισμού και κάθε έννοια δικαίου και ασφάλειας. Αν μια ένωση κρατών αδυνατεί να προστατεύσει το έδαφός της, αναμένοντας από τα κράτη-μέλη της να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, τότε δεν είναι πια ένωση. Είναι απλώς ένα ακριβό σκηνικό για φωτογραφίσεις κορυφής.

Και η Τουρκία; Ας συνεχίσει να μετράει τα πλοία που δεν είναι δικά της στην περιοχή. Ας συνεχίσει να υπολογίζει ότι η Ευρώπη θα μένει στα λόγια. Μόνο που αυτή τη φορά τα πλοία είναι εκεί και δεν είναι μόνο ελληνικά. Και είναι εκεί όχι για να διαπραγματευτούν αλλά για να υπενθυμίσουν ότι το ευρωπαϊκό έδαφος δεν είναι ανοιχτός στόχος.

Η φίλη Τουρκία ας συνεχίσει να παίζει με τις νερομπογιές της.

 

 

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Διπλή Προσέγγιση: Η Ευρώπη αντιδρά σε κρίσεις αλλά αδυνατεί στο Κυπριακό

Η άμεση και πολυεπίπεδη κινητοποίηση ευρωπαϊκών χωρών μετά την επίθεση που εξαπολύθηκε από το έδαφος του Λιβάνου κατά της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι - αν μη τι άλλο - αναδεικνύει μια Ευρώπη ικανή να λειτουργεί με ταχύτητα και συντονισμό, όταν εκτιμά ότι διακυβεύεται η περιφερειακή της σταθερότητα. Στρατιωτικά μέσα τέθηκαν σε κινητοποίηση και επιφυλακή από χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η Ιταλία προχώρησε σε διπλωματικό διάβημα προς τον Ιρανό πρέσβη. Παράλληλα, πολιτικοί δίαυλοι ενεργοποιήθηκαν χωρίς καθυστέρηση, με σαφή στόχο την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης. Το μήνυμα είναι διττό: αφενός ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αντιλαμβάνονται την Ανατολική Μεσόγειο ως περιοχή στρατηγικού ενδιαφέροντος και αφετέρου ότι, υπό προϋποθέσεις, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μπορεί πράγματι να έχει απτό περιεχόμενο.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, προκαλεί αναπόφευκτα τη σύγκριση με το διαχρονικό ζήτημα της παρουσίας τουρκικών κατοχικών δυνάμεων στο βόρειο τμήμα της κυπριακής επικράτειας. Από την εισβολή του 1974, το νησί παραμένει διαιρεμένο, με την Τουρκία να διατηρεί στρατεύματα σε έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έως τώρα ευρωπαϊκή αντίδραση στο Κυπριακό ζήτημα υπήρξε κυρίως πολιτική και διπλωματική, περιοριζόμενη σε δηλώσεις συμπαράστασης, επαναβεβαίωση αρχών και στήριξη των διαπραγματεύσεων υπό τα Ηνωμένα Έθνη, χωρίς να εκδηλώνεται ουσιαστική στρατηγική συνέπεια και χωρίς να τίθεται σε λειτουργία ένας ενεργός αποτρεπτικός μηχανισμός απέναντι στην παράνομη κατοχή.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις δεν έγκειται μόνο στη φύση των απειλών, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ιεραρχούνται. Στην περίπτωση της επίθεσης με drones, η απειλή εκλαμβάνεται ως άμεση, εξωγενής και δυνητικά επεκτάσιμη σε ευρύτερη περιφερειακή σύρραξη. Ως εκ τούτου, η ενεργοποίηση αντανακλαστικών συλλογικής ασφάλειας ήταν σχεδόν αυτονόητη. Αντιθέτως, η τουρκική εισβολή και κατοχή έχει παγιωθεί επί δεκαετίες κι έχει καταστεί ζήτημα που, αν και νομικά και πολιτικά προβληματικό, θεωρείται διαχειρίσιμο. Η ίδια η χρονική διάρκεια της εκκρεμότητας στην επίλυσή του φαίνεται να έχει μειώσει την αίσθηση του επείγοντος.

Η σύγκριση δεν αποσκοπεί στην εξίσωση διαφορετικών περιστάσεων. Η Βρετανική Βάση στο Ακρωτήρι παραμένει στρατηγική εγκατάσταση με ιδιαίτερη σημασία για το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή παρουσία στην περιοχή. Αντιστοίχως, το Κυπριακό εντάσσεται σε ένα περίπλοκο πλέγμα διαπραγματεύσεων, ισορροπιών και διεθνών δεσμεύσεων. Η αντίστιξη αυτή αναδεικνύει μια ασυμμετρία, καθώς όταν η απειλή θεωρείται νέα και δυνητικά αποσταθεροποιητική για ευρύτερα συμφέροντα, η ευρωπαϊκή αντίδραση επιταχύνεται, ενώ σε περίπτωση χρόνιας παραβίασης της εδαφικής ακεραιότητας κράτους-μέλους, η διαχείριση μετατίθεται σχεδόν αποκλειστικά στο διπλωματικό πεδίο.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν οι δύο περιπτώσεις είναι ταυτόσημες, αλλά αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να επιδείξει μεγαλύτερη στρατηγική συνέπεια. Η ιδιότητα της Κύπρου ως κράτους-μέλους δημιουργεί προσδοκίες ότι η αρχή της αλληλεγγύης δεν θα περιορίζεται σε ρητορική υποστήριξη. Παρά τις όποιες ρήτρες αμοιβαίας συνδρομής και αλληλεγγύης που στηρίζουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το περιεχόμενό τους εξαρτάται από την πολιτική βούληση των κρατών-μελών και από τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται κάθε φορά το “κοινό συμφέρον”.

Η Ανατολική Μεσόγειος έχει αποκτήσει αυξημένη σημασία λόγω ενεργειακών διαδρομών, θαλάσσιας ασφάλειας και μεταναστευτικών ροών. Σε αυτό το περιβάλλον, η Κύπρος δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ιστορικής εκκρεμότητας, αλλά κρίκος σε μια αλυσίδα περιφερειακών ισορροπιών. Η ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας καλείται να απαντήσει στο κατά πόσο μπορεί να παραμένει επιλεκτικά ενεργή, παραμένοντας δυναμική σε περιπτώσεις αιφνίδιας κρίσης, αλλά επιφυλακτική σε χρόνιες συγκρούσεις που αφορούν άμεσα κράτος-μέλος.

Η παρούσα συγκυρία υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν είναι στατική ούτε αυτονόητη. Η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, όχι μόνο λόγω γεωγραφίας, αλλά ως δοκιμασία αξιοπιστίας της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας. Αν η Ένωση επιδιώκει να λειτουργεί ως γεωπολιτικός παράγοντας με συνεκτική στρατηγική, οφείλει να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στην άμεση αντίδραση σε νέες απειλές και στη διαχρονική διαχείριση εκκρεμών συγκρούσεων.

Η σύγκριση, τελικά, φωτίζει περισσότερο τη φύση της ευρωπαϊκής πολιτικής παρά τις επιμέρους κρίσεις. Η ικανότητα υπάρχει. Ζητούμενο παραμένει η συνέπεια στην εφαρμογή της.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Η Ευρώπη παρακολουθεί, η Ελλάδα ακολουθεί: η κρίση του Ιράν και η έλλειψη στρατηγικής

Την ώρα που οι πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν κλιμακώνονται, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αρκείται σε γενικόλογες εκκλήσεις και διαχειριστικές τοποθετήσεις, επιβεβαιώνοντας την πολιτική της αμηχανία και τη δομική της αδυναμία να λειτουργήσει ως αυτόνομος στρατηγικός δρων. Σε μια κρίση που ήδη επανακαθορίζει τις ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή και επηρεάζει άμεσα τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, η απουσία ουσιαστικής διπλωματικής παρέμβασης καθιστά την Ευρώπη απλώς θεατή των γεγονότων.

Για την ιστορία του πράγματος, προχθές, σε έκτακτη τηλεδιάσκεψη, οι υπουργοί Εξωτερικών της Ε.Ε., με δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου Kaja Kallas, κάλεσαν σε “μέγιστη αυτοσυγκράτηση” - άραγε τί σημαίνει αυτή τη στιγμή κάτι τέτοιο;, τόνισαν την ανάγκη προστασίας των Ευρωπαίων πολιτών και των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και προειδοποίησαν για τους κινδύνους από ενδεχόμενη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία έχουν ήδη κλείσει οι Φρουροί της Επανάστασης! Παρ’ όλα αυτά, καμία ενεργή πρωτοβουλία δεν υιοθετήθηκε, ούτε στρατιωτική, ούτε πολιτική, ούτε διπλωματική.

Τα κράτη-μέλη εμφανίζουν διαφορετικές προσεγγίσεις.Ο Emmanuel Macron ζήτησε έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, προτάσσοντας τον διάλογο, ενώ ο Friedrich Merz φαίνεται πιο εναρμονισμένος με τις ΗΠΑ, με επίκεντρο τον έλεγχο του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γερμανία συγκαταλέγεται στις χώρες της Ε.Ε. με στενές οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με το Ιράν… ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Από την άλλη, ο Pedro Sánchez καταδίκασε τις μονομερείς επιδρομές, υπενθυμίζοντας τους κινδύνους για τη διεθνή ασφάλεια ενώ, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen επανέλαβε ότι η διπλωματία παραμένει η μόνη βιώσιμη λύση, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη για “αξιόπιστη μετάβαση” στο Ιράν και τη στήριξη των - σε ελεύθερη απόδοση - “φιλελεύθερων” φιλοδοξιών του ιρανικού λαού, παρ’ ότι η ίδια αγνοεί τις πραγματικές επιδιώξεις και προσδοκίες της ιρανικής κοινωνίας! Αυτές οι διαφοροποιήσεις δείχνουν ότι η Ένωση παραμένει κατακερματισμένη και χωρίς ενιαία στρατηγική με περίοπτη θέση στο περιθώριο των εξελίξεων.

Με την κρίση να εξαπλώνεται και τη Hezbollah να εξαπολύει επιθέσεις στο έδαφος του Ισραήλ αλλά και στην Κύπρο, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται μουδιασμένοι, διχασμένοι, χωρίς συνοχή και χωρίς ουσιαστική στρατηγική αυτονομία - παρά τις επανειλημμένες σχετικές διακηρύξεις. Στην πράξη, η Ευρώπη επιχειρεί να διαχειριστεί τις συνέπειες, όπως η ενεργειακή ασφάλεια και επάρκεια, η άνοδος του κόστους του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, καθώς και ο επαναπατρισμός των Ευρωπαίων πολιτών. Τίποτε περισσότερο.

Μέσα σε όλα αυτά, η απόφαση της Ελλάδας να στείλει άμεσα στη Μεγαλόνησο τις φρεγάτες “Κίμων” και “Ψαρά” μαζί με δύο ζεύγη F-16, υπό το πρόσχημα της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά με κύριο στόχο τη στήριξη των βρετανικών δυνάμεων, αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα την έλλειψη αυτοδύναμης ευρωπαϊκής πολιτικής. Αντί για μια στρατηγική επιλογή που θα ενίσχυε τη θέση της χώρας μας στο ευρωπαϊκό και περιφερειακό πλαίσιο, πολύ φοβάμαι, η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να περιορίζεται σε κινήσεις συμπληρωματικές προς τις αποφάσεις τρίτων, χωρίς σαφή τεκμηρίωση στρατηγικού οφέλους ή ενσωμάτωση σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή ή περιφερειακή πολιτική. Το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο η Ελλάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει την κρίση προωθώντας μια πιο ενιαία ευρωπαϊκή αμυντική στάση, αντί να περιορίζεται σε διμερείς ή συμμαχικές δράσεις. Μόλις χθες, άλλωστε, συζητούσαμε για την ανάγκη επίδειξης γεωπολιτικής διορατικότητας...

 

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ιράν υπό πίεση, Τουρκία υπό απειλή


Καθώς οι επιχειρήσεις ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του ιρανικού καθεστώτος συνεχίζονται, αξίζει να έχουμε υπόψη ότι η χώρα που ανησυχεί περισσότερο από τις τρέχουσες εξελίξεις είναι η Τουρκία. Μια ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν θα μπορούσε να διαταράξει την εύθραυστη περιφερειακή ισορροπία ισχύος, η οποία σήμερα επιτρέπει στην Άγκυρα να ελίσσεται ανάμεσα σε ανταγωνιστικά μπλοκ.

Για τη γειτονική μας χώρα, το σημερινό ιρανικό καθεστώς αποτελεί έναν προβλέψιμο - αν και ανταγωνιστικό - παράγοντα, με τον οποίο έχει μάθει να συνυπάρχει στη Συρία, το Ιράκ και τον Καύκασο. Μια ενδεχόμενη φιλοδυτική στροφή της Τεχεράνης θα μείωνε δραστικά τη γεωπολιτική αξία της Άγκυρας για τη Δύση (ή έναντι αυτής), περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών και τη διαπραγματευτική της ισχύ. Παράλληλα, ακόμα και μια περιορισμένη χρονικά αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να εντείνει τις ανησυχίες της για το κουρδικό στοιχείο στο εσωτερικό και στα σύνορά της, ενώ δεν αποκλείεται να προκαλέσει και νέες προσφυγικές ροές.

Επιπλέον, τα ενεργειακά και εμπορικά συμφέροντα της Τουρκίας θα εισέλθουν σε φάση αυξημένης αβεβαιότητας. Ό,τι και αν συμβεί τελικά στην Τεχεράνη, η Άγκυρα θα αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει την εξωτερική της πολιτική και να αναπροσαρμόσει τις ισορροπίες της ανάμεσα στη Δύση, τη Ρωσία και τον ευρύτερο περιφερειακό της περίγυρο.

Αυτός ο επαναπροσδιορισμός και αυτή η αναπροσαρμογή μας αφορούν άμεσα. Οφείλουμε, λοιπόν, να επιδείξουμε όχι μόνο προσοχή, αλλά και γεωπολιτική διορατικότητα και ενεργητική διπλωματία, ενισχύοντας σταθερά τον ρόλο μας ως πυλώνα σταθερότητας και αξιοπιστίας στην Ανατολική Μεσόγειο.