Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ίμια 1996: Όταν η Ελλάδα δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της


Η κρίση των Ιμίων παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και οδυνηρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ήταν μια δοκιμασία που ανέδειξε τα όρια της πολιτικής, της διπλωματικής και της στρατιωτικής ικανότητας της χώρας μας, εξελίχθηκε σε τραγωδία και έφερε στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, βαθιά και διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους. Σε κρίσιμες στιγμές αποκαλύφθηκαν η πολιτική ανεπάρκεια, η έλλειψη συντονισμού ανάμεσα σε πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και η θεσμική αδυναμία να καλυφθούν αυτή η έλλειψη και αυτή η ανεπάρκεια, με καθοριστικό τον ρόλο του τότε πρωθυπουργού, του υπουργού των Εξωτερικών και του υπουργού Εθνικής Άμυνας να αδυνατούν να υπερασπιστούν έμπρακτα την εθνική μας κυριαρχία, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε ευθέως.

Η αδιαμφισβήτητη ελληνική κυριαρχία και η κατασκευή των “γκρίζων ζωνών”

Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που διατύπωσε αργότερα η Τουρκία, τα Ίμια βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται υπό αναντίρρητη ελληνική κυριαρχία, όπως αυτή καθορίζεται σαφώς από τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και κυρίως από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων (1947), με την οποία η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα “εν πλήρει κυριαρχία” ολόκληρη τη Δωδεκάνησο μαζί με τις παρακείμενες νησίδες και βραχονησίδες.

Πριν από το 1996, η ελληνική κυριαρχία στα Ίμια ήτα αναγνωρισμένη σε διεθνείς χάρτες, επίσημα έγγραφα, διπλωματικές αλληλογραφίες και στην ίδια τη μακροχρόνια και αδιαμφισβήτητη άσκηση κυριαρχίας. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών επινοήθηκε εκ των υστέρων από την Άγκυρα ως εργαλείο αναθεωρητισμού και διπλωματικής πίεσης, και εμείς, ακόμη και σήμερα, ανόητα και ακατανόητα της προσδίδουμε νομιμοποίηση με την αναπαραγωγή της - βλέπε Μακάριος Λαζαρίδης, ΝΔ, Βουλή των Ελλήνων, Ιανουάριος 2026.

Η Τουρκία κατασκεύασε γεγονότα με σκηνοθετική μαεστρία, προκειμένου να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά της Ελλάδας και τα βρήκε απογοητευτικά αδύναμα. Αντί για αποφασιστικότητα, συνάντησε φοβικότητα. πολιτική φοβικότητα.

Η πολιτική και στρατιωτική διαχείριση της κρίσης - Πρόσωπα και ευθύνες

Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης αποδείχθηκε ανίκανος να διαχειριστεί μια κρίση εθνικής σημασίας όχι απλώς σε επίπεδο τακτικών χειρισμών, αλλά κυρίως σε επίπεδο στρατηγικής αντίληψης. Αντί να χαράξει μια σαφή εθνική γραμμή και να τραβήξει ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές, επέλεξε να διαχειριστεί τον προσωπικό του φόβο και το πολιτικό κόστος.

Ο υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος απέτυχε να υπερασπιστεί τις ελληνικές θέσεις. Η διπλωματία χρησιμοποιήθηκε ως μηχανισμός εκτόνωσης. Η αποδοχή της φόρμουλας “no ships, no flags, no troops” αν και από ορισμένους θεωρήθηκε “αξιοπρεπής” συμβιβασμός, δεν ήταν παρά σιωπηρή αποδοχή της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και εδραίωση της λογικής των γκρίζων ζωνών.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο συντονισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, καθιστώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις χωρίς καθοδήγηση. Η ασάφεια των εντολών και η έλλειψη ενιαίου επιχειρησιακού πλαισίου οδήγησαν σε πλήρη ακινησία, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα.

Ακόμη κι αν διαφωνεί ή απορρίπτει κανείς αυτές τις αξιολογήσεις, οφείλει να παραδεχτεί ότι η διαχείριση της κρίσης από τα τρία αυτά συγκεκριμένα πρόσωπα είναι αμφιλεγόμενη. Τα γεγονότα δείχνουν σαφώς ότι ελήφθησαν αποφάσεις που επηρέασαν την εξέλιξη της κρίσης, ωστόσο η αξιολόγηση της ικανότητας και της αποτελεσματικότητάς τους παραμένει ζήτημα υποκειμενικό. Η προσωπική κρίση του καθενός διαμορφώνεται από παράγοντες όπως η πολιτική του τοποθέτηση, η ιστορική γνώση, η πρόσβαση σε πληροφορίες ή η εκτίμηση για το τι συνιστά επιτυχία ή αποτυχία. Εγώ δεν καταγράφω την ιστορία. Την άποψή μου εκφράζω σύμφωνα με όσα γνωρίζω και με ό,τι αισθάνομαι. Και συνεχίζω...

Τούρκοι καταδρομείς πάτησαν σε ελληνικό έδαφος, η ελληνική σημαία αποσύρθηκε υπό “… αδιευκρίνιστες” συνθήκες, και ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού συνετρίβη, παρασύροντας στον θάνατο τους αξιωματικούς Χριστόδουλο Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκο και Έκτορα Γιαλοψό. Εκείνο το βράδυ, η Ελλάδα δεν έχασε απλώς ένα ελικόπτερο και τρεις αξιωματικούς· έχασε την αυτοπεποίθησή της, το ηθικό της, την εθνική της αξιοπρέπεια. Εκείνο το βράδυ χάσαμε την ψυχή μας!

Η κυβέρνηση επέλεξε τον δρόμο της “αποκλιμάκωσης πάση θυσία”, μετατρέποντας μια εθνική πρόκληση σε στρατηγική υποχώρηση. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, παρότι επιχειρησιακά έτοιμες και αποφασισμένες να εκτελέσουν το καθήκον τους, καθηλώθηκαν από μια ηγεσία που δεν είχε ούτε σχέδιο, ούτε θάρρος, ούτε αποφασιστικότητα.

Στο σηνμειό αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι και ο Α/ΓΕΕΘΑ φέρει σοβαρές ευθύνες για τη σύγχυση και την αποδιοργάνωση που επικράτησαν κατά τη διαχείριση της κρίσης. Οι ευθύνες αυτές δεν περιορίζονται μόνο σε επιμέρους χειρισμούς. Εκ των υστέρων προκύπτει ότι δεν υπήρχε προκαθορισμένο πλαίσιο αντιμετώπισης ενός τέτοιου σεναρίου. Σε κάθε περίπτωση, είτε η στρατιωτική ηγεσία δεν παρείχε στην πολιτική ηγεσία πλήρη, σαφή και τεκμηριωμένη εικόνα της κατάστασης, είτε αποδέχθηκε πολιτικές αποφάσεις χωρίς να προβάλει την αναγκαία και θεσμικά επιβεβλημένη στρατιωτική αντίρρηση.

Όπως πιθανόν γίνεται κατανοητό, στρατιωτική ισχύς χωρίς σχέδιο και πολιτική βούληση εκμηδενίζεται.

Οι συνέπειες της κρίσης των Ιμίων και η διαρκής τουρκική αμφισβήτηση

Τριάντα χρόνια μετά, το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Το χρονικό των Ιμίων αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της τουρκικής στρατηγικής αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Οι υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, οι συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου, οι παράνομες NAVTEX, οι αξιώσεις περί αποστρατικοποίησης και το τουρκολιβυκό μνημόνιο ακόμη, εδράζονται στην ίδια λογική: η Ελλάδα δεν θα αντιδράσει δυναμικά. Η Τουρκία έμαθε το 1996 ότι μπορεί να δημιουργεί τετελεσμένα με χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Εμείς, αντίθετα, φαίνεται ότι δεν διδαχθήκαμε τίποτα.

Η δημοσιογραφική έρευνα ως τώρα δεν κατάφερε και πολλά. Όσοι από τους πρωταγωνιστές παραμένουν εν ζωή, αποφεύγουν να αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα και αρνούνται κάθε ευθύνη. Φάκελοι παραμένουν κλειστοί, μισοφαγωμένοι από τον σκόρο και τη σκόνη. Καθοριστικής σημασίας αποφάσεις δεν εξηγήθηκαν ποτέ επαρκώς και, αντί για αυτοκριτική, επιλέχθηκε η ανακατασκευή της μνήμης... Ένα, όμως, είναι βέβαιο: η πολιτική ηγεσία της εποχής προσέφερε κάκιστες υπηρεσίες στην πατρίδα, εγκλωβισμένη σε ιδεοληψίες, σε ηθική και πατριωτική ανεπάρκεια, καθώς και σε διαχειριστική ανικανότητα.

Υπάρχει και μία ακόμη δυσάρεστη βεβαιότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, γνώριζαν ότι επίκειται τουρκική στρατιωτική ενέργεια στο Αιγαίο και δεν έπραξαν τίποτα ουσιαστικό για να την αποτρέψουν. Αντιθέτως, λειτούργησαν ως “διαμεσολαβητής ίσων αποστάσεων”, εξισώνοντας τον θύτη με το θύμα. Για την Ελλάδα, αυτό δεν ήταν κάτι νέο. Ήταν μια επανάληψη της ιστορίας. Όπως συνέβη και στην Κύπρο. Επιπλέον, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες έκτοτε, η αμερικανική παρέμβαση δεν αποκατέστησε το status quo ante ξεκάθαρα υπέρ της Ελλάδας.

Σύμφωνα με όσους υπερασπίζονται τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης το 1996, η κρίση των Ιμίων εκτυλίχθηκε σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, όπου οποιαδήποτε στρατιωτική αντίδραση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και γενικευμένη ελληνοτουρκική σύρραξη. Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα, παρά το δίκαιο των θέσεών της, δεν διέθετε την πολυτέλεια ενός πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες για την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και τη διεθνή της θέση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο εσωτερικής πολιτικής αστάθειας και διεθνούς ρευστότητας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Κατά τη λογική αυτή, η επιλογή της αποκλιμάκωσης, έστω και με επώδυνους συμβιβασμούς, θεωρείται πράξη ευθύνης και όχι δειλίας, και δημιούργησε χώρο για διπλωματικές πρωτοβουλίες και διεθνή παρέμβαση, στοχεύοντας στην αποτροπή ενός πολέμου που θα μπορούσε να ξεφύγει από κάθε έλεγχο οδηγώντας τη χώρα σε περιπέτειες χωρίς σαφή στρατηγικό όφελος.

Ιστορική αποτίμηση και οι συνέπειες των επιλογών

Η Ιστορία ούτε ξαναγράφεται, ούτε ξεχνάει. Τα έργα του καθενός είναι εκεί, αδιάψευστοι μάρτυρες των επιλογών που έγιναν και της πολιτικής νοοτροπίας που τις υπαγόρευσε. Η “μικρά πλην έντιμος Ελλάς” οδηγήθηκε σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Γιατί; διότι για τους πολιτικούς μας ινστρούχτορες η διπλωματία και η πολιτική αποτελούν πεδίο συμβιβασμών και τακτικισμών, ακόμα και εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Η κρίση των Ιμίων αποκάλυψε την αλήθεια: η Ελλάδα, ακόμη και όταν διαθέτει ισχύ, δεν διαθέτει πάντα τη βούληση να την χρησιμοποιήσει.

Όμως, η εθνική κυριαρχία δεν είναι δεδομένη. Απαιτεί σαφή προσανατολισμό και στρατηγική, αποφασιστική ηγεσία, επιχειρησιακή εγρήγορση και προβολή ισχύος επί του πεδίου. Δεν αρκούν τα λόγια, οι δηλώσεις ή οι συμβολισμοί. Η πατρίδα μας έχει πληρώσει βαρύ τίμημα για τη δειλία, την ατολμία και την ανικανότητα ορισμένων, και η Ιστορία δεν συγχωρεί! Σε κάθε ιστορική στιγμή, σε κάθε ευκαιρία καλούμαστε να δείξουμε ποιοι είμαστε και πώς επιτρέπουμε να μας καθορίζουν οι περιστάσεις.

Η Ελλάδα των Ιμίων ήταν μια χώρα που, εκείνη τη νύχτα, δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό της και εμεις αποδειχθήκαμε κατώτεροι των περιστάσεων.

Ο νέος ναυτικός ψυχρός πόλεμος

Η επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ —η ακινητοποίηση και κατάσχεση του δεξαμενόπλοιου «Marinera» σε διεθνή ύδατα νότια της Ισλανδίας και η κατάσχεση του παναμαϊκού υπερδεξαμενόπλοιου «Sophia» στην Καραϊβική, μαζί με τα πλοία Olina, Centuries και Skipper— εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο μιας «νέας ναυτικής ψυχροπολεμικής» αντιπαράθεσης.

Στο πρώτο περιστατικό, η Ακτοφυλακή των ΗΠΑ (USCG), βάσει ομοσπονδιακού εντάλματος και με επίκληση παραβίασης του εμπάργκο κατά της Βενεζουέλας, πραγματοποίησε νηοψία και κατάσχεση. Η προσπάθεια προστασίας του πλοίου μέσω εν πλω αλλαγής σημαίας (από Γουιάνα σε Ρωσία) δεν απέτρεψε την επιχείρηση, ενώ τα ρωσικά ναυτικά μέσα στην περιοχή, δεν παρενέβησαν. Παράλληλα, το «Sophia» συνδέθηκε με λαθρεμπόριο πετρελαίου προς όφελος της Κίνας. Διαβάστε τη συνέχεα εδώ: https://geoeurope.org/2026/01/10/o-neos-naytikos-psyxros-polemos/

 

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Το αυτονόητο δεν είναι πρόκληση

 

illustration by christosmoiss

Η απάντηση στο καταληκτικό ερώτημα της προηγούμενης ανάρτησης είναι αρνητική - για να κάνω και την απαραίτητη σύνδεση. Και είναι αρνητική, διότι η ενασχόληση με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε κάθε επίπεδο, είναι πρωτίστως ζήτημα αντίληψης.

Κάθε φορά που η Ελλάδα υπενθυμίζει τα αυτονόητα, η Άγκυρα αντιδρά σαν να πρόκειται για αιφνιδιασμό. Οι προχθεσινές δηλώσεις του Νίκου Δένδια δεν ήταν ούτε απειλή ούτε πρόκληση. Ήταν μια ψύχραιμη υπενθύμιση μιας θεμελιώδους αρχής: τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν απαιτούν άδεια για να ασκηθούν.

Η επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια δεν είναι ελληνική “ιδιοτροπία”. Είναι δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και ασκείται από τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών παγκοσμίως. Το να παρουσιάζεται αυτό ως “πρόκληση” λέει περισσότερα για εκείνον που το καταγγέλλει παρά για εκείνον που το ασκεί.

Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η πραγματική πηγή έντασης στο Αιγαίο είναι το casus belli που διατηρεί η Τουρκία εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Πρόκειται για μια θεσμοθετημένη απειλή πολέμου απέναντι σε ένα απολύτως νόμιμο δικαίωμα ενός άλλου κράτους.

Η ελληνική στάση είναι ξεκάθαρη: διάλογος, ναι· διάλογος υπό απειλή, όχι. Η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται υπό καθεστώς εκβιασμού, ούτε αναστέλλει δικαιώματα για να κατευνάσει αναθεωρητισμούς. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει ειλικρινής συζήτηση όσο η μία πλευρά διατηρεί στο τραπέζι τη χρήση βίας ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.

Αν η Τουρκία επιθυμεί πράγματι σταθερότητα και συνεργασία, η λύση είναι εξίσου ξεκάθαρη: άρση του casus belli, ρητή δέσμευση στους διεθνείς κανόνες που η ίδια επικαλείται κατά το δοκούν και έναρξη διαλόγου αποκλειστικά επί της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, με τελικό κριτή το Διεθνές Δικαστήριο.

Όποιος πιστεύει στο δίκαιο δεν φοβάται το δικαστήριο.
Όποιος πιστεύει στις απειλές φοβάται τον κανόνα.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

NAVTEX και γεωπολιτικό παιχνίδι

 



Τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων - τέτοιες μέρες ήταν - το Αιγαίο εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την επιμονή της Τουρκίας να δημιουργεί τετελεσμένα. Οι πρόσφατες τουρκικές NAVTEX μακράς διάρκειας δεν είναι απλές ανακοινώσεις προς ναυτιλλομένους. Πρόκειται για την εφαρμογή μιας ευρύτερης στρατηγικής που επιδιώκει να παγιώσει την αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, μετατρέποντας ένα εργαλείο ασφάλειας σε μέσο γεωπολιτικής πίεσης.
 
Αν κάτι μάθαμε από την κρίση των Ιμίων, είναι ότι οι κρίσεις στο Αιγαίο δεν ξεσπούν ξαφνικά. Χτίζονται σταδιακά, μέσα από πρακτικές “χαμηλής έντασης” που επιχειρούν να κανονικοποιήσουν την αμφισβήτηση. Σήμερα, οι NAVTEX λειτουργούν ως σύγχρονη εκδοχή αυτής της τακτικής, με γραμμές και δεσμεύσεις στη θάλασσα. Δεν χρειάζονται ούτε σημαίες - για να τις πάρει ο άνεμος - ούτε βράχοι για αναρρίχηση, ούτε κατσίκες για βοσκή.
 
Γιατί, λοιπόν, πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν πρέπει να το αφήνουμε να περνάει στα ψιλά;
 
Η Τουρκία χρησιμοποιεί τις NAVTEX για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι δρα νόμιμα, αφού η NAVTEX είναι διεθνώς αναγνωρισμένη διαδικασία. Μέσω αυτών επιχειρεί να προωθήσει τα δικά της νομικά και πολιτικά επιχειρήματα για τα όρια στο Αιγαίο, χωρίς να χρειάζεται διπλωματική συμφωνία με την Ελλάδα. 
 
Επιπλέον, η έκδοσή τους λειτουργεί ως πλατφόρμα νομιμοποίησης εντός του ΝΑΤΟ, καθώς παρουσιάζονται ως τυπική στρατιωτική δραστηριότητα, ενώ στην πραγματικότητα αμφισβητούν κυριαρχικά δικαιώματα συμμαχικής χώρας. Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία επιχειρεί να δείξει ότι δεν παραβιάζει διεθνείς κανόνες, ενώ ταυτόχρονα κανονικοποιεί την αμφισβήτηση ελληνικών νησιών.
 
Η έκδοση αντι-NAVTEX απαντά σε επίπεδο αναγγελίας, αλλά λύνει άραγε το πρόβλημα;

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Νταβός 2026: Το Θολό Αντίκρισμα μιας Παράλυτης Ευρώπης

 

Illustration by Liu Rui/GT

Το Νταβός ήταν (και παραμένει) μία ακόμη ευκαιρία για να αντικρύσει η Ευρώπη το είδωλό της στον καθρέπτη. Για ακόμη μία φορά επέλεξε να κλείσει τα μάτια.

Ενώ ο κόσμος μας κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς μια εποχή ωμής ισχύος, γεωπολιτικής σύγκρουσης και τεχνολογικού ανταγωνισμού, η ευρωπαϊκή ηγεσία εξακολουθεί να μιλά και να συμπεριφέρεται σαν να βρισκόμαστε ακόμη στα χρόνια της μεταψυχροπολεμικής αυταπάτης. Δεν πρόκειται για παθητικότητα. Πρόκειται για εθελοντική τύφλωση.

Η ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού, που έσπασε τη συνήθη αυτάρεσκη ρητορική του Φόρουμ, κινήθηκε σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος. Με ευθύ και ρεαλιστικό λόγο, παραδέχθηκε ότι η “παλιά διεθνής τάξη” δεν επιστρέφει και ότι οι μεσαίες και μικρές δυνάμεις οφείλουν να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο διαρκούς αστάθειας, όχι να προσποιούνται ότι όλα λειτουργούν όπως πριν. Οι Ευρωπαίοι, αντίθετα, αρκέστηκαν στη βαρετή επανάληψη λέξεων χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο - “αξίες”, “κανόνες”, “συνεργασία” - λες και η επανάληψη από μόνη της μπορεί να παράγει ισχύ.

Η στάση τους απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες - και ειδικότερα απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο - αποτύπωσε με τον πιο καθαρό τρόπο τη δομική ανεπάρκεια της ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Καμία τόλμη, καμία αυτονομία, καμία διάθεση σύγκρουσης εκεί όπου αυτή είναι αναπόφευκτη. Μόνο προσεκτικά ζυγισμένες λέξεις, σχεδιασμένες όχι για να επηρεάσουν την πραγματικότητα, αλλά για να συγκαλύψουν την αδυναμία. Η Ευρώπη δεν διαπραγματεύεται ως ισότιμος πόλος ισχύος. Προσποιείται ότι είναι τέτοιος!

Η ομιλία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτέλεσε ίσως την πιο καθαρή εκδήλωση αυτής της ανεπάρκειας. Ένας λόγος αποστειρωμένος, σχεδόν γραφειοκρατικά νεκρός, γεμάτος κενές έννοιες και αυτάρεσκη ηθικολογία. Καμία αναφορά στο πραγματικό πρόβλημα ισχύος, καμία αποδοχή της στρατηγικής υστέρησης της Ευρώπης, καμία πρόταση που να αγγίζει τη σκληρή πραγματικότητα του διεθνούς ανταγωνισμού. Ένας λόγος φτιαγμένος για να καθησυχάζει τις ευρωπαϊκές ελίτ, όχι για να απαντά σε έναν όλο και πιο εχθρικό κόσμο.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ευρώπη αγνοεί τι συμβαίνει. Το πρόβλημα είναι ότι αρνείται να το αποδεχθεί. Έχει εθιστεί στον ρόλο του κανονιστικού κήρυκα, την ώρα που γύρω της συγκροτούνται μπλοκ ισχύος τα οποία δεν ενδιαφέρονται ούτε για τις διακηρύξεις της ούτε για τη θεσμική της γλώσσα. Μιλά για κανόνες σε έναν κόσμο που ξαναγράφεται από εκείνους που διαθέτουν τη δύναμη να τους επιβάλλουν.

Στο Νταβός δεν επιβεβαιώθηκε απλώς η ευρωπαϊκή ανικανότητα· αναδείχθηκε η βαθύτερη ανεπάρκεια της ηγεσίας της. Μια ηγεσία που δεν διαθέτει ούτε στρατηγικό βάθος, ούτε πολιτικό θάρρος, ούτε ηθικό βάρος, και που αντιμετωπίζει τη νέα εποχή όχι με σχέδιο, αλλά με ευχολόγια. Όσο η Ευρώπη επιμένει να συγχέει την ηθική ανωτερότητα με την πολιτική ισχύ, τόσο μετατρέπεται από δρών υποκείμενο σε παθητικό αντικείμενο των εξελίξεων.

Σε ό,τι αφορά το ΝΑΤΟ, αυτό παραμένει μια διαρκής γελοιότητα, αν ληφθούν σοβαρά υπόψη οι τελευταίες δηλώσεις του Γενικού του Γραμματέα.

 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Γάιδαροι σέρνουν τα ευρωπαϊκά έλκυθρα στη Γροιλανδία

 

illustration by: Peter Schrank

Ο τρόπος που η Ε.Ε. και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες χειρίζονται (και) το ζήτημα της Γροιλανδίας είναι αποκαλυπτικός της ανεπάρκειας των θεσμών και της ανικανότητας των προσώπων να αντιμετωπίσουν κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα με αποφασιστικότητα και στρατηγικό όραμα.

Αυτή η ανεπάρκεια και αυτή η ανικανότητα καλούνται να αντιπαρατεθούν με την ωμή, κυνική, παρανοϊκή προσέγγιση Τραμπ, σύμφωνα με την οποία τα πάντα αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα “αγοράς”, εκβιασμού ή επίδειξης ισχύος.

Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ αντιμετωπίζει τη Γροιλανδία ως real estate και όχι ως κρίσιμο κόμβο διεθνούς σταθερότητας, η Ευρώπη θα όφειλε να αντιδράσει με σαφήνεια και αποφασιστικότητα. Αντί γι’ αυτό, οι Ευρωπαίοι ηγέτες κρύβονται πίσω από προσεκτικά διατυπωμένες ανακοινώσεις, αποφεύγοντας να πουν το προφανές: ότι ο ευρωπαϊκός χώρος δεν είναι διαπραγματεύσιμος και ότι η ασφάλεια και οι πόροι του δεν μπορούν να εξαρτώνται από τις εμμονές ενός ανόητου.

Η δε “ατλαντική συμμαχία” χρησιμοποιείται ως άλλοθι αδράνειας και όχι ως εργαλείο ισότιμης πολιτικής στάσης. Έτσι, η ΕΕ καθίσταται ανίκανη να υπερασπιστεί ακόμη και τα αυτονόητα.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο Τραμπ και η πολιτική του λογική — αν υπάρχει ίχνος λογικής! Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει ηγέτες με πολιτικό ανάστημα. Δεν διαθέτει θεσμούς με μηχανισμούς διασφάλισης.

Χωρίς στρατηγική αυτονομία στην πράξη και χωρίς τη βούληση να συγκρουστεί όταν απειλούνται τα συμφέροντά της - κάτι που παρατηρούμε διαρκώς για τις περιπτώσεις της Ελλάδος και της Κύπρου - η ΕΕ θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει. Έως ότου διαλυθεί εκ των ων συνετέθη καθώς, αν οι Ευρωπαίοι δεν λειτουργούν ως Ευρωπαίοι, δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Η δική μου απάντηση στις προσβολές του Edi Rama



Αγαπητέ κύριε Πρωθυπουργέ,

Αν και θα μπορούσα να γράψω αυτό το μήνυμα στα αγγλικά ή ακόμη και στη γλώσσα σας, προκειμένου να σας διευκολύνω στην κατανόησή του, θεωρώ πρέπον να απαντήσω στις προσβολές σας στη γλώσσα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, τους οποίους - κατά δήλωσή σας, τόσο πολύ θαυμάζετε. 

Ίσως σας εκπλήξω, αλλά σε ένα σημείο θα συμφωνήσω μαζί σας. Πράγματι, οι προαναφερθέντες, όπως και πλήθος άλλων Ελλήνων, ανθρώπων του πνεύματος και του πολιτισμού - από τον Όμηρο έως τον Καστοριάδη και τον Γιανναρά - δεν αποτελούν κληρονομιά αποκλειστικά των Ελλήνων. Ανήκουν στην ανθρωπότητα στο σύνολό της και κάθε λαός έχει το δικαίωμα να τους τιμά και να τους χρησιμοποιεί ως σημεία αναφοράς.

Από αυτή την άποψη, όλοι είμαστε ωφελημένοι. Το πρόβλημα με εσάς, ωστόσο, δεν έγκειται στη χρήση αυτής της κληρονομιάς, αλλά στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείτε να την επικαλείστε: επιφανειακά και επιλεκτικά, εργαλειοποιώντας την, προκειμένου να προσδώσετε "πνεύμα", "ανωτερότητα", κύρος σε έναν λόγο που συχνά στερείται βάθους, συνέπειας και ειλικρίνειας.

Ξέρετε, ο πολιτικός λόγος και, κατ’ επέκταση, ο δημόσιος λόγος δεν κρίνεται από τις αναφορές που δανείζεται, αλλά από το ήθος που τον διαπερνά. Και ενώ εσείς επιδιώκετε να παρουσιάζετε τον εαυτό σας ως ωφελούμενο του ελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού, η ρητορική σας παραμένει προκλητική, εμπρηστική, καμωμένη από φτηνά υλικά επικοινωνιακής κατανάλωσης.

Στο τέλος-τέλος, το θράσος, η ειρωνεία, οι προσβολές, η αυταρέσκεια δεν είναι παρά η πιο θορυβώδης μορφή πνευματικής ένδειας. Κάποιος άλλος πιθανόν να σας συμβούλευε να αφήσετε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη στην ησυχία τους. Εγώ σας προτρέπω να ασχοληθείτε μαζί τους! Διαβάστε τους! Μελετήστε τους! Ίσως έτσι μάθετε κάτι.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Η Ιστορία γράφεται με αίμα και η παρακμή με αναρτήσεις


Η Ιστορία γράφεται με αίμα και η παρακμή με αναρτήσεις. Και η αλήθεια είναι ότι η νεότερη Ιστορία των ΗΠΑ έχει πράγματι γραφτεί με αίμα: από τη Χιλή, τη Γουατεμάλα, τη Νικαράγουα, τη Γρενάδα και τον Παναμά, μέχρι τη Γιουγκοσλαβία, τη Λιβύη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Βιετνάμ. Εξίσου αληθές είναι ότι η παρακμή της Ευρώπης αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στη στάση των ηγεσιών της απέναντι σε κάθε κρίση - και αποτυπώνεται ακόμη πιο εύγλωττα στη χθεσινοβραδινή ανάρτηση στο Facebook του Έλληνα πρωθυπουργού.

Τί ακριβώς έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Έσπευσε να προσδώσει πολιτική νομιμοποίηση στις αήθεις, καταχρηστικές και παράνομες ενέργειες των ΗΠΑ απέναντι σε μια κυρίαρχη χώρα, με το πρόσχημα της διακίνησης ναρκωτικών. Στην απέλπιδα προσπάθειά του να εναρμονιστεί με τη διακυβέρνηση Τραμπ - ή, για να το πω πιο καθαρά, με μια ντροπιαστική έκφραση υποτέλειας - ο Έλληνας πρωθυπουργός επιδοκιμάζει πρακτικές που υπονομεύουν το διεθνές δίκαιο, εκθέτει για πολλοστή φορά τη χώρα μας και διακινδυνεύει τα δίκαια και τα συμφέροντα του ελληνισμού στο μέλλον, ευθυγραμμιζόμενος με επιλογές ωμής ισχύος που, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφορούν ούτε την ασφάλεια ούτε τα πραγματικά συμφέροντα της Ελλάδας, αλλά εξυπηρετούν ξένες επιδιώξεις και γεωπολιτικούς τυχοδιωκτισμούς. 

Το ζήτημα ήταν και είναι ο Νικολάς Μαδούρο; Όχι, βέβαια. Το ζήτημα ήταν και είναι η “λύτρωση” των Βενεζουελάνων από έναν στυγνό δικτάτορα; Ασφαλώς όχι. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ο πλούτος της Βενεζουέλας και του λαού της. Θα πρέπει να είμαστε πιο υποψιασμένοι από εδώ και στο εξής. Όποιος εξακολουθεί να μιλά για “δημοκρατία” και “ανθρωπισμό” χωρίς να κατονομάζει τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από κάθε πρόθεση ή ενέργεια, είναι απλά υποκριτής. Η δε οποιαδήποτε αναφορά στο διεθνές δίκαιο - το καταλάβαμε όλοι αυτό, θέλω να πιστεύω - δεν είναι παρά ένα ρητορικό σχήμα κενού περιεχομένου, που επιστρατεύεται κατά περίπτωση. Άλλοτε για να δικαιολογήσει και άλλοτε για να αγνοηθεί επιδεικτικά, όταν στέκεται εμπόδιο στα σχέδια κάποιων ισχυρών.

Δυστυχώς, αυτή είναι η ποιότητα της εξωτερικής μας πολιτικής. Μια πολιτική που απαξιώνει την εικόνα της χώρας και υπονομεύει τις διεθνείς της σχέσεις.