Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Ο "πολιτισμός" του Αλί Ερμπάς


Ενοχλήθηκε ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας από τις πρόσφατες δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών & Πάσης Ελλάδος αναφορικά με το Ισλάμ, όπως αυτές ακούστηκαν σε τηλεοπτική του συνέντευξη με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 200 ετών από το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης – η οποία, παρεμπιπτόντως, οδήγησε όχι μόνον στην εθνική ανεξαρτησία των Ελλήνων αλλά εξέφρασε, όπως αποτυπώθηκε και στις αρχικές πράξεις πολιτειακής ρύθμισης του νεοσύστατου, τότε, Ελληνικούς Κράτους, ό,τι πιο προοδευτικό και δίκαιο με βάση τις αρχές του ανθρωπισμού και τα αγαθά της ελευθερίας, της ισονομίας και της αλληλεγγύης… αρχές και αγαθά που δεν είχαν κανένα απολύτως νόημα για τους Οθωμανούς τούρκους.     

Θα μας επιτρέψει ο - πολλά βαρύ και όχι - Αλί Ερμπάς να κρίνουμε εμείς οι ίδιοι το τι δήλωσε και πως το δήλωσε ο Αρχιεπίσκοπος κι όχι εκείνος καθώς, ως ισλαμιστής, κι ως επικεφαλής μιας υπηρεσίας-εταιρείας που εμπορεύεται την πίστη αγαθών ανθρώπων, προσφέρει κακές υπηρεσίες και στην πατρίδα του, και στο έθνος του και στους απανταχού μουσουλμάνους!

Άραγε με ποιο δικαίωμα «αντιδρούν» και «καταδικάζουν» οι συνοδοιπόροι/εκπρόσωποι κερδοσκόπων, βιαστών, παιδεραστών, τρομοκρατών δηλώσεις που εν πάση περιπτώσει, δεν στόχευαν στο σύνολό τους τούς μωαμεθανούς, αλλά όλους εκείνους που εγκληματούν στο όνομα του Προφήτη τους και του Θεού;

Τολμά να μιλά ο Αλί Ερμπάς για μισαλλοδοξία και ρατσισμό; Να του υπενθυμίσουμε ότι εκείνος εμφανίστηκε φαρδύς πλατύς στον Ναό της Αγίας Σοφίας με το γιαταγάνι στο χέρι και κανένας παπάς ή Αρχιεπίσκοπος. Να του υπενθυμίσουμε επίσης, τα δικά του κηρύγματα περί μίσους, σύγκρουσης και βίας. Ακόμη ακόμη και η γραπτή του αυτή δήλωση, ο τρόπος που διατυπώνει τη σκέψη του και την θέση του δείχνει το ποιόν του αλλά και πως αντιλαμβάνονται οι ισλαμιστές τους μη μουσουλμάνους.

Τολμά να εκφράζει φόβους για επιθέσεις εναντίον μουσουλμάνων και λατρευτικών χώρων; Μα, οι μουσουλμάνοι είναι εκείνοι που δρουν εναντίον χριστιανών, εβραίων, ινδουιστών, βουδιστών και κάθε άλλου πιστού που απορρίπτει το Ισλάμ. Οι μουσουλμάνοι είναι που κλέβουν και καταστρέφουν λατρευτικούς χώρους. Αν το Ισλάμ διακήρυττε την ειρήνη, την ανοχή και τον σεβασμό, τότε δεν θα είχαμε κανένα θέμα για να συζητήσουμε!

Τολμά να μας κάνει μαθήματα περί λογικής και ειρηνικής συνύπαρξης ποιος; Ο Αλί Ερμπάς;

Μας μιλά περί «ισλαμικού πολιτισμού;» Ποιός; Ο Αλί Ερμπάς; Και ποιόν πολιτισμό χαρακτηρίζει μεγάλο; Ποιά τα μεγάλα επιτεύγματα του «ισλαμικού πολιτισμού»; Η μετατροπή ναών κι εκκλησιών σε τζαμιά, ταβέρνες ή ό,τι άλλο; Αυτό είναι πολιτισμός;

Ο βίαιος εξισλαμισμός αδύναμων κι απροστάτευτων… όπως συντελείται σήμερα σε χώρες της Αφρικής με ευθύνη της Τουρκίας και των ισλαμικών ταγμάτων, που ο Αλί Ερμπάς έχει περιγράψει ως «κέντρα γνώσης και σοφίας»… αυτός είναι ο μεγάλος ισλαμικός πολιτισμός;

Να μας κάνει τη χάρη ο κύριος Ερμπάς να κρατάει τα χείλη του κλειστά διότι, κατά το κοινώς λεγόμενο «δεν τον παίρνει». Μπορούμε να μιλήσουμε και για τα τουρκοϊσλαμικά «επιτεύγματα» στην Βαλκανική, τον Καύκασο και την Ινδία… για όπου γης. Αλλά το ζητούμενο δεν είναι το Ισλάμ ως θρησκεία και ούτε όλοι οι μουσουλμάνοι είναι εγκληματίες. Ό,τι εκφράζει όμως ο Αλί Ερμπάς κι ό,τι εκπροσωπεί είναι εγκληματικό.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2021

Στην τελική ευθεία για την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών


Ο κοντινός μου περίγυρος, γνωρίζει πως η άποψη μου για τον Νίκο Δένδια δεν ήταν η καλύτερη, εξαιτίας των πολιτικών του ως Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη επί κυβερνήσεων Καραμανλή και Σαμαρά. Οι άνθρωποι όμως αλλάζουν κι οι απόψεις μεταβάλλονται, κι ο Υπουργός των Εξωτερικών δείχνει μέχρι στιγμής, με τις κινήσεις του και την δουλειά του, πως διασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αν αναλογιστεί κανείς το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούμαστε να διασφαλίσουμε αυτά τα συμφέροντα. Οπωσδήποτε, η εξωτερική πολιτική της χώρας και η ανάπτυξη των διεθνών της σχέσεων δεν είναι «a one-man’s job». Εν τούτοις, η έκφρασή του και η όλη συμπεριφορά του μας αποκαλύπτουν το πνεύμα από το οποίο εμφορείται η Ελληνική Διπλωματία.

Αν μη τι άλλο και λάθη γίνονται, και σε αστοχίες καταλήγουμε πολλές φορές. Κανείς δεν είναι τέλειος. Κι ούτε μπορούμε να συμφωνούμε σε όλα. Αν όμως αναλογιστεί κανείς τα έργα και τις ημέρες όσων προηγήθηκαν και την «κληρονομιά» που μας άφησαν, νομίζω, έχουμε να κάνουμε με μία ποιοτική μεταβολή η οποία είναι και μετρήσιμη και υπολογίσιμη! 

Οι σχέσεις τις Ελλάδος με την Τουρκία και οι σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία είναι τα φλέγοντα ζητήματα. Κι ορθώς η χώρα μας ανταποκρίθηκε θετικά στο κάλεσμα των τούρκων για επανέναρξη των διερευνητικών - μένει να αποδειχθεί η ειλικρίνειά τους.

Επειδή πολλοί έχουν μία στρεβλή αντίληψη των πραγμάτων, αντικειμενικός σκοπός των διεθνών σχέσεων είναι το «ωφέλιμο φορτίο» που μπορεί να φέρεται από έναν κώδικα ή σύνολο δεδομένων - για όσους ασχολούνται με την πληροφορική και καταλαβαίνουν. Με άλλα λόγια, όταν αναπτύσσουμε την εξωτερική μας πολιτική κι όταν προσερχόμαστε σε έναν διάλογο, σκοπός μας δεν είναι ούτε να τιμωρήσουμε, ούτε να εκμεταλλευτούμε, ούτε να κολλήσουμε κανέναν στον τοίχο. Ιδανικά, σεβόμαστε τους συνομιλητές μας, λαμβάνουμε υπόψη μας τις επιδιώξεις και τις ευαισθησίες τους και προσαρμόζουμε την πολιτική μας ανάλογα (...) έτσι, ώστε στο τέλος να νιώθουμε και να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα. Η όποια προσαρμογή και η όποια ευελιξία δεν είναι αυθαίρετες. Διέπονται από όρους και προσδιορίζονται από τις διεθνείς συνθήκες και όχι από την ερμηνεία που εμείς τους δίνουμε!

Αυτή η λογική, δεν επιτρέπει καμία υποψία παραχώρησης ή εκχώρησης αντίθετα, χαλιναγωγεί την επιθετική δυναμική εκείνου που προσέρχεται στον διάλογο με αλαζονική διάθεση και υπεροπτική συμπεριφορά και τον υποχρεώνει να σεβαστεί τους κανόνες που ορίζουν την έννοια και το περιεχόμενο του διαλόγου.

Η ισλαμιστική ηγεσία της Τουρκίας, πιστή στο δόγμα περί επιβολής και κυριαρχίας, όχι μόνον δεν σέβεται την διεθνή νομολογία και το ευρωπαϊκό κεκτημένο αλλά θεωρεί πως η χώρα, η Τουρκία δηλαδή, δικαιούται επιπλέον διευκολύνσεων και παραχωρήσεων λόγω της δήθεν ισχύος της. Το τονίζω το δήθεν! Προς τούτο, μεταχειρίζεται κάθε μέσο που μπορεί να την βοηθήσει στην επίτευξη των επιδιώξεών της. Απειλές και διπλωματία. Εκβιασμούς και διαστρέβλωση. Παράλληλα, πιστεύει πως μπορεί να παραμένει στο απυρόβλητο διότι όλοι «χρειάζονται» την Τουρκία και κανείς δεν θέλει να την «χάσει».

Αυτή η «ανάγκη», τροφοδοτεί την αλαζονεία του ισλαμιστικού καθεστώτος στη γειτονική μας χώρα, καθιστώντας το αναξιόπιστο συνομιλητή - κι εταίρο - σε κάθε περίπτωση. Την ίδια στιγμή, οι λεγόμενοι κεμαλιστές δεν έχουν τίποτε το σημαντικό να αντιπροτείνουν και να επιδείξουν, κι αναλώνονται σε μία στείρα πολιτική αντιπαράθεση, στο εσωτερικό, άνευ ουσίας κι αντικειμένου. Ακόμη κι αν είχαμε μία ξαφνική μεταβολή του σχήματος διακυβέρνησης στην Τουρκία, με υποβάθμιση του ισλαμιστικού παράγοντα, τίποτε δεν θα άλλαζε προς το καλύτερο για τους λαούς και τις χώρες της περιοχής μας. Πολύ δε περισσότερο, για τον ίδιο τον τουρκικό λαό, στον οποίο ποτέ δεν επετράπη ουσιαστική πολιτική συμμετοχή.

Οι διερευνητικές επαφές σημαίνουν ό,τι ακριβώς σημαίνουν. Θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε προθέσεις και θα συνεκτιμήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα επιχειρήσουμε να βελτιώσουμε τις μεταξύ μας σχέσεις και για την όποια διαφορά έχουμε. Η ελληνική θέση είναι γνωστή, απόλυτη και ξεκάθαρη. Η Τουρκία όμως, βλέπει τα πράγματα μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα κι απαιτεί την ικανοποίηση ενός πλήθους αξιώσεων που δικαιολογούν την δυναμική του τουρκοϊσλαμιστικού ιδεολογήματος και συστήματος εξουσίας όχι μόνον για την Τουρκία αλλά και σε σχέση με τον υπόλοιπο μουσουλμανικό κόσμο.

Δυστυχώς όμως για τους τούρκους ισλαμιστές, η νεκρανάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι μάλλον απίθανη διότι κανείς δεν την θέλει, κανείς δεν την χρειάζεται και κανείς δεν έχει τη διάθεση και την πρόθεση να συνδιαλέγεται και να συνεργάζεται με ισλαμιστές. Επομένως, έχουν την επιλογή και τον χρόνο για να αναθεωρήσουν.

Αν θέλουν να εκβιάσουν τον διάλογο και να επιβάλλουν του όρους και την θεματολογία της όποιας μελλοντικής διαπραγμάτευσης τότε, θα πρέπει να αποδεχθούν και να συζητήσουν και τις δικές μας αξιώσεις.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Αν η Τουρκία θέλει να αμφισβητεί την εθνική κυριαρχία της χώρας μας, κι αν επιθυμεί να ωφεληθεί του δικού μας πλούτου, τότε θα πρέπει να αποδεχτεί και να συζητήσει κι άλλα ζητήματα, όπως για παράδειγμα την αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων και των εποίκων από την επικράτεια της Κύπρου, την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την καταβολή αποζημιώσεων για τους νεκρούς και τους αγνοούμενους. 

Από εκεί και ύστερα, δέον θα ήταν να συζητηθεί η παραίτηση της Τουρκίας από κάθε «δικαίωμα» εκμετάλλευσης της πολιτιστικής κληρονομιάς όλων των μη τουρκογενών λαών της Μικράς Ασίας, η αποκατάσταση της αρχικής χρήσης όλων των εκκλησιών που λειτουργούν σήμερα ως τζαμιά, μουσεία, ταβέρνες και δημόσιες τουαλέτες, η σύσταση και λειτουργία μικτών επιστημονικών επιτροπών που θα διασφαλίζουν το χαρακτήρα και την διατήρηση όλων των ιστορικών και θρησκευτικών μνημείων... Να συζητηθεί το θέμα της παραβίασης/περιορισμού των δικαιωμάτων των ελληνικής καταγωγής τούρκων πολιτών, η αλλαγή του νόμου περί ιδιοκτησίας και η πιστή εφαρμογή των σχετικών ευρωπαϊκών οδηγιών. Συγχρόνως, να αναγνωριστούν οι γενοκτονίες των Ελλήνων του Πόντου κι ολόκληρης της Μικράς Ασίας, των Αρμενίων και των Ασσυρίων. 

Να συμφωνηθεί ο καθορισμός του ύψους και του είδους των αποζημιώσεων στους απογόνους όσων εκτοπίστηκαν και σφαγιάστηκαν κι αφού το όνειρό τους είναι η αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, να παραχωρηθεί πολιτική αυτοτέλεια κι ενισχυμένη αυτονομία, υπό την εγγύηση του τουρκικού κράτους, σε κάθε εθνοτική και θρησκευτική ομάδα. Ακύρωση του casus beli κι επιστροφή της περιοχής της Σμύρνης στο πολιτικό καθεστώς προ του 1922 οπότε και βιαίως κατελύθη. Η δε τελευταία, εναρμονίζεται πλήρως με τα λεγόμενα του Διευθυντή επικοινωνίαςτης τουρκικής Προεδρίας, κ. Fahrettin Altun καθώς, και η Ελλάς έχει «ισχυρή αξίωση στην περιοχή καθ’ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας και είναι νόμιμο και δίκαιο να την διατηρεί και σήμερα».

Πράγματι, έχουμε να συζητήσουμε πολλά. Από την ιστορική αποκατάσταση λαών, πολιτισμών και παραδόσεων μέχρι την ευημερία και την ασφάλεια. Όλων μας! Ειδού πεδίον δόξης λαμπρό να μας αποδείξουν οι τούρκοι φίλοι μας πως ο «τουρκισμός» δεν είναι ούτε ιστορικό λάθος, ούτε διαρκές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Αν όμως, όλα αυτά είναι αδύνατα κι απαράδεκτα, τότε, η συζήτηση περί υφαλοκρηπίδας και καθορισμού ΑΟΖ είναι ό,τι πιο εύκολο κι ανώδυνο και για τα δύο μέρη που θα ωφεληθούν τουλάχιστον τον πλούτο που τους αναλογεί.

 

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2021

Πότε θα μιλήσουμε για τον σκοταδισμό της λεγόμενης διανόησης;

 

Πριν λίγες ημέρες, κι ενώ διανύουμε ήδη το έτος των εορτασμών από τα διακόσια χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, συμμετείχα σε έναν διάλογο με αντικείμενο ένα μικρό απόσπασμα από το πρόσφατο άρθρο του Νίκου Δήμου με το οποίο, ούτε λίγο ούτε πολύ, προσπαθεί να μας δείξει ότι η Εκκλησία αντιπροσώπευε κι αντιπροσωπεύει τον σκοταδισμό και την οπισθοδρόμηση, βλάπτοντας εν πολλοίς το εθνικό συμφέρον(!).

Ποιό το διακύβευμα; Οι εμβολιασμοί και η υποστήριξη των πολιτικών επιλογών της Κυβέρνησης καθώς, η τελευταία δεν καταφέρνει να πείσει - όχι αναίτια - μία μεγάλη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού. Έτσι λοιπόν, ως σημαντικός και σπουδαίος διανοητής είναι, στο ψευτοδίλημμα «με εμάς ή με τους άλλους» προσπαθεί να απαξιώσει τους μεν σε σχέση με τους δε.

Ο ίδιος, μιλά για έρευνα κι αναζητά την κριτική σκέψη και τον ορθό λόγο όμως - την ίδια ώρα, κάπως ανορθόδοξα μας τα λέει και τα παρουσιάζει, σερβίροντάς μας τελικά μία σούπα άνοστη και κρύα.

Η γνώμη που εξέφρασα - κι ενόχλησε - κάποιους από τους συνομιλητές μου, στηριζόταν στην έκδηλη υποκειμενικότητά του, την ελλιπή γνώση του επί συγκεκριμένων παραμέτρων (π.χ. γλωσσολογικών σε ό,τι αφορά στο εν λόγω απόσπασμα) καθώς, και στην αίσθησή μου περί εξυπηρετούμενης σκοπιμότητας.

Προφανώς και πρόθεσή του δεν ήταν και δεν είναι η συνδρομή στον δημόσιο διάλογο έτσι, ώστε όσοι δεν γνωρίζουν ή αμφιβάλλουν να έχουν ένα σημείο αναφοράς, ένα μπούσουλα, ένα κίνητρο, εν πάση περιπτώσει κάτι για να ψάξουν τα πράγματα λίγο περισσότερο αλλά, η επίθεση - μέσω της εκκλησίας - στο θρησκευτικό αίσθημα όλων εκείνων που βρίσκουν στην πίστη μία κάποια ηρεμία. Από την άλλη μεριά της παλάντζας, τοποθετεί την επιστήμη με το «ειδικό» της βάρος έτσι, ώστε καταδειχθεί η «συγκριτική διαφορά», αρνούμενος να δει το οφθαλμοφανές: Η «επιστήμη» κατάντησε reality show κι οι θεράποντές της μεταμορφώθηκαν σε τηλεοπτικούς μαϊντανούς. Για ποιόν διαφωτισμό ομιλεί;

Με μία κατ’ επίφαση αγωνία περί ποιότητας της παρεχόμενης παιδείας - άραγε ποιοί οι αγώνες του; - επιχειρεί να ενισχύσει τα γραφόμενά του με την περιγραφή της πραγματικότητας που όλοι γνωρίζουμε κι αναγνωρίζουμε, κανείς όμως δεν τολμά να αλλάξει! Κάπου πήρε το μάτι μου και τον ... ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Σιγά μην τον άφηνε απ' έξω... είναι η πλέον trendy αντίληψη περί τεκμηρίωσης.

Χαρακτήρισα το άρθρο του προβληματικό στη δομή και στο περιεχόμενο, εντοπίζοντας όλες εκείνες τις εκτιμήσεις και τα στερεότυπα του γραπτού του λόγου που η ίδια η Ιστορία και η επιστημονική έρευνα έχουν διαψεύσει.

Αντίθετα, κάποιοι εκ των συνομιλητών μου, το βρήκαν άριστο, περιεκτικό κι ακριβές. Όταν όμως τους ρώτησα πως μπορεί να αμφισβητηθεί η «αυθεντία» του κι όταν εξ αφορμής του αποσπάσματος, αναφέρθηκα ονομαστικά σε παραδείγματα Φαναριωτών (ας πούμε διανοούμενων και πεφωτισμένων) που με τα έργα τους κατέδειξαν ό,τι χειρότερο έχει να επιδείξει ο Ελληνισμός, κι όταν επεσήμανα - λόγω της προσωπικής μου εμπειρίας - πως η χρήση της γλώσσας κατά την Οθωμανική περίοδο αλλά και κάθε φορά, είναι διαφορετική σε σύγκριση με τη χρήση της γλώσσας στην Ελλάδα και το παρόν, η αντίδρασή τους με εξέπληξε δυσάρεστα... και με εξέπληξε δυσάρεστα διότι άνθρωποι με γνώσεις, δύναμη πνεύματος και με επαγγελματική/κοινωνική ταυτότητα που προϋποθέτει μία κάποια διαλεκτική ικανότητα, δεν επιτρέπεται να εμμένουν δογματικά στην διαχείριση πραγμάτων, προσώπων και γεγονότων κι ούτε είναι πρέπον να απαξιώνουν την οποιαδήποτε διαφορετική, τεκμηριωμένη όμως, θέση μόνο και μόνο επειδή δεν προέρχεται από έναν γνωστό δημοσιογράφο ο οποίος, παρά το έργο και τις περγαμηνές του, έχει προκαλέσει κατ’ επανάληψη αλγεινή εντύπωση με τα γραπτά του...

Όταν εκφράζουμε μία άποψη, δεν την εκφράζουμε για να πείσουμε κανέναν! Ούτε για να έχουμε κάτι να λέμε. Αντίθετα, την προσφέρουμε προς αξιολόγηση και συμμετέχουμε στον γενικότερο προβληματισμό με αγαθή πρόθεση για να βρούμε την αντικειμενική αλήθεια. Και μιλώ για εμένα.

Ο καθένας, ασφαλώς μπορεί να γράφει και να λέει ό,τι θέλει. Μπορεί και να πιστεύει ό,τι θέλει. Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε. Η ίδια η Ιστορία γράφεται και ξαναγράφεται και κυκλοφορούν πολλές και διαφορετικές εκδοχές της. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι να πειστεί κανείς, ούτε και να υπερισχύσουμε ενός διαλόγου στον οποίο όλοι συμμετέχουμε ισότιμα. Διαφορετικά, ο διάλογος δεν έχει νόημα.

Η Ελληνική Ιστορία και ιδιαίτερα η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, είναι η δική μας Ιστορία και οφείλουμε να αισθανόμαστε υπερήφανοι για τα μεγάλα και τα σπουδαία, όπως ακριβώς δικαιούμαστε να αισθανόμαστε απέχθεια κι αποτροπιασμό για όλες εκείνες τις βρομιές, τις ρουφιανιές, τις προδοσίες, τα μίση και τα πάθη. Κανείς δεν έχει το αποκλειστικό δικαίωμα της μίας ή της άλλης πλευράς. Όπως και να έχει, όλα ορίζουν ό,τι εμείς είμαστε σήμερα κι είναι βέβαιο, αν κοιταχτούμε στον καθρέπτη θα δούμε όλα εκείνα για τα οποία μπορούμε να υπερηφανευόμαστε αλλά, κι όλα εκείνα για τα οποία ντρεπόμαστε.

Κι ο Δήμου, ο κάθε Δήμου, κι εγώ και όλοι εσείς, είμαστε προϊόντα αυτής της Ιστορίας. Όλοι, είτε το θέλουμε είτε όχι, διαδραματίζουμε τον μικρό ή τον μεγάλο μας ρόλο. Με τις ευστοχίες μας και τις αστοχίες μας. Κάθε ρόλος είναι σημαντικός και στο τέλος τέλος η ιστορία δεν γράφεται από τους «διάσημους» και τους «δυνατούς» αλλά από τους «άσημους» και τους «αδύναμους» που ενίοτε αποφασίζουν και πράττουν.

Αν ο κ. Δήμου, είχε την ευγενή καλοσύνη και την διάθεση και την πρόθεση να συμβάλλει με το πνεύμα του στην παιδεία των Ελλήνων, τότε μετά χαράς όλοι θα τρέχαμε να τον συνδράμουμε. Από εκεί και ύστερα, ναι! Να συζητήσουμε για όλα όσα θα πρέπει να αλλάξουν ή να βελτιωθούν... με δίχως πάθη κι ανιδιοτέλεια, για να οδηγηθούμε σε ένα κάποιο αποτέλεσμα για εμάς κι όχι για να "γίνουμε" ή να δείχνουμε "Ευρωπαίοι".

Να μιλήσουμε για όλα! Καμία αντίρρηση. Όμως, διερωτώμαι, αναρωτήθηκε ποτέ ο κ. Δήμου αν με την αρθρογραφία του και τις πολιτικές του προτιμήσεις - αν, λέω αν - μάλλον αποτελεί μέρος του προβλήματος κι όχι της λύσης; Ή μήπως τα «μεγάλα πνεύματα» δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους τόσο ευτελείς συλλογισμούς;