Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Διπλή Προσέγγιση: Η Ευρώπη αντιδρά σε κρίσεις αλλά αδυνατεί στο Κυπριακό

Η άμεση και πολυεπίπεδη κινητοποίηση ευρωπαϊκών χωρών μετά την επίθεση που εξαπολύθηκε από το έδαφος του Λιβάνου κατά της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι - αν μη τι άλλο - αναδεικνύει μια Ευρώπη ικανή να λειτουργεί με ταχύτητα και συντονισμό, όταν εκτιμά ότι διακυβεύεται η περιφερειακή της σταθερότητα. Στρατιωτικά μέσα τέθηκαν σε κινητοποίηση και επιφυλακή από χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η Ιταλία προχώρησε σε διπλωματικό διάβημα προς τον Ιρανό πρέσβη. Παράλληλα, πολιτικοί δίαυλοι ενεργοποιήθηκαν χωρίς καθυστέρηση, με σαφή στόχο την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης. Το μήνυμα είναι διττό: αφενός ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αντιλαμβάνονται την Ανατολική Μεσόγειο ως περιοχή στρατηγικού ενδιαφέροντος και αφετέρου ότι, υπό προϋποθέσεις, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μπορεί πράγματι να έχει απτό περιεχόμενο.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, προκαλεί αναπόφευκτα τη σύγκριση με το διαχρονικό ζήτημα της παρουσίας τουρκικών κατοχικών δυνάμεων στο βόρειο τμήμα της κυπριακής επικράτειας. Από την εισβολή του 1974, το νησί παραμένει διαιρεμένο, με την Τουρκία να διατηρεί στρατεύματα σε έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έως τώρα ευρωπαϊκή αντίδραση στο Κυπριακό ζήτημα υπήρξε κυρίως πολιτική και διπλωματική, περιοριζόμενη σε δηλώσεις συμπαράστασης, επαναβεβαίωση αρχών και στήριξη των διαπραγματεύσεων υπό τα Ηνωμένα Έθνη, χωρίς να εκδηλώνεται ουσιαστική στρατηγική συνέπεια και χωρίς να τίθεται σε λειτουργία ένας ενεργός αποτρεπτικός μηχανισμός απέναντι στην παράνομη κατοχή.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις δεν έγκειται μόνο στη φύση των απειλών, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ιεραρχούνται. Στην περίπτωση της επίθεσης με drones, η απειλή εκλαμβάνεται ως άμεση, εξωγενής και δυνητικά επεκτάσιμη σε ευρύτερη περιφερειακή σύρραξη. Ως εκ τούτου, η ενεργοποίηση αντανακλαστικών συλλογικής ασφάλειας ήταν σχεδόν αυτονόητη. Αντιθέτως, η τουρκική εισβολή και κατοχή έχει παγιωθεί επί δεκαετίες κι έχει καταστεί ζήτημα που, αν και νομικά και πολιτικά προβληματικό, θεωρείται διαχειρίσιμο. Η ίδια η χρονική διάρκεια της εκκρεμότητας στην επίλυσή του φαίνεται να έχει μειώσει την αίσθηση του επείγοντος.

Η σύγκριση δεν αποσκοπεί στην εξίσωση διαφορετικών περιστάσεων. Η Βρετανική Βάση στο Ακρωτήρι παραμένει στρατηγική εγκατάσταση με ιδιαίτερη σημασία για το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή παρουσία στην περιοχή. Αντιστοίχως, το Κυπριακό εντάσσεται σε ένα περίπλοκο πλέγμα διαπραγματεύσεων, ισορροπιών και διεθνών δεσμεύσεων. Η αντίστιξη αυτή αναδεικνύει μια ασυμμετρία, καθώς όταν η απειλή θεωρείται νέα και δυνητικά αποσταθεροποιητική για ευρύτερα συμφέροντα, η ευρωπαϊκή αντίδραση επιταχύνεται, ενώ σε περίπτωση χρόνιας παραβίασης της εδαφικής ακεραιότητας κράτους-μέλους, η διαχείριση μετατίθεται σχεδόν αποκλειστικά στο διπλωματικό πεδίο.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν οι δύο περιπτώσεις είναι ταυτόσημες, αλλά αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να επιδείξει μεγαλύτερη στρατηγική συνέπεια. Η ιδιότητα της Κύπρου ως κράτους-μέλους δημιουργεί προσδοκίες ότι η αρχή της αλληλεγγύης δεν θα περιορίζεται σε ρητορική υποστήριξη. Παρά τις όποιες ρήτρες αμοιβαίας συνδρομής και αλληλεγγύης που στηρίζουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το περιεχόμενό τους εξαρτάται από την πολιτική βούληση των κρατών-μελών και από τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται κάθε φορά το “κοινό συμφέρον”.

Η Ανατολική Μεσόγειος έχει αποκτήσει αυξημένη σημασία λόγω ενεργειακών διαδρομών, θαλάσσιας ασφάλειας και μεταναστευτικών ροών. Σε αυτό το περιβάλλον, η Κύπρος δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ιστορικής εκκρεμότητας, αλλά κρίκος σε μια αλυσίδα περιφερειακών ισορροπιών. Η ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας καλείται να απαντήσει στο κατά πόσο μπορεί να παραμένει επιλεκτικά ενεργή, παραμένοντας δυναμική σε περιπτώσεις αιφνίδιας κρίσης, αλλά επιφυλακτική σε χρόνιες συγκρούσεις που αφορούν άμεσα κράτος-μέλος.

Η παρούσα συγκυρία υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν είναι στατική ούτε αυτονόητη. Η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης, όχι μόνο λόγω γεωγραφίας, αλλά ως δοκιμασία αξιοπιστίας της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας. Αν η Ένωση επιδιώκει να λειτουργεί ως γεωπολιτικός παράγοντας με συνεκτική στρατηγική, οφείλει να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στην άμεση αντίδραση σε νέες απειλές και στη διαχρονική διαχείριση εκκρεμών συγκρούσεων.

Η σύγκριση, τελικά, φωτίζει περισσότερο τη φύση της ευρωπαϊκής πολιτικής παρά τις επιμέρους κρίσεις. Η ικανότητα υπάρχει. Ζητούμενο παραμένει η συνέπεια στην εφαρμογή της.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Η Ευρώπη παρακολουθεί, η Ελλάδα ακολουθεί: η κρίση του Ιράν και η έλλειψη στρατηγικής

Την ώρα που οι πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν κλιμακώνονται, η Ευρωπαϊκή Ένωση, αρκείται σε γενικόλογες εκκλήσεις και διαχειριστικές τοποθετήσεις, επιβεβαιώνοντας την πολιτική της αμηχανία και τη δομική της αδυναμία να λειτουργήσει ως αυτόνομος στρατηγικός δρων. Σε μια κρίση που ήδη επανακαθορίζει τις ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή και επηρεάζει άμεσα τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, η απουσία ουσιαστικής διπλωματικής παρέμβασης καθιστά την Ευρώπη απλώς θεατή των γεγονότων.

Για την ιστορία του πράγματος, προχθές, σε έκτακτη τηλεδιάσκεψη, οι υπουργοί Εξωτερικών της Ε.Ε., με δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου Kaja Kallas, κάλεσαν σε “μέγιστη αυτοσυγκράτηση” - άραγε τί σημαίνει αυτή τη στιγμή κάτι τέτοιο;, τόνισαν την ανάγκη προστασίας των Ευρωπαίων πολιτών και των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και προειδοποίησαν για τους κινδύνους από ενδεχόμενη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία έχουν ήδη κλείσει οι Φρουροί της Επανάστασης! Παρ’ όλα αυτά, καμία ενεργή πρωτοβουλία δεν υιοθετήθηκε, ούτε στρατιωτική, ούτε πολιτική, ούτε διπλωματική.

Τα κράτη-μέλη εμφανίζουν διαφορετικές προσεγγίσεις.Ο Emmanuel Macron ζήτησε έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, προτάσσοντας τον διάλογο, ενώ ο Friedrich Merz φαίνεται πιο εναρμονισμένος με τις ΗΠΑ, με επίκεντρο τον έλεγχο του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γερμανία συγκαταλέγεται στις χώρες της Ε.Ε. με στενές οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με το Ιράν… ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Από την άλλη, ο Pedro Sánchez καταδίκασε τις μονομερείς επιδρομές, υπενθυμίζοντας τους κινδύνους για τη διεθνή ασφάλεια ενώ, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen επανέλαβε ότι η διπλωματία παραμένει η μόνη βιώσιμη λύση, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη για “αξιόπιστη μετάβαση” στο Ιράν και τη στήριξη των - σε ελεύθερη απόδοση - “φιλελεύθερων” φιλοδοξιών του ιρανικού λαού, παρ’ ότι η ίδια αγνοεί τις πραγματικές επιδιώξεις και προσδοκίες της ιρανικής κοινωνίας! Αυτές οι διαφοροποιήσεις δείχνουν ότι η Ένωση παραμένει κατακερματισμένη και χωρίς ενιαία στρατηγική με περίοπτη θέση στο περιθώριο των εξελίξεων.

Με την κρίση να εξαπλώνεται και τη Hezbollah να εξαπολύει επιθέσεις στο έδαφος του Ισραήλ αλλά και στην Κύπρο, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται μουδιασμένοι, διχασμένοι, χωρίς συνοχή και χωρίς ουσιαστική στρατηγική αυτονομία - παρά τις επανειλημμένες σχετικές διακηρύξεις. Στην πράξη, η Ευρώπη επιχειρεί να διαχειριστεί τις συνέπειες, όπως η ενεργειακή ασφάλεια και επάρκεια, η άνοδος του κόστους του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, καθώς και ο επαναπατρισμός των Ευρωπαίων πολιτών. Τίποτε περισσότερο.

Μέσα σε όλα αυτά, η απόφαση της Ελλάδας να στείλει άμεσα στη Μεγαλόνησο τις φρεγάτες “Κίμων” και “Ψαρά” μαζί με δύο ζεύγη F-16, υπό το πρόσχημα της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά με κύριο στόχο τη στήριξη των βρετανικών δυνάμεων, αντικατοπτρίζει ξεκάθαρα την έλλειψη αυτοδύναμης ευρωπαϊκής πολιτικής. Αντί για μια στρατηγική επιλογή που θα ενίσχυε τη θέση της χώρας μας στο ευρωπαϊκό και περιφερειακό πλαίσιο, πολύ φοβάμαι, η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να περιορίζεται σε κινήσεις συμπληρωματικές προς τις αποφάσεις τρίτων, χωρίς σαφή τεκμηρίωση στρατηγικού οφέλους ή ενσωμάτωση σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή ή περιφερειακή πολιτική. Το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο η Ελλάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει την κρίση προωθώντας μια πιο ενιαία ευρωπαϊκή αμυντική στάση, αντί να περιορίζεται σε διμερείς ή συμμαχικές δράσεις. Μόλις χθες, άλλωστε, συζητούσαμε για την ανάγκη επίδειξης γεωπολιτικής διορατικότητας...

 

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Ιράν υπό πίεση, Τουρκία υπό απειλή


Καθώς οι επιχειρήσεις ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του ιρανικού καθεστώτος συνεχίζονται, αξίζει να έχουμε υπόψη ότι η χώρα που ανησυχεί περισσότερο από τις τρέχουσες εξελίξεις είναι η Τουρκία. Μια ενδεχόμενη αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν θα μπορούσε να διαταράξει την εύθραυστη περιφερειακή ισορροπία ισχύος, η οποία σήμερα επιτρέπει στην Άγκυρα να ελίσσεται ανάμεσα σε ανταγωνιστικά μπλοκ.

Για τη γειτονική μας χώρα, το σημερινό ιρανικό καθεστώς αποτελεί έναν προβλέψιμο - αν και ανταγωνιστικό - παράγοντα, με τον οποίο έχει μάθει να συνυπάρχει στη Συρία, το Ιράκ και τον Καύκασο. Μια ενδεχόμενη φιλοδυτική στροφή της Τεχεράνης θα μείωνε δραστικά τη γεωπολιτική αξία της Άγκυρας για τη Δύση (ή έναντι αυτής), περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών και τη διαπραγματευτική της ισχύ. Παράλληλα, ακόμα και μια περιορισμένη χρονικά αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να εντείνει τις ανησυχίες της για το κουρδικό στοιχείο στο εσωτερικό και στα σύνορά της, ενώ δεν αποκλείεται να προκαλέσει και νέες προσφυγικές ροές.

Επιπλέον, τα ενεργειακά και εμπορικά συμφέροντα της Τουρκίας θα εισέλθουν σε φάση αυξημένης αβεβαιότητας. Ό,τι και αν συμβεί τελικά στην Τεχεράνη, η Άγκυρα θα αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει την εξωτερική της πολιτική και να αναπροσαρμόσει τις ισορροπίες της ανάμεσα στη Δύση, τη Ρωσία και τον ευρύτερο περιφερειακό της περίγυρο.

Αυτός ο επαναπροσδιορισμός και αυτή η αναπροσαρμογή μας αφορούν άμεσα. Οφείλουμε, λοιπόν, να επιδείξουμε όχι μόνο προσοχή, αλλά και γεωπολιτική διορατικότητα και ενεργητική διπλωματία, ενισχύοντας σταθερά τον ρόλο μας ως πυλώνα σταθερότητας και αξιοπιστίας στην Ανατολική Μεσόγειο.