Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Η δική μου απάντηση στις προσβολές του Edi Rama



Αγαπητέ κύριε Πρωθυπουργέ,

Αν και θα μπορούσα να γράψω αυτό το μήνυμα στα αγγλικά ή ακόμη και στη γλώσσα σας, προκειμένου να σας διευκολύνω στην κατανόησή του, θεωρώ πρέπον να απαντήσω στις προσβολές σας στη γλώσσα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, τους οποίους - κατά δήλωσή σας, τόσο πολύ θαυμάζετε. 

Ίσως σας εκπλήξω, αλλά σε ένα σημείο θα συμφωνήσω μαζί σας. Πράγματι, οι προαναφερθέντες, όπως και πλήθος άλλων Ελλήνων, ανθρώπων του πνεύματος και του πολιτισμού - από τον Όμηρο έως τον Καστοριάδη και τον Γιανναρά - δεν αποτελούν κληρονομιά αποκλειστικά των Ελλήνων. Ανήκουν στην ανθρωπότητα στο σύνολό της και κάθε λαός έχει το δικαίωμα να τους τιμά και να τους χρησιμοποιεί ως σημεία αναφοράς.

Από αυτή την άποψη, όλοι είμαστε ωφελημένοι. Το πρόβλημα με εσάς, ωστόσο, δεν έγκειται στη χρήση αυτής της κληρονομιάς, αλλά στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείτε να την επικαλείστε: επιφανειακά και επιλεκτικά, εργαλειοποιώντας την, προκειμένου να προσδώσετε "πνεύμα", "ανωτερότητα", κύρος σε έναν λόγο που συχνά στερείται βάθους, συνέπειας και ειλικρίνειας.

Ξέρετε, ο πολιτικός λόγος και, κατ’ επέκταση, ο δημόσιος λόγος δεν κρίνεται από τις αναφορές που δανείζεται, αλλά από το ήθος που τον διαπερνά. Και ενώ εσείς επιδιώκετε να παρουσιάζετε τον εαυτό σας ως ωφελούμενο του ελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού, η ρητορική σας παραμένει προκλητική, εμπρηστική, καμωμένη από φτηνά υλικά επικοινωνιακής κατανάλωσης.

Στο τέλος-τέλος, το θράσος, η ειρωνεία, οι προσβολές, η αυταρέσκεια δεν είναι παρά η πιο θορυβώδης μορφή πνευματικής ένδειας. Κάποιος άλλος πιθανόν να σας συμβούλευε να αφήσετε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη στην ησυχία τους. Εγώ σας προτρέπω να ασχοληθείτε μαζί τους! Διαβάστε τους! Μελετήστε τους! Ίσως έτσι μάθετε κάτι.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Η Ιστορία γράφεται με αίμα και η παρακμή με αναρτήσεις


Η Ιστορία γράφεται με αίμα και η παρακμή με αναρτήσεις. Και η αλήθεια είναι ότι η νεότερη Ιστορία των ΗΠΑ έχει πράγματι γραφτεί με αίμα: από τη Χιλή, τη Γουατεμάλα, τη Νικαράγουα, τη Γρενάδα και τον Παναμά, μέχρι τη Γιουγκοσλαβία, τη Λιβύη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Βιετνάμ. Εξίσου αληθές είναι ότι η παρακμή της Ευρώπης αποκαλύπτεται ξεκάθαρα στη στάση των ηγεσιών της απέναντι σε κάθε κρίση - και αποτυπώνεται ακόμη πιο εύγλωττα στη χθεσινοβραδινή ανάρτηση στο Facebook του Έλληνα πρωθυπουργού.

Τί ακριβώς έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Έσπευσε να προσδώσει πολιτική νομιμοποίηση στις αήθεις, καταχρηστικές και παράνομες ενέργειες των ΗΠΑ απέναντι σε μια κυρίαρχη χώρα, με το πρόσχημα της διακίνησης ναρκωτικών. Στην απέλπιδα προσπάθειά του να εναρμονιστεί με τη διακυβέρνηση Τραμπ - ή, για να το πω πιο καθαρά, με μια ντροπιαστική έκφραση υποτέλειας - ο Έλληνας πρωθυπουργός επιδοκιμάζει πρακτικές που υπονομεύουν το διεθνές δίκαιο, εκθέτει για πολλοστή φορά τη χώρα μας και διακινδυνεύει τα δίκαια και τα συμφέροντα του ελληνισμού στο μέλλον, ευθυγραμμιζόμενος με επιλογές ωμής ισχύος που, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφορούν ούτε την ασφάλεια ούτε τα πραγματικά συμφέροντα της Ελλάδας, αλλά εξυπηρετούν ξένες επιδιώξεις και γεωπολιτικούς τυχοδιωκτισμούς. 

Το ζήτημα ήταν και είναι ο Νικολάς Μαδούρο; Όχι, βέβαια. Το ζήτημα ήταν και είναι η “λύτρωση” των Βενεζουελάνων από έναν στυγνό δικτάτορα; Ασφαλώς όχι. Το πραγματικό διακύβευμα είναι ο πλούτος της Βενεζουέλας και του λαού της. Θα πρέπει να είμαστε πιο υποψιασμένοι από εδώ και στο εξής. Όποιος εξακολουθεί να μιλά για “δημοκρατία” και “ανθρωπισμό” χωρίς να κατονομάζει τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από κάθε πρόθεση ή ενέργεια, είναι απλά υποκριτής. Η δε οποιαδήποτε αναφορά στο διεθνές δίκαιο - το καταλάβαμε όλοι αυτό, θέλω να πιστεύω - δεν είναι παρά ένα ρητορικό σχήμα κενού περιεχομένου, που επιστρατεύεται κατά περίπτωση. Άλλοτε για να δικαιολογήσει και άλλοτε για να αγνοηθεί επιδεικτικά, όταν στέκεται εμπόδιο στα σχέδια κάποιων ισχυρών.

Δυστυχώς, αυτή είναι η ποιότητα της εξωτερικής μας πολιτικής. Μια πολιτική που απαξιώνει την εικόνα της χώρας και υπονομεύει τις διεθνείς της σχέσεις.

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Τι πραγματικά είπε ο Ακίλα Σάλεχ για το τουρκολιβυκό μνημόνιο


Τις τελευταίες ώρες διαβάζω πλήθος αναλύσεων και σχολίων που αποτιμούν θετικά την πρόσφατη συνέντευξη του προέδρου της λιβυκής Βουλής, Ακίλα Σάλεχ, στο Λιβυκό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναφορικά με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, τις ελληνολιβυκές σχέσεις και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;

Σύμφωνα με “Το Βήμα”, ο Ακίλα Σάλεχ “αμφισβητεί τη νομική ισχύ της συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης και μιλά για νέο πλαίσιο διαπραγματεύσεων στην Ανατολική Μεσόγειο”. Η διατύπωση αυτή εύλογα δημιούργησε την εντύπωση ότι ο Λίβυος αξιωματούχος αποδίδει στην ελληνική προσέγγιση τον χαρακτήρα μιας πιο ρεαλιστικής οδού επίλυσης. 

Ωστόσο, τα φαινόμενα - ή, για να είμαι ακριβέστερος, τα λεγόμενά του - μάλλον απατούν. Στον λόγο του Ακίλα Σάλεχ διακρίνω το γνώριμο μοτίβο της τουρκικής επιχειρηματολογίας, σε μια πιο “ευέλικτη” και διφορούμενη μορφή. Δεν πρόκειται για κάτι ασυνήθιστο στη διπλωματική πρακτική των μουσουλμάνων, με την ασάφεια να λειτουργεί συχνά ως εργαλείο πίεσης και να θεωρείται διαπραγματευτικό κεφάλαιο.

Ο Σάλεχ γνωρίζει καλά τον ρόλο του και τα όρια της επιρροής του στη λιβυκή πολιτική σκηνή. Γνωρίζει επίσης τη θέση της χώρας του στη διπλωματική σκακιέρα και τη σχετική ισχύ των βασικών παικτών στην περιοχή: της Ελλάδας, της Αιγύπτου και της Τουρκίας. 

Ποιο είναι, λοιπόν, το πραγματικό αντίκρισμα των δηλώσεών του;

Πρώτον, δεν αμφισβητούν στρατηγικά τις τουρκικές θέσεις. Αντιθέτως, κινούνται εντός του ίδιου πλαισίου, απλώς χωρίς την ευθύτητα της Άγκυρας, καθώς μια ανοιχτή ταύτιση θα οδηγούσε σε περαιτέρω διπλωματική απομόνωση. 

Δεύτερον, επιχειρούν - έστω έμμεσα - να ασκήσουν πίεση προς την ελληνική πλευρά, μεταφέροντας τη συζήτηση από το πεδίο της νομιμότητας στο πεδίο της διαπραγμάτευσης.

Τρίτον, αναδεικνύουν τη “λογική” του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου ως αντικείμενο διαλόγου και όχι ως ζήτημα που κλείνει με βάση το διεθνές δίκαιο. 

Και τέταρτον, αποφεύγουν κάθε συγκεκριμένη δέσμευση. Το υπονοούμενο είναι σαφές: “όλα βρίσκονται στο τραπέζι”.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το διαχρονικό πρόβλημα για την ελληνική διπλωματία. Η Ελλάδα προσεγγίζει τα ζητήματα πρωτίστως νομικά. Η Τουρκία - και αρκετοί περιφερειακοί δρώντες - τα προσεγγίζουν διαπραγματευτικά. Και πράττουν αναλόγως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. 

Τί μας είπε, τελικά, ο Ακίλα Σάλεχ; Όχι ότι το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο. Όχι ότι αποδέχεται την ελληνική νομική επιχειρηματολογία αλλά, τίποτε δεν θεωρείται οριστικό και ότι όλα μπορούν να επαναδιατυπωθούν μέσα από μια διαδικασία διαπραγμάτευσης στην οποία “χωρούν όλοι”.

Συμπερασματικά, ο στόχος του στρατοπέδου Χαφτάρ δεν φαίνεται να είναι η ακύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου, αλλά η έμμεση νομιμοποίησή του μέσω μιας αναδιαπραγμάτευσης των όρων του. Και αυτό καλό είναι να το γνωρίζουμε.