Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021

Η Νέα Δημοκρατία και τα βαρίδια της

Όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε ανοιχτά κι ελεύθερα, η μεγάλη δημοκρατική παράταξη που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν έχει πλέον καμία σχέση με την δημοκρατία και τον φιλελευθερισμό καθώς, βρίθει φασιστών, οπορτουνιστών και λοιπών – ιστών που με τα λόγια και τα έργα τους κυρίως όμως με τι ιδέες τους, αλλοιώνουν τον χαρακτήρα της κι απαξιώνουν τις αξίες που πρεσβεύει.
 
Η Νέα Δημοκρατία που γνώριζα και γνωρίζω, δεν είχε ποτέ ανάγκη από βαρίδια να αμαυρώνουν την ιστορία της και τον πολιτικό πολιτισμό της. Να ξεκινήσουμε από τις «ομάδες κρούσης» των «θερμόαιμων» και τους δολοφόνους του Τεμπονέρα - τις δεκαετίες του 80 και του 90, για να καταλήξουμε στο σήμερα με τους Βορίδηδες, τους Γεωργιάδηδες, τους Πλεύρηδες και τους λοιπούς… μαύρους. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών: ο μητσοτακισμός. Ο μητσοτακισμός που έτρεφε και τρέφει μίσος για όλους τους έλληνες αλλά, πολύ περισσότερο, για τα ίδια τα μέλη και τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας!
 
Αυτά για την Ιστορία. Όμως, μέσα από αυτή την ιστορία ξεπετάχτηκαν τα άνθη του κακού. Μπόγδανοι, Κυρανάκηδες και λοιποί – μακρά είναι η λίστα… 
 
Διαβάζοντας τα δεκάδες μηνύματα «συμπαράστασης» προς τον Μπογδάνο μου έκανε εντύπωση ένα συγκεκριμένο! Σημείωνε ο συντάκτης του - μεταξύ άλλων, απευθυνόμενος στον Νίκο Δένδια - ότι ο Μπογδάνος αντιπροσωπεύει τον μέσο ψηφοφόρο της Νέας Δημοκρατίας και πραγματικά προβληματίστηκα… ο μέσος ψηφοφόρος της Νέας Δημοκρατίας ταυτίζεται με αυτή τη καρικατούρα… «πολιτικού ανδρός»; Αυτές τις απόψεις έχει; Αν ναι, τότε το πρόβλημα δημοκρατίας στην χώρα μας είναι πολύ πιο σοβαρό απ’ όσο μπορούμε να υποθέτουμε!
 
Τούτο δεν σημαίνει πως τα άλλα κόμματα, ως συντεταγμένοι σχηματισμοί, είναι άμοιρα ευθυνών για τα στελέχη, τα μέλη και τους ψηφοφόρους τους. Το διακύβευμα είναι εξαιρετικά σημαντικό, αν αναλογιστεί κανείς πόσο προσωρινοί είμαστε και πως ό,τι κάνουμε σήμερα θα πέσει στις πλάτες των επόμενων.
 
Αγαπητοί φίλοι της Νέας Δημοκρατίας, αυτή είναι η «δημοκρατική» παρακαταθήκη που θα αφήσετε στα παιδιά σας; Αγαπητοί φίλοι που ασχολείστε με την πολιτική, οποιαδήποτε κομματική συμμετοχή ή τοποθέτηση κι αν έχετε, έτσι αντιλαμβάνεστε την δημοκρατία; 
 
Εν πάση περιπτώσει, το ξέσπασμα του Νίκου Δένδια στην Βουλή μετά τα όσα εκστόμισε ο Μπογδάνος, έχει την αξία του. Η διαγραφή του Μπογδάνου όμως από την κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει κανένα απολύτως πρακτικό κι ωφέλιμο αντίκρισμα αφού θα εξακολουθήσει να κρατά την έδρα – έδρα που ανήκει στη Νέα Δημοκρατία και όχι στον ίδιο - και να απολαμβάνει καταχρηστικά των βουλευτικών του προνομίων, δεδομένης της πολιτικής του τοποθέτησης η οποία απέχει έτη φωτός από τα δημοκρατικά ήθη της χώρας και του λαού μας, όσο κι αν έχει πρόθυμους τριγύρω του να τον στηρίζουν και να τον χειροκροτούν.
 
Η διαγραφή του από τον Πρωθυπουργό και Αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν παρά μία κίνηση, ώστε να κρατηθούν τα όποια προσχήματα. Κοντός ψαλμός αλληλούια. Πλησιάζουν οι εσωκομματικές εκλογές. Εκεί θα φανούν οι πραγματικοί δημοκράτες.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2021

Η απόφαση της UNESCO για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα

γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

 


Το ζήτημα της Επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα ήταν ένα από τα κύρια θέματα στην ημερήσια διάταξη της 22ης Συνόδου της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την Επιστροφή των Πολιτιστικών Αγαθών στις Xώρες Προέλευσης.

Η Επιτροπή για πρώτη φορά φέτος, πέραν της σύστασης, την οποία μονίμως υιοθετεί για το θέμα, ψήφισε ομόφωνα ένα επιπλέον κείμενο που είναι απόφαση (Decision 22 COM 17), αποκλειστικά στοχευμένη στο ζήτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Η Επιτροπή καλεί το Ηνωμένο Βασίλειο να αναθεωρήσει την στάση του και να συνομιλήσει με την Ελλάδα, αναγνωρίζοντας ότι το θέμα έχει διακυβερνητικό χαρακτήρα -σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει η βρετανική πλευρά ότι η υπόθεση αφορά στο Βρετανικό Μουσείο- και κυρίως ότι η Ελλάδα διεκδικεί δικαίως και νομίμως την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Επί της ουσίας, η UNESCO δεν έχει δυνατότητες να επιβάλλει την απόφαση της στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ωστόσο, η απόφαση αυτή αποτελεί έναν πολλαπλασιαστή των ηθικών πιέσεων που ασκούνται στο Λονδίνο για το θέμα και αυτό αποτελεί θετική εξέλιξη.

Παρά τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Βρετανία, έχει κατορθώσει να ισχυροποιήσει την γεωστρατηγική της παρουσία και σημασία σε παγκόσμιο επίπεδο, κυρίως μέσα από την συμμετοχή της στην συμμαχία AUKUS. Επομένως πιέσεις σε αυτό το επίπεδο δεν μπορεί να ασκηθούν.

Η απόφαση της UNESCO καλεί σε διάλογο τις δύο χώρες. Το Λονδίνο δεν έχει κανέναν λόγο να μπει σε αυτή την διαδικασία και παραπέμπει τον διάλογο σε επίπεδο μουσείων, του Βρετανικού και της Ακρόπολης. Αλλά και ο οποιοσδήποτε διάλογος, δεν είναι εύκολη υπόθεση, κυρίως για την Αθήνα. Γιατί δυνητικά, μπορεί να καταλήξει σε αποφάσεις που θα έχουν μεγάλο πολιτικό κόστος για οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση.

Παρά το ότι η απόφαση συντελεί στην αύξηση των ηθικών πιέσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο, το πρόβλημα θα εξακολουθήσει να βρίσκεται καθηλωμένο στα σημερινά του πλαίσια.

Τα πλαίσια αυτά αναλύονται σε μια σχετική ανάρτηση της 31ης Ιουλίου, την οποία και αναπαράγουμε.

Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα: Γεωπολιτισμικές και γεωπολιτικές πτυχές

Σαν χθες, τον Ιούλιο του 1982 η Ελλάδα έθεσε το θέμα της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Η Μελίνα Μερκούρη μιλώντας στην Διάσκεψη των υπουργών Πολιτισμού της UNESCO στο Μεξικό, έθεσε το ελληνικό αίτημα και διευκρίνισε ενώπιον της διεθνούς κοινής γνώμης ότι δεν υπάρχουν Ελγίνεια Μάρμαρα, υπάρχουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα.

Η κλοπή των Μαρμάρων του Παρθενώνα εντάσσεται στις αποικιοκρατικές πρακτικές των Μεγάλων Δυνάμεων του 19ου αιώνα. Μέχρι σήμερα η διαμάχη Ελλάδας-Βρετανίας για τον επαναπατρισμό των Μαρμάρων, συνεχίζεται.

Η διαμάχη επαναπατρισμού-διατήρησης είναι μία πολυδιάστατη διαδικασία. Σε ιδεολογικό επίπεδο εμπλέκεται με την σύγκρουση παγκοσμιοποίησης-εθνικού κράτους, κοσμοπολιτισμού-εθνικισμού και πολιτιστικού ιμπεριαλισμού-πολιτιστικής πολυμορφίας. Ταυτόχρονα, είναι και μία γεωπολιτική διαμάχη, γιατί τα θέματα πολιτισμού σχετίζονται με την ήπια ισχύ κάθε χώρας.

Η διαμάχη μεταξύ Ελλάδας και Βρετανίας αφορά διαφορές κρατών και όχι θεσμών όπως το Βρετανικό Μουσείο, το Μουσείο της Ακρόπολης κλπ για τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Θα πρέπει σήμερα, να γίνεται κατανοητή μέσα στα νέα πλαίσια γεωπολιτικών συσχετισμών που προέκυψαν μετά το Brexit, την πολιτική που θα ακολουθήσει η ΕΕ με επικεφαλής την Γαλλία και την Γερμανία για να αποτινάξει το αποικιοκρατικό παρελθόν της, τις μελλοντικές σχέσεις της ΕΕ με την Βρετανία, τον ρόλο που θέλει να παίξει η Βρετανία στην Ανατολική Μεσόγειο κλπ.

Η υπόθεση των Μαρμάρων του Παρθενώνα, έχει μία ιστορική, μία γεωπολιτισμική και μία γεωπολιτική συνιστώσα. Πρόκειται για ένα εθνικό θέμα το οποίο χρειάζεται ειδική-και όχι γραφειοκρατική-παρακολούθηση.

Μέρος Πρώτο: Η γεωπολιτισμική διάσταση

Τον Νοέμβριο 2017, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν ταξίδευσε στην Αφρική σε μία προσπάθεια να προωθήσει την οικονομική και κοινωνική συνεργασία της χώρας του, με διάφορες χώρες της ηπείρου.

Κατά την διάρκεια της ομιλίας του στο πανεπιστήμιο του Ouagadougou στην Μπουρκίνα Φάσο, επισήμανε την έλλειψη «κοινής φαντασίας» που απαιτείται για να προχωρήσουν τα πράγματα και συνέδεσε αυτή την έλλειψη, εν μέρει, στις αδικίες της αποικιοκρατίας στο παρελθόν. Διακήρυξε ότι την επόμενη πενταετία θα διαμορφωθούν οι συνθήκες για την μόνιμη επαναφορά της αφρικανικής κληρονομιάς στην Αφρική.

Τον Μάϊο 2018, η Γερμανίδα υπουργός Πολιτισμού Μόνικα Γκρούττερς έδωσε στην δημοσιότητα έναν οδηγό με κατευθύνσεις για την διαχείριση έργων τέχνης που προέρχονταν από την αποικιοκρατική περίοδο. Αυτό σηματοδότησε άλλο ένα βήμα στην προσπάθεια της γερμανικής κυβέρνησης να διαμορφώσει μία νέα πολιτική, η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το αποικιακό παρελθόν της χώρας.

Τον Νοέμβριο 2018, η ομάδα που είχε δημιουργήσει ο Εμανουέλ Μακρόν υπεδείκνυε ότι τα γαλλικά μουσεία θα πρέπει να επιστρέψουν στην Αφρική χιλιάδες αρχαιολογικά ευρήματα και έργα τέχνης, τα οποία είχαν καταλήξει στην Γαλλία την εποχή της αποικιοκρατίας. Ο Γάλλος πρόεδρος υιοθέτησε τα πορίσματα της έκθεσης και συμφώνησε να επιστραφούν 26 έργα τέχνης στο Μπενίν.

Α1) Ο ρόλος των μουσείων

Τα περισσότερα από τα μεγάλα μουσεία του κόσμου ιδρύθηκαν τον 18ο και τον 19ο αιώνα, συλλέγοντας έργα τέχνης και αρχαιότητες που θα μπορούσαν να προσφέρουν μία κατανοητή γνώση του κόσμου. Στην σύγχρονη εποχή και με δεδομένο το τέλος της αποικιοκρατίας, υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν ότι ο ρόλος των μουσείων δεν είναι πλέον σαφής και οπωσδήποτε, διαφέρει από αυτόν των προηγούμενων αιώνων.

Τα μουσεία βρίσκονται στο μέσον μίας διαμάχης για το ποια θα πρέπει να είναι η προτεραιότητα. Από την μία πλευρά, υπάρχουν οι αρχές της παγκόσμιας κατανόησης και της επιστημονικής έρευνας, όπου διάφορα αντικείμενα τέχνης και αρχαιότητες συνυπάρχουν για να αφηγηθούν όχι μόνο μία τοπική ή εθνική ιστορία, αλλά όλη την ιστορία, όλη την γνώση, όλη την ανθρώπινη έκφραση. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η άποψη ότι η μετακίνηση ενός έργου από το αρχικό πολιτιστικό του περιβάλλον, συνοδεύεται και από απώλεια του περιεχομένου του.

Το Βρετανικό Μουσείο, μαζί με τα άλλα μεγάλα μουσεία, θεωρούν ότι υπάρχουν για να προωθούν την παγκόσμια κατανόηση της κοινής ανθρώπινης ιστορίας και αυτό απαιτεί την ακέραιη διατήρηση των υπαρχουσών συλλογών τους. Αυτά τα εγκυκλοπαιδικού τύπου μουσεία, θεωρούν ότι υπερβαίνουν τα εθνικά και πολιτιστικά σύνορα και ότι ο πολιτισμός, παρά το ότι έχει βαθιές ρίζες και ειδική σημασία για κάποιους λαούς, δεν ανήκει σε κανέναν, αν ειδωθεί μέσα από το πρίσμα της ανθρωπότητας.

Οι αντίπαλοι αυτής της κοσμοπολίτικης αντίληψης υποστηρίζουν ότι τα έργα τέχνης και οι αρχαιότητες δεν πρέπει να στεγάζονται στα μουσεία της Δύσης, γιατί αυτά τα παγκόσμιας κλάσης μουσεία δημιουργήθηκαν στην Βόρεια Ευρώπη και στην Βόρεια Αμερική, ως αποτελέσματα της περιόδου της αποικιοκρατίας.

Α2) Επιχειρήματα για τον επαναπατρισμό

Οι υπερασπιστές του επαναπατρισμού των έργων τέχνης και των αρχαιοτήτων, θεωρούν ότι αυτός συμβάλλει ως μία μορφή αποζημίωσης για τα λάθη του αποικιακού παρελθόντος, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει την διπλωματία μεταξύ χωρών και λαών. Θεωρούν επίσης, ότι αυτά τα έργα μπορεί να κατανοηθούν και να εκτιμηθούν καλύτερα μέσα στο πλαίσιο του τόπου που δημιουργήθηκαν, αφού κάθε χώρα έχει το δικαίωμα στην πολιτιστική της κληρονομιά, η οποία με την σειρά της αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής της ταυτότητας.

Υπάρχουν και μουσεία τα οποία θεωρούν ότι ο επαναπατρισμός μπορεί να συμβολίσει την ανθρωπότητα, διαμορφώνοντας σχέσεις με τις επιμέρους κοινωνίες και διορθώνοντας λάθη του παρελθόντος.

Στην συζήτηση αυτή θα πρέπει να προστεθεί και ο παράγοντας, ότι πολλά έργα έχουν αμφίβολες και ηθικά περίπλοκες ιστορίες προέλευσης. Μ την έννοια αυτή, τα μουσεία της Δύσης που συνεχίζουν να επωφελούνται από αυτά και κατά συνέπεια, να δικαιολογούν την αποικιοκρατική τους προέλευση, εξακολουθούν να συντηρούν όψεις του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού.

Ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός εξακολουθεί να αναπτύσσεται στις κοινωνίες της Δύσης, αλλά με διαφορετικούς τρόπους από ότι στο παρελθόν. Παράλληλα, χώρες οι οποίες δεν διατηρούν πλέον την ίδια θέση που διατηρούσαν στο παρελθόν μέσα στην αλυσίδα ισχύος της Δύσης, εξακολουθούν να εμφανίζουν στοιχεία «πολιτιστικής υπεροχής», θεωρώντας ότι τα έργα διατηρούντα καλύτερα, ή είναι πιο ασφαλή, ή έχουν μεγαλύτερη επισκεψιμότητα κλπ στις ίδιες, παρά στις χώρες προέλευσης τους.

Α3) Επιχειρήματα για την διατήρηση

Οι υποστηρικτές της διατήρησης των έργων στα παγκόσμια(εγκυκλοπαιδικά) μουσεία, θεωρούν ότι ο πολιτισμός είναι παγκόσμιος και τα μουσεία της Δύσης εκφράζουν αυτή την παγκοσμιότητα.

Θεωρούν ότι η παράθεση έργων μίας εποχής και ενός πολιτισμού, δίπλα σε έργα μίας άλλης εποχής και πολιτισμού, είναι η βάση της εγκυκλοπαιδικότητας αυτών των μουσείων και δίνει στους επισκέπτες μία καλύτερη εικόνα της πολυπλοκότητας της ανθρωπότητας και των πολιτισμών της.

Οι οπαδοί της διατήρησης, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, πιστεύουν σε έναν μεταμοντέρνο και μεταεθνικιστικό κόσμο στον οποίον προωθείται η διαφορετικότητα των πολιτιστικών στοιχείων που μπορεί να υπάρχουν ή να δημιουργηθούν στον καθέναν. Με την έννοια αυτή, τα Μάρμαρα του Παρθενώνα είναι τόσο ελληνικά, όσο είναι και βρετανικά.

Για κάποιους, τα επιχειρήματα περί επαναπατρισμού αντιτίθενται σε μία παγκόσμια κατανόηση του πολιτισμού και αποτελούν μία ένδειξη ότι, η πολιτικοποίηση του πολιτισμού και της τέχνης, οδηγεί σε μία διχαστική πολιτική ταυτοτήτων, σύμφωνα με την οποία, κάποιοι λαοί έχουν μία ειδική σχέση με κάποια συγκεκριμένα αντικείμενα, η οποία οφείλεται στην εθνική τους ταυτότητα.

Η παγκοσμιοποίηση περιέπλεξε τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών. Υπάρχουν αυτοί που πίστευαν ότι η παγκοσμιοποίηση ως φαινόμενο συναφές με την μεταμοντερνικότητα, θα βοηθούσε στην εξάπλωση του μεταεθνικισμού, του κοσμοπολιτισμού κλπ. Υπάρχουν όμως και αυτοί, οι οποίοι θεωρούν ότι η παγκοσμιοποίηση δεν απάλυνε, αλλά διεύρυνε τις πολιτιστικές διαφορές μεταξύ διαφόρων κρατών, όπως γίνεται αντιληπτό από το πώς λειτουργούν διάφορες κυβερνήσεις που επιζητούν να εκμεταλλευτούν τον πολιτισμό για τους δικούς τους σκοπούς.

Οι υποστηρικτές της διατήρησης θέτουν και ζητήματα ιστορίας και συνέχειας των σύγχρονων λαών. Οι ερμηνείες που δίνουν οι σύγχρονοι λαοί, σε σχέση με την ιστορική τους πορεία και τα όρια της επικράτειας τους, σε σχέση με το παρελθόν, δεν γίνονται αποδεκτά από όλους. Ένα σχετικό επιχείρημα για τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, θεωρεί ότι η σύγχρονη Ελλάδα είναι πολύ διαφορετική από την Ελλάδα του 19ου αιώνα και τελείως διαφορετική από την αρχαία Ελλάδα, επομένως που θα πρέπει να επιστραφούν τα Μάρμαρα;

Για τα Μάρμαρα του Παρθενώνα υπήρξαν παλιές και σύγχρονες διαμάχες. Οι πιο παλιές αφορούσαν τις διαμάχες στην Αγγλία, κυρίως την περίοδο του 19ου αιώνα για την νομιμότητα απόκτησης των μαρμάρων. Οι σύγχρονες διαμάχες επικεντρώνονται κυρίως γύρω από την Ελλάδα και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται, ή και χρησιμοποιήθηκαν σχετικά με τον επαναπατρισμό τους.

Μέρος Δεύτερο: Η σύγχρονη πολιτική αντιπαράθεση

Οι Συνθήκες της Χάγης το 1954 και της ΟΥΝΕΣΚΟ το 1970, ορίζουν το διεθνές πλαίσιο. Η δημιουργία το 1978 της ICOM από την ΟΥΝΕΣΚΟ, δημιούργησε ένα διεθνές όργανο το οποίο το 1982 αποφάνθηκε ότι η Βρετανία έπρεπε να επαναπατρίσει τα Μάρμαρα. Η ICOM προσφέρθηκε να διευκολύνει τις επαφές μεταξύ ελληνικής και βρετανικής πλευράς, αλλά το Λονδίνο αρνήθηκε αυτή την διαμεσολάβηση.

Στον βαθμό που η ICOM δεν έχει την δυνατότητα να επιβάλλει σε ένα κράτος τις απόψεις της, παύει να έχει ιδιαίτερη σημασία ως αποφασιστικό όργανο.

Το μόνο όργανο που έχει την δυνατότητα να επιβάλλει στο Βρετανικό Μουσείο τον επαναπατρισμό των Μαρμάρων, είναι το Βρετανικό Κοινοβούλιο. Στον βαθμό που έχει μέχρι σήμερα αρνηθεί να το κάνει σε πολιτικό επίπεδο, είναι αμφίβολο αν θα το κάνει και στο μέλλον.

Β1) Η ηθική παράμετρος

Εδώ υπάρχουν δύο θέματα προς εξέταση.

Το πρώτο αφορά τον όρο «πολιτιστική περιουσία/πολιτιστικά αγαθά», σε ότι αφορά το θέμα του επαναπατρισμού. Το δεύτερο αφορά τα ηθικά θέματα, τα οποία λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν από τα μουσεία σε παγκόσμια κλίμακα. Στον χώρο των μουσείων, οι ηθικές απαιτήσεις είναι ακόμα πιο υψηλές και από τις νομικές απαιτήσεις και αντανακλούν την ακεραιότητα και τον χαρακτήρα των μουσείων.

Ακόμα και να μπορούσε το Βρετανικό Μουσείο να αποδείξει την νομιμότητα των πράξεων του Έλγιν, η συμπεριφορά του δεν συμβαδίζει με τα σύγχρονα ηθικά πρότυπα. Στον βαθμό που η νομική διαμάχη για τα Μάρμαρα είναι σήμερα αδιέξοδη, τα ηθικά πρότυπα δημιουργούν ένα παράθυρο τρωτότητας για το Βρετανικό Μουσείο.

Οι εκκλήσεις που γίνονται για άρση της British Museum Act 1963 από το Βρετανικό Κοινοβούλιο, λειτουργούν και αυτές μέσα στα πλαίσια των ηθικών παραμέτρων του προβλήματος.

Η Βρετανία μετά το Brexit θεωρεί ότι γίνεται αυτόνομος παίκτης στο διεθνές σύστημα. Επομένως, θα πρέπει να επιβεβαιώνει συνεχώς την ισχύ της, δηλαδή το γεωπολιτικό της βάρος. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει πολλά περιθώρια υποχωρήσεων και μάλιστα σε θέματα στα οποία έχει το επάνω χέρι.

Επομένως, η ηθική πίεση έρχεται σε αντιπαράθεση με την γεωπολιτική εικόνα που θέλει να εκπέμψει, επομένως δεν αναμένεται να έχει περιθώρια επιτυχίας, τουλάχιστον στην παρούσα φάση.

Β2) Οι πιθανές λύσεις

Υπάρχουν πιθανές λύσεις, αλλά αυτές προϋποθέτουν συνεργασία μεταξύ Βρετανίας και Ελλάδας. Το πολιτικό ερώτημα που τίθεται, είναι γιατί να συνεργαστεί το Λονδίνο με την Αθήνα. Αυτή η συνεργασία θα πρέπει να έχει και άλλα επίδικα που να ενδιαφέρουν πρωτίστως το Λονδίνο.

Η Αθήνα μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί κάποιο θέμα ιδιαίτερης σημασίας για το Λονδίνο. Η ιδεολογική προσέγγιση, δεν αποδείχτηκε μέχρι τώρα αποτελεσματική. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Τζέρεμι Κόρμπιν, περί επαναπατρισμού σε περίπτωση νίκης του στις εκλογές, δεν μπόρεσαν να επαληθευτούν στην πράξη. Είχε προλάβει ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου Χάρτβιγκ Φίσερ να απαξιώσει αυτό το ενδεχόμενο, επισημαίνοντας ότι είναι μία προσωπική άποψη, η οποία αποκλίνει από αυτήν του μουσείου.

Επίσης, η μέθοδος των απειλών, δεν έχει λειτουργήσει. Η Αθήνα έχει απειλήσει να μηνύσει το Βρετανικό Μουσείο, αλλά είναι προφανές ότι ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα είχε καμία τύχη στα βρετανικά δικαστήρια.

Η λύση που συζητείται το τελευταίο διάστημα, είναι ο δανεισμός των Μαρμάρων, είτε για ένα χρονικό διάστημα, είτε συνεχώς. Πρόκειται για λύση που προσκρούει σε ένα βασικό προαπαιτούμενο-η Αθήνα θα πρέπει να αναγνωρίσει την ιδιοκτησία των Μαρμάρων στο Βρετανικό Μουσείο. Το θέμα θα δημιουργήσει τριβές εσωτερικά γιατί θα ήταν δύσκολο να δεχτεί μία ελληνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει ιδιοκτησία στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ και για την Βρετανία θα ήταν δύσκολο να περάσει στην κοινή γνώμη, παρά μόνο αν αφορούσε βραχυχρόνιο δανεισμό.

Η πρόταση να δανείσει και η Ελλάδα έργα τέχνης στο Βρετανικό Μουσείο, για όσον καιρό τα Μάρμαρα θα βρίσκονταν στην Αθήνα δεν έγινε δεκτή, αφού η προϋπόθεση της αναγνώρισης της ιδιοκτησίας αποτελούσε αναγκαία συνθήκη και για αυτή την ανταλλαγή. Πρόκειται για μία ίδια στρατηγική με αυτή που ακολούθησε η Ιταλία το 2006, για ανταλλαγή με το New York Metropolitan Museum.

Κάποιες τελευταίες νομικές ερμηνείες, επισημαίνουν ότι το θέμα της ιδιοκτησίας των Μαρμάρων ισχύει μόνο στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ σε διεθνές επίπεδο, το θέμα παρουσιάζει περιπλοκές. Εδώ δημιουργούνται δύο τάσεις. Η μία θεωρεί ότι το θέμα της ιδιοκτησίας θα πρέπει να τεθεί στο περιθώριο, ενώ η άλλη θεωρεί ότι αφού δεν εξασφαλίζεται το θέμα της ιδιοκτησίας, τότε η όλη υπόθεση δεν πρέπει να προχωρήσει.

Στο βαθμό που η απλή ανταλλαγή δεν προχωράει, εμφανίζονται και άλλες λύσεις. Μία από αυτές είναι η υιοθέτηση από την Ελλάδα ενός νόμου αντι-ιδιοποίησης που θα προηγηθεί του δανεισμού. Αυτός ο νόμος θα πρέπει να εμποδίζει τον οποιονδήποτε, περιλαμβανομένου και του ελληνικού κράτους, να κατάσχει ή να ιδιοποιηθεί τα Μάρμαρα κατά την διάρκεια του δανεισμού τους. Το Ηνωμένο Βασίλειο πέρασε έναν τέτοιο νόμο το 2007, κατά την διάρκεια δανεισμού έργων τέχνης από την Ρωσία στο Somerset House. Η Ελλάδα θα μπορούσε να υιοθετήσει έναν ανάλογο νόμο, αλλά είναι βέβαιο ότι αυτό θα δημιουργούσε μεγάλα πολιτικά προβλήματα.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν συνέδεσαν το θέμα του επαναπατρισμού με το Brexit και τις διαπραγματεύσεις, ενώ το ίδιο έγινε και από την πλευρά της ΕΕ. Αν και υπήρξαν πληροφορίες τον Φεβρουάριο 2020 ότι οι Βρυξέλλες θα περιλάμβαναν το θέμα στην διαπραγμάτευση για το Brexit (υπήρξε μία παράγραφος που εισήλθε στο κείμενο της διαπραγμάτευσης με την στήριξη της Ιταλίας, αλλά δεν καλύπτει το ελληνικό αίτημα γιατί αναφέρεται σε κλεμμένες αρχαιότητες και το Λονδίνο δεν αντιμετωπίζει τα Μάρμαρα ως τέτοια ) εν τούτοις, η ΕΕ δεν υπήρχε περίπτωση να διακινδυνεύσει μία συμφωνία με την Βρετανία, για μία υπόθεση που συνέβη πριν από 200 χρόνια. Επίσης, παρά την θετική του προδιάθεση (διακήρυξη του 1999 κλπ), το Ευρωκοινοβούλιο δεν αποτελεί ισχυρό θεσμό ο οποίος θα μπορούσε να επηρεάσει την βρετανική κυβέρνηση. Επομένως, σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπήρχε και δεν υπάρχει κάποιος μοχλός πίεσης προς το Λονδίνο.

Το θέμα παραμένει αυστηρά διμερές, μεταξύ δύο κρατών και όχι μεταξύ δύο μουσείων, ή δύο αφηγημάτων. Επίσης, δεν αποτελεί ευρωπαϊκό θέμα, αφού οι ελληνικές κυβερνήσεις απέφυγαν να το μετατρέψουν σε τέτοιο.

Με τα δεδομένα αυτά, οι λύσεις που υπάρχουν είναι.

Πρώτον, να δεχτεί η ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει μία διαδικασία ανταλλαγής με το Βρετανικό Μουσείο, αφού πρώτα αναγνωρίσει την ιδιοκτησία των Μαρμάρων από το Βρετανικό Μουσείο. Και αυτή η λύση θα έχει μεγάλο εσωτερικό πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση.

Δεύτερον, να ψηφίσει η κυβέρνηση έναν νόμο «αντι-ιδιοποίησης», παρόμοιο με τον βρετανικό νόμο του 2007. Και αυτή η λύση θα έχει εσωτερικό πολιτικό κόστος, εκτιμάται όμως ότι μπορεί να είναι μικρότερο.

Τρίτον, η λύση της απλής ανταλλαγής δεν εξετάζεται σήμερα από βρετανικής πλευράς. Ωστόσο, προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να ασκηθούν μεγαλύτερες πιέσεις.

Τέταρτον, η επιστροφή των Μαρμάρων(μέσα από ηθικές πιέσεις κλπ) δεν εξετάζεται από βρετανικής πλευράς. Επομένως, δεν υπάρχει σημείο σύγκλισης. Αυτή θα ήταν η βέλτιστη λύση και οι πιέσεις θα πρέπει να συνεχιστούν και προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Ελλάδα θα πρέπει να ασκεί πίεση προς την Βρετανία, σταθερά και να εκμεταλλευτεί την διεθνή συγκυρία. Για να το επιτύχει αυτό θα πρέπει να δημιουργήσει την κατάλληλη υποδομή-το υπουργείο Πολιτισμού δεν αρκεί-να υλοποιήσει τις κατάλληλες καμπάνιες και να έχει σε μόνιμη εγρήγορση τον ελληνισμό της διασποράς.

Πρόκειται για ένα εθνικό θέμα.

 

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021

Η Συμφωνία με την Γαλλία και οι προεκτάσεις της

 γράφει ο Βαγγέλης Χωραφάς

 

Η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας για την εγκαθίδρυση στρατηγικής εταιρικής σχέσης για την συνεργασία στην άμυνα και την ασφάλεια, αποτελεί μια επιτυχία για την Ελλάδα. Και για την Γαλλία, αλλά για διαφορετικούς λόγους.

Σε γεωπολιτικό επίπεδο, τα πάντα καθορίζονται από τον χώρο που αφήνει η αμερικανική απόσυρση στην Γαλλία για πρωτοβουλίες στην Μεσόγειο. Από την πλευρά της Ουάσιγκτον, δεν υπήρχε η πιθανότητα να αφεθεί η Τουρκία να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή, ανατρέποντας δεδομένες ισορροπίες. Τα πλαίσια αυτών των κινήσεων, έχουν καθοριστεί σε πρώτη φάση, από την «συμφωνία» Μπάιντεν-Μακρόν, μετά την τηλεφωνική τους συνομιλία, απότοκο των εξελίξεων της δημιουργίας της συμμαχίας AUKUS. Η Ουάσιγκτον πρώτον, αναγνώρισε την στρατηγική σημασία της εμπλοκής της Γαλλίας και της ΕΕ στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Δεύτερον, αναγνώρισε την σημασία μιας πιο ισχυρής και ικανής ευρωπαϊκής άμυνας, που μπορεί να συμβάλλει στην διατλαντική και παγκόσμια ασφάλεια και θα είναι συμπληρωματική του ΝΑΤΟ. Τρίτον, δεσμεύτηκε ότι οι ΗΠΑ θα υποστηρίξουν τις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις που διεξάγονται από τους Ευρωπαίους στην περιοχή του Σαχέλ.

Αυτές οι εξελίξεις διαμόρφωσαν τον κατάλληλο χώρο για την σύναψη μιας διμερούς αμυντικής συμφωνίας Ελλάδας-Γαλλίας που θα κινείται μέσα στα πλαίσια αυτά και θα τα ενισχύει. Με τα δεδομένα αυτά διαμορφώθηκε η ελληνογαλλική συμφωνία στην οποία περιλαμβάνεται και η αγορά 3+1 φρεγατών Belh@rra, ενώ ανοικτό παρέμεινε το θέμα της ναυπήγησης νέων κορβετών. Η συμφωνία Ελλάδας-Γαλλίας δημιουργεί νέα δεδομένα.

Η ελληνική αποτροπή

Η συμφωνία ενισχύει την ελληνική αποτροπή, λειτουργώντας ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Ταυτόχρονα αναβαθμίζει την γεωστρατηγική σημασία της χώρας. Για να λειτουργήσουν όμως αυτοί οι παράγοντες, θα πρέπει η ίδια η ελληνική αποτροπή να αναβαθμιστεί και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Και αυτό είναι μια καθαρά πολιτική απόφαση.

Το δίδυμο με τη Γαλλία

Η συμφωνία δημιουργεί ένα δίδυμο χωρών, ταυτόχρονα σε ΝΑΤΟ και ΕΕ. Ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ένα αντίστοιχο δίδυμο και στους δύο οργανισμούς σε θέματα άμυνας και ασφάλειας-η αμυντική συμφωνία Γαλλίας-Κύπρου δεν αφορά το ΝΑΤΟ. Το πώς θα λειτουργήσει αυτή η νέα κατάσταση, θα φανεί στο επόμενο διάστημα. Η Γαλλία ως ισχυρή δύναμη στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, με δύο διμερείς αμυντικές συμφωνίες με την Ελλάδα και την Κύπρο, εμφανίζεται στην Μεσόγειο με ανεβασμένους όρους και με την δυνατότητα ευελιξίας στην ανάληψη πρωτοβουλιών.

Το Άρθρο 42(7) της Συνθήκης της ΕΕ

Το άρθρο 42(7) της Συνθήκης της ΕΕ, η επονομαζόμενη «ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής» δίνει την δυνατότητα στις χώρες μέλη της ΕΕ να συνδράμουν μια χώρα της Ένωσης που δέχεται επίθεση από τρίτη δύναμη. Η ενεργοποίηση του άρθρου 42(7) από την Γαλλία, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του Νοεμβρίου 2015, ήταν απογοητευτική. Οι διμερείς συνομιλίες που ακολούθησαν με τις άλλες χώρες της ΕΕ, άρχισαν να έχουν αποτέλεσμα μετά τις 2 Δεκεμβρίου 2015.

Δεν συμμετείχαν όλες οι χώρες της ΕΕ στην αμοιβαία συνδρομή, ενώ η ελληνική συμμετοχή ήταν ελαχιστοποιημένη, προσφέροντας μόνο την χρήση της υφιστάμενης συνεργασίας στις πληροφορίες. Ο τρόπος ενεργοποίησης του άρθρου 42(7) και ο χρόνος που χρειάστηκε για να εφαρμοστεί, δεν χρησιμεύουν στην Αθήνα σε περίπτωση εμπλοκής με την Τουρκία.

Η νέα ελληνογαλλική συμφωνία δίνει στην Ελλάδα την δυνατότητα να έχει από την Γαλλία άμεση υποστήριξη σε θέματα αεροπορικής συνδρομής, δορυφορικής επιτήρησης, παροχής πληροφοριών, ανανέωσης αποθεμάτων στρατιωτικού υλικού κλπ. Δηλαδή, όλων αυτών που θα μπορούσε να λάβει από την ΕΕ, αν λειτουργούσε σοβαρά το άρθρο 42(7) της ΣΕΕ. Οι διευκολύνσεις που θα υπάρξουν για ελλιμενισμούς γαλλικών πλοίων, μετασταθμεύσεις αεροσκαφών κλπ, αναμένεται ότι θα συμφωνηθούν σε δεύτερο χρόνο.

Η Αθήνα θα πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειες της για υπερεθνικοποίηση του άρθρου 42(7), ασχέτως της ελληνογαλλικής συμφωνίας.

Το ΝΑΤΟ

Το ΝΑΤΟ βρίσκεται μπροστά σε νέες καταστάσεις. Η εκφρασθείσα βούληση των ΗΠΑ να στηρίξουν την στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης στον χώρο της άμυνας, ως συμπληρωματικού πυλώνα του ΝΑΤΟ, αναγκάζει την Συμμαχία να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα.

Παράλληλα, η εμφάνιση ενός διδύμου χωρών του ΝΑΤΟ που έχουν υπογράψει μεταξύ τους αμυντική συμφωνία, αποτελεί νέο δεδομένο. Όταν μάλιστα αυτή η συμφωνία, μπορεί να στραφεί εναντίον τρίτου μέλους του ΝΑΤΟ.

Μέχρι σήμερα, η αντιπαράθεση Τουρκίας-Ελλάδας αντιμετωπίζονταν από το ΝΑΤΟ με συμβιβαστικές παρεμβάσεις, με συστήματα διαχείρισης κρίσεων κλπ, ενώ το πολιτικό βάρος έπεφτε στην Ουάσιγκτον. Η Ελλάδα και η Τουρκία συγκρούστηκαν στρατιωτικά στην Κύπρο το 1974 και το ΝΑΤΟ δεν έκανε τίποτα για να το αποφύγει και μάλιστα, στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου.

Η συμπαράταξη της Γαλλίας με την Ελλάδα, θα αναγκάσει το ΝΑΤΟ να αναπροσαρμόσει τις πρακτικές του γιατί μια δυνητική αντιπαράθεση Τουρκίας—Ελλάδας μπορεί να μετεξελιχθεί σε τριγωνική. Θα αναγκάσει επίσης και την Ουάσιγκτον να αναθεωρήσει τους τρόπους επέμβασης της στις ελληνοτουρκικές διαφορές, αν αυτές ξεπεράσουν ένα ορισμένο επίπεδο.

Σε μια περίοδο που η συμμαχία AUKUS στον Ειρηνικό αναδεικνύεται σημαντικότερη για τις ΗΠΑ σε σχέση με το ΝΑΤΟ στον Ατλαντικό, το ΝΑΤΟ για να επιβιώσει θα πρέπει να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα.

Η κοινή ευρωπαϊκή άμυνα

Μετά την αποχώρηση της Δύσης από το Αφγανιστάν, έχει ανοίξει μια συζήτηση στην ΕΕ για την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα. Είναι άγνωστο το πότε θα ολοκληρωθεί.

Μέχρι τώρα, οι προσπάθειες της Γαλλίας στον τομέα αυτό είχαν αποτύχει, συναντώντας κυρίως την αντίδραση της Γερμανίας, αλλά και των ανατολικών χωρών της ΕΕ. Οι χώρες αυτές δεν ενδιαφέρονται για την στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, ενδιαφέρονται να βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα του ΝΑΤΟ. Με τα δεδομένα αυτά, η πρωτοβουλία της Γαλλίας για την ΕΙ2 (European Intervention Initiative) από το 2018, παρά τους φιλόδοξους στόχους της, εκφυλίστηκε σταδιακά σε ανάληψη πρωτοβουλιών για τον εκσυγχρονισμό της στρατηγικής κουλτούρας στην Ευρώπη. Η Ελλάδα δεν συμμετείχε στης ΕΙ2 και μόλις το 2020 εξέφρασε την επιθυμία να συμμετάσχει.

Είναι άγνωστο προς το παρόν, αν θα προχωρήσει η κοινή ευρωπαϊκή άμυνα και μέχρι ποιου σημείου. Η Γαλλία όμως με δύο διμερείς αμυντικές συμφωνίες με Ελλάδα και Κύπρο, κατάφερε να διαμορφώσει ένα πλαίσιο που ενισχύει την παρουσία της σε έναν χώρο που είναι σημαντικός για τα συμφέροντα της, στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα, η οποία θεωρεί την συμφωνία με την Γαλλία, ως μέρος της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ, αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί να συμμετάσχει σε όλες τις αποστολές της ΕΕ στο εξωτερικό και κυρίως σε αυτές που συνδέονται με τα γαλλικά συμφέροντα. Η Αθήνα θα πρέπει να προσαρμοστεί στο νέο δεδομένο.

Η αντίδραση της Τουρκίας

Θα πρέπει να θεωρείται περίπου βέβαιο ότι η Τουρκία θα αντιδράσει στις νέες εξελίξεις. Και γιατί οι ανάγκες εξυπηρέτησης των συμφερόντων της παραμένουν ακέραιες, αλλά και γιατί θα θελήσει να τεστάρει την ισχύ της ελληνογαλλικής συμφωνίας. Αυτό θα αποτελέσει και ένα τεστ για την γαλλική αντίδραση.

Η τουρκική υπερεπέκταση δημιουργεί προβλήματα στην Άγκυρα. Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ είναι και θα παραμείνουν ασταθείς και μέσα σε αυτό το περιβάλλον αστάθειας εκδηλώνονται και οι γαλλικές πρωτοβουλίες.

Παράθυρο ευκαιρίας για τις τουρκικές αντιδράσεις υπάρχει, θεωρητικά μέχρι να αρχίσουν να παραλαμβάνονται τα νέα εξοπλιστικά συστήματα. Προφανώς, η Ελλάδα και η Γαλλία θα σχεδιάσουν τις αντιδράσεις τους με βάση αυτό το δεδομένο.

Τα πλοία

Υπάρχουν θετικά στοιχεία, αλλά και ανοικτά θέματα που αφορούν την αγορά των νέων φρεγατών.

Στα θετικά σημεία περιλαμβάνεται η αγορά σύγχρονων πλοίων για να αρχίσει η ανανέωση του στόλου του Πολεμικού Ναυτικού. Τα πλοία θα έχουν ευρωπαϊκά συστήματα που δεσμεύουν την χώρα (μαζί με τα Rafale) σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο εξοπλισμών.

Η κατασκευή των πλοίων στην Γαλλία εξασφαλίζει μεγαλύτερη αξιοπιστία στους χρόνους παράδοσης και στην μη εκτόξευση του κόστους. Τα ελληνικά ναυπηγεία, δυστυχώς, δεν βρίσκονται σε κατάσταση που μπορούν να παραδώσουν πλοία σε χρόνους που τα χρειάζονταν το ΠΝ. Χρειάζονται επενδύσεις και εκσυγχρονισμούς για να μπορέσουν να μπουν με ανταγωνιστικούς όρους στην αγορά.

Ανοικτό θέμα παραμένει ο αριθμός των πλοίων. Υπάρχει η option για άλλη μια φρεγάτα και υπάρχουν διαπραγματεύσεις για την ναυπήγηση κορβετών, πιθανόν σε ελληνικά ναυπηγεία. Εκτιμάται ότι οι αποφάσεις θα ληφθούν σύντομα, όσο ισχύει ακόμα η δημοσιονομική χαλαρότητα από την πλευρά της Ευρωζώνης.

Το κόστος των πλοίων είναι σαφώς κατώτερο από αυτό που προτάθηκε όταν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις. Τώρα τα θέματα επικεντρώνονται στον χρόνο αποπληρωμής, στο αν θα περιλαμβάνονται οι επιστροφές των ελληνικών ομολόγων και στο θέμα των δανείων που θα πρέπει να συναφθούν. Μπορεί να υπήρξαν φθηνότερες προτάσεις από άλλες χώρες, αλλά αυτές δεν διασφάλιζαν την γεωπολιτική υποστήριξη που παρέχει η Γαλλία.

Οι νέες φρεγάτες, τα νέα ραντάρ, τα νέα συστήματα αισθητήρων, αποτελούν νέα δεδομένα για το ΠΝ. Χρειάζονται υποδομές, χρήμα και χρόνος για να καταστούν επιχειρησιακά. Από εδώ και πέρα, το ΠΝ θα είναι υποχρεωμένο να ακολουθεί το Γαλλικό Ναυτικό και τις γαλλικές επιλογές στην τεχνολογία.

Η μέχρι σήμερα εμπειρία της Ελλάδας από την αγορά γαλλικών εξοπλισμών, υπήρξε μικτή. Ενώ σε επιχειρησιακό επίπεδο τα γαλλικά όπλα είναι πολύ καλά, υπήρξαν προβλήματα σε ότι αφορά την υποστήριξη τους και τους εκσυγχρονισμούς τους. Εκτιμάται ότι είναι στο χέρι της Αθήνας να αποφύγει τέτοιου είδους προβλήματα.

Η συμφωνία για τις φρεγάτες δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Μπορεί να έχει αποφασιστεί να κατασκευαστούν στην Γαλλία, αλλά θα πρέπει να υπάρξει διαπραγμάτευση για υποκατασκευαστικό έργο στην ελληνική αμυντική βιομηχανία. Ο στόχος θα πρέπει να είναι οι κορβέτες, αν επιλεγούν οι γαλλικές, να κατασκευαστούν στην Ελλάδα.

Η αρχή των διαδικασιών επιλογής φρεγατών για το ΠΝ, εντοπίζεται στο μακρινό 2006 όταν υπήρξαν συζητήσεις με την Γαλλία για αγορά φρεγατών FREMM. Μετά από 15 χρόνια, η Ελλάδα φτάνει σε μια συμφωνία που είναι συμφέρουσα και για την ίδια και για την Γαλλία, παραμένοντας σταθερή στην γραμμή διαφοροποίησης των πηγών απόκτησης εξοπλιστικών συστημάτων.

Αυτό όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η πολιτική συμφωνία που είναι εναρμονισμένη με τις νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες και ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί μέσα στα πλαίσια της Δύσης, στον χώρο της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και των Βαλκανίων.