Στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 29 Οκτωβρίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε εκ νέου το ζήτημα του τουρκολιβυκού μνημονίου. Ο Τούρκος μόνιμος αντιπρόσωπος, Αχμέτ Γιλντίζ, απάντησε με την πάγια τουρκική επιχειρηματολογία. Η ανταλλαγή των απόψεων έχει ήδη καλυφθεί εκτενώς. Μένει να φανεί τι από αυτά που ειπώθηκαν αντέχει νομικά.
Η συνεδρίαση έλαβε χώρα λίγες ημέρες μετά την έγκριση του μνημονίου από τη Βουλή της Βεγγάζης, εξέλιξη που ενισχύει το τουρκικό αφήγημα περί ευρείας εσωτερικής αποδοχής. Η Ελλάδα, η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Μπαχρέιν, τα ΗΑΕ - αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Η.Π.Α. μετά την “πατάτα” της πρώτης ανακοίνωσης - απέρριψαν την εξέλιξη αυτή με κοινή τους δήλωση, επισημαίνοντας ότι το μνημόνιο παραμένει παράνομο, άκυρο και άνευ έννομων συνεπειών για τρίτα κράτη.
Η εσωτερική επικύρωση ενός κράτους, δεν μετατρέπει μια οριοθέτηση σε νόμιμη ούτε τη καθιστά δεσμευτική για τρίτους. Το νομικό ζήτημα παραμένει ακέραιο.
Τρεις αδυναμίες της τουρκικής θέσης
Η επιχειρηματολογία του Τούρκου πρέσβη στηρίχθηκε σε υπαρκτές αρχές του διεθνούς δικαίου, τις οποίες όμως αξιοποίησε επιλεκτικά, χωρίς να αντιμετωπίσει τις συνέπειές τους στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Πρώτον, συγχέει το δικαίωμα σύναψης συμφωνιών με τη νομιμότητα του περιεχομένου τους. Επικαλείται την UNCLOS, αλλά αποσιωπά το άρθρο 121, σύμφωνα με το οποίο τα νησιά έχουν δικό τους καθεστώς και δικαιούνται θαλάσσιων ζωνών. Η δε “μειωμένη επήρεια” ορισμένων νησιών σε μια οριοθέτηση δεν συνεπάγεται την απουσία θαλάσσιων δικαιωμάτων τους.
Δεύτερον, μετατοπίζει τη συζήτηση στη συνεργασία με τρίτες χώρες, στο Κυπριακό και στον διάλογο. Είναι θέματα σημαντικά, αλλά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: με ποιά νομική βάση μια διμερής ρύθμιση μπορεί να διέρχεται από περιοχή όπου υπάρχουν δικαιώματα τρίτου παράκτιου κράτους;
Τρίτον, παρουσιάζει το μνημόνιο ως ολοκληρωμένο και κατοχυρωμένο αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, η νομιμότητά του αποτελεί αντικείμενο σοβαρής διεθνούς αμφισβήτησης και δεν έχει παραγάγει έννομη δεσμευτικότητα έναντι της Ελλάδας ή άλλων κρατών της περιοχής.
Η αντίφαση της “ευθυδικίας”
Η σημαντικότερη αντίφαση της τουρκικής θέσης έγκειται στην προσφυγή της στην ευθυδικία. Η Άγκυρα την επικαλείται ως θεμελιώδη αρχή, αλλά ταυτόχρονα παρουσιάζει τη δική της ερμηνεία ως ήδη κατοχυρωμένο αποτέλεσμα, χωρίς να εξηγεί πώς η συμφωνία με τη Λιβύη ικανοποιεί τις απαιτήσεις μιας δίκαιης και νομότυπης οριοθέτησης.
Η ευθυδικία δεν είναι αυτομάτως πηγή συγκεκριμένων θαλάσσιων ζωνών ούτε δικαιολογεί την παράκαμψη δικαιωμάτων τρίτων. Λειτουργεί ως κριτήριο μέσα σε μια διαδικασία που οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη γεωγραφία, την αρχή της μη επιβάρυνσης και τα έννομα συμφέροντα όλων των παράκτιων κρατών.
Η ελληνική θέση
Η ελληνική θέση είναι σαφής και δεν αμφισβητεί το δικαίωμα Τουρκίας και Λιβύης να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες. Μια τέτοια αμφισβήτηση θα ήταν νομικά αδύναμη και θα επέτρεπε στην Άγκυρα να μεταφέρει τη συζήτηση στο πεδίο της κρατικής κυριαρχίας.
Η Ελλάδα υποστηρίζει κάτι πιο ουσιαστικό. Το δικαίωμα σύναψης συμφωνίας δεν συνεπάγεται δικαίωμα αυθαίρετης οριοθέτησης ούτε επιτρέπει την παραβίαση των δικαιωμάτων τρίτων παράκτιων κρατών. Η Τουρκία και η Λιβύη δεν διαθέτουν αντίθετες ή γειτονικές ακτές που να θεμελιώνουν τη συγκεκριμένη οριοθέτηση, ενώ το μνημόνιο αγνοεί τα ελληνικά νησιά και τα δικαιώματά τους βάσει της UNCLOS και του εθιμικού διεθνούς δικαίου.
Η Τουρκία μπορεί να μην είναι συμβαλλόμενο μέρος της UNCLOS, δεσμεύεται όμως από τους κανόνες της που έχουν αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα. Μπορεί να υποστηρίζει μειωμένη επήρεια για ορισμένα νησιά, δεν μπορεί όμως να τη μετατρέπει σε γενική άρνηση της ύπαρξης θαλάσσιων δικαιωμάτων τους. Και μπορεί να έχει συνάψει συμφωνία με τη Λιβύη, δεν μπορεί όμως να επιβάλει στην Ελλάδα τις συνέπειες μιας ρύθμισης στην οποία δεν συμμετείχε.
Το ουσιαστικό πρόβλημα
Το πραγματικό πρόβλημα του τουρκολιβυκού μνημονίου δεν είναι ότι Τουρκία και Λιβύη συζήτησαν ή συνήψαν συμφωνία. Είναι ότι χαράσσουν γραμμή σε θαλάσσια περιοχή όπου υφίστανται επικαλυπτόμενα δικαιώματα τρίτου κράτους, χωρίς προηγούμενη εξέταση και διευθέτησή τους σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Αυτή είναι η ισχυρότερη νομική βάση της ελληνικής θέσης και πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της διπλωματικής μας προσπάθειας. Η παρέμβαση του πρωθυπουργού έχει αξία επειδή επανέφερε το ζήτημα στο διεθνές πεδίο. Η ελληνική στρατηγική όμως δεν μπορεί να εξαντλείται σε επιτυχημένες παρεμβάσεις ή επαναλαμβανόμενες καταγγελίες.
Απαιτεί σταθερή και δημόσια διατυπωμένη πρόταση για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, συνεπή νομική τεκμηρίωση και σαφήνεια ως προς το εύρος των θαλάσσιων ζωνών που η χώρα προτίθεται να υπερασπιστεί.
Η Τουρκία μπορεί να επαναλαμβάνει τις θέσεις της, να επικαλείται την ευθυδικία, τον διάλογο και τη διμερή συμφωνία με τη Λιβύη. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπει τη δική της ερμηνεία του διεθνούς δικαίου σε δεσμευτικό κανόνα για τους υπόλοιπους. Αυτό είναι το ουσιαστικό διακύβευμα και σε αυτό πρέπει να επικεντρωθεί η ελληνική διπλωματία.
Το παρόν κείμενο εξηγεί γιατί το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι της Ελλάδας. Το προηγούμενο άρθρο μου, "Όχι αδιαφορία, όχι υστερία: η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική", εξηγεί γιατί η απάντηση της χώρας μας δεν μπορεί να σταματά εκεί.
Η νομική αμφισβήτηση είναι αναγκαία· η στρατηγική είναι απαραίτητη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου